Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Από μια σύμπτωση, δύο λατινοαμερικανικές δημιουργίες αυτήν την εβδομάδα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σχεδόν ταυτίζονται στην παρουσίαση των αντιθέσεων της εκεί κοινωνίας.
Εκτός αυτού, βασίζονται και οι δύο στην ερμηνευτική δεινότητα, του Γκιγιέρμο Φρανσέγια, από τη μια, ο οποίος στηρίζει το «Homo sapiens?» και του Ουμπέρτο Ρίος, στο «Ένας ποιητής».
Σίγουρα, αμφότερες βλέπονται πολύ ευχάριστα, αποπειρώνται να συντάξουν νέες κινηματογραφικές προτάσεις, χωρίς να αγνοούν το πώς αυτές θα διαβαστούν χωρίς να κουράσουν τον θεατή.
Εδώ και τρεις δεκαετίες το λατινοαμερικανικό σινεμά πύκνωσε τις αξιοπρόσεκτες εμφανίσεις του στα φεστιβάλ και ώρα, εκτός από τη γνώριμη Αργεντινή, ακολουθεί και η Κολομβία, με το «Ένας ποιητής».
Σύνοψη: Ο Γκιγιέρμο Φρανσέγια διασχίζει δεκαέξι ιστορίες σύγχρονης καθημερινότητας στην Αργεντινή. Ερμηνεύει και τους δεκαέξι πρωταγωνιστικούς ρόλους, των μικρών ιστοριών, με κοινό σημείο τους την περιγραφή όλων των τάσεων της συγκεκριμένης κοινωνίας.
Σκηνοθεσία: Μαριάνο Κον, Γκαστόν Ντουπράτ
Παίζουν: Γκιγιέρμο Φρανσέγια
Υπάρχουν δύο σημαντικοί λόγοι, για να παρακολουθήσει κάποιος το «Homo sapiens?», μια ταινία που έρχεται από την Αργεντινή, από τους σκηνοθέτες- συνεργάτες, τους οποίους γνωρίσαμε στο «Ένας επιφανής πολίτης».
Ο Μαριάνο Κον και ο Γκαστόν Ντουπράτ γνωρίζουν τον τρόπο να κάνουν μια ταινία να ρέει, πάντα με ξεχωριστό χιούμορ και με «τσιμπήματα» αφύπνισης, για τη σύγχρονη κοινωνία της πατρίδας τους. Ο δεύτερος λόγος είναι το one man show της ηθοποιίας του Γκιγιέρμο Φρανσέγια, ο οποίος ερμηνεύει τους δεκαέξι πρωταγωνιστικούς ρόλους, οι οποίοι συνθέτουν την ταινία.
Για να ομολογήσουμε την αλήθεια, πρόκειται για μια ταινία τη θέαση της οποίας θα συστήναμε, μόνον και μόνον επειδή κανείς δεν πρόκειται να βγει από την αίθουσα δυσαρεστημένος – κι αυτό λίγο δεν είναι. Ο κινηματογράφος έχει ανάγκη τέτοιες ταινίες, οι οποίες μπορούν και απλοποιούν, χωρίς να τα ευτελίζουν, θέματα που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να αποδειχτούν δύστροπα.
Το κοινό πάντα επιθυμεί να συνδέσει την επίσκεψή του στην αίθουσα με την αβίαστη ψυχαγωγία και μια τέτοια ταινία την προσφέρει με σεβασμό.
Εάν το επιθυμεί κάποιος, μένει στις ιστορίες που μοιάζουν σαν μικρά ανεκδοτάκια, εάν θέλει όμως ξύνει την επιφάνειά τους κι ανακαλύπτει ένα στρώμα πικρής ειρωνίας να στιγματίζει την κοινωνία της Αργεντινής και τον ξέχειλο ατομικισμό των πολιτών της.

Κάτι τέτοιο δεν έκανε και ο «Επιφανής πολίτης»;
Τώρα το ερωτηματικό μπαίνει στον ίδιο τον τίτλο, αφού οι σκηνοθέτες διερωτώνται εάν αυτό που βλέπουμε δίνει εικόνα εξέλιξης του «Homo sapiens?» ή απλά εφαρμογή του πρωτόγονου «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει…».
Στην περίπτωση που είχαμε να κάνουμε με μουσική, θα μιλούσαμε για δεκαέξι μινιατούρες. Αν ήταν φαγητό, θα είχαμε να κάνουμε με μεζεδάκια. Βέβαια, το να κινηματογραφείς ανέκδοτα, ίσως φανεί κάτι εύκολο, αφού πρόκειται για πολλές μικρού -πολύ μικρού- μήκους ταινίες.
Το δύσκολο είναι να βρείς τον συνδετικό ιστό όλων αυτών των μικρών αφηγήσεων, να εφεύρεις ένα νήμα, που να περνάει από όλες τις ιστορίες, χωρίς να γίνεται διακριτό, να παραμένει υπαινικτικά αδιόρατο. Ο πρωταγωνιστής περνάει από όλων των ειδών τους ρόλους, χωρίς να γίνονται αντιληπτές οι αλλαγές, είναι κι αυτές αδιόρατες.
Εκτός από το ερμηνευτικό ρεσιτάλ του Φρανσέγια, ακόμη πιο δύσκολο είναι να συμπυκνώνεις σε κάθε μία από τις ιστοριούλες τη νοοτροπία ενός ολόκληρου λαού, τον λόγο για τον οποίον η αργεντίνικη κοινωνία δεν μπορεί να συστήσει ομοιογενή ομάδα. Αυτό είναι λίγο-πολύ το αρχικό ερώτημα και πάνω σε αυτό αρχίζουν να δίνονται απαντήσεις.
Βασικά, ο λόγος είναι ένας. Είτε πρόκειται για νεόπλουτους είτε για κατοίκους άθλιων περιοχών, οι συναντήσεις τους καταλήγουν στην εξαπάτηση. Στα θετικά του φιλμ εγγράφεται το γεγονός πως το σκηνοθετικό δίδυμο δεν χαρίζεται σε καμιά κοινωνική ή οικονομική τάξη, η εκμετάλλευση έχει την πάγια μορφή του «ο θάνατος σου, η ζωή μου».
Στα αρνητικά, κάποιες αμήχανες ιστορίες, όχι μεγάλης έμπνευσης, κάτι που θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε φυσικό. Στις περισσότερες αφηγήσεις συναντιούνται άνθρωποι μεγάλης ταξικής απόστασης και ο διάλογος ανάμεσά τους χαρακτηρίζεται πάντα από την καχυποψία και την υποκρισία.
Σε αυτήν την τελευταία εντοπίζουν οι Κον-Ντουπράτ την αιτία των δεινών, στη διάσταση λόγων και έργων.
Στα περισσότερα επεισόδια υπάρχει κάποιος ηθικολόγος, του οποίου οι απόψεις γκρεμοτσακίζονται στην πράξη. Το παλιό που φεύγει είναι γεμάτο από λαμόγια, το σύγχρονο που έρχεται συντίθεται από καιροσκόπους.
Στο ανάμεσα το κενό μιας ολόκληρης χώρας, στο οποίο κάθε τόσο βουτάει λόγω αστάθειας. Πότε πτωχεύσεις, πότε απελπισμένες πολιτικές αλλαγές.
Ευτυχώς, οι ίδιοι οι σκηνοθέτες δεν είναι διόλου ηθικολόγοι, αντιλαμβάνονται και περιγράφουν την κατάσταση, εφαρμόζοντας τη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ «εάν θέλεις να πεις την αλήθεια στον κόσμο, κάνε τον καλύτερα να γελάσει, αλλιώς θα σε σκοτώσει».
Αξιολόγηση: ***
Τελικά, ποίηση είναι η ίδια η αγάπη
Σύνοψη: Ο Όσκαρ Ρεστέπο είναι ένας Κολομβιανός ποιητής, καθηλωμένος στις εμμονές του και στην ιδεοληψία τους. Στο πρόσωπο μιας νεαρής ταλαντούχας ποιήτριας προβάλλει όλη του τη ματαίωση, αυτή όμως δεν φαίνεται να συγκινείται από τις κολακείες και τους επαίνους για τα πρωτόλεια της.
Σκηνοθεσία: Σιμόν Μέσα Σότο
Παίζουν: Ουμπεϊμάρ Ρίος, Ρεμπέκα Αντράντε, Γκιγιέρμο Καρντένα
Άλλη μια ταινία από τη Λατινική Αμερική, τούτη τη φορά από την Κολομβία, το «Ένας ποιητής» χαρτογραφεί μια κοινωνία αντιθέσεων, στην οποία ακόμη και η ποίηση αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Κι εδώ ένας έξοχος πρωταγωνιστής, ο Ουμπεϊμάρ Ρίος σηκώνει το βάρος του φιλμ, αλλά στέκεται ισάξια δίπλα του και η νεαρή Ρεμπέκα Αντράντε.
Ο πρώτος, ως Όσκαρ, στον ρόλο ενός «ματαιωμένου» ποιητή, η δεύτερη, η Γιουρλάντι, υποδύεται μια φέρελπι ποιήτρια, την οποία ένα σύστημα κουλτούρας προσπαθεί να υποτάξει στους δικούς του όρους.

Εκεί ανάμεσα φυτρώνουν πάλι οι γνωστές παθογένειες: η υποκρισία και η εκμετάλλευση, ως πάγια συστατικά μιας κοινωνίας, όπως διακρίνονται ακόμη και στα υψηλότερα μορφωτικά στρώματα, αυτά που υποτίθεται ότι αγωνίζονται για μια καλύτερη παιδεία.
Μοιάζει όλη η ταινία με μια διελκυστίνδα ανάμεσα στο ιδεολόγο ποιητή και στους επαγγελματίες συναδέλφους του, για το ποιός θα κερδίσει την εύνοια της μικρής Γιουρλάντι και θα της χαράξει τον ποιητικό της δρόμο.
Στη διαδρομή που ανοίγεται μπροστά της, η ίδια επιλέγει μια άλλη, δικιά της. Κι αυτή βαδίζει προς το μέλλον, όχι κάτω από την εκβιαστική πίεση τυπικών ή ατύπων γονέων, αλλά ως επιλογή της πρώτης και παρθενικής μαθητείας της στη ζωή.
Ο ποιητής-ψώνιο προβάλλει επάνω της ό,τι ο ίδιος δεν κατάφερε (χαρακτηριστικό γονεϊκό σύμπτωμα), οι φυσικοί της γονείς τη χρησιμοποιούν ως αντικείμενο εκβιασμού για την απόσπαση πόρων.
Eμφανώς αηδιασμένη από όλο το περιστατικό με την άδικη κατηγορία εναντίον του μέντορά της και τη στάση των γονιών της, κρατάει μόνον την άδολη αγάπη, η οποία της προσφέρεται από τον Όσκαρ και με τον τρόπο της παραδίδει η ίδια μάθημα ζωής στον «ποετάστρο».
Το πώς θα προσγειωθεί και θα προσεγγίσει την κόρη του, η απόσταση από την οποία είναι διάσπαρτη με αγκάθια.
Διαιρεμένη σε τέσσερα κεφάλαια η εξιστόρηση, γίνεται χάρτης της κολομβιανής κοινωνίας, της φαβέλας και της κουλτούρας, της επιβίωσης και της εκμετάλλευσης. Δεν είναι κατ’ ανάγκη προνόμιο των πλουσίων η διάθεση «ξεζουμίσματος» των φτωχών.
Πραγματοποιεί και το αντίθετο δρομόλογιο η εκμετάλλευση, όπως ευφυώς αποδεικνύεται από την όλως ανήθικη στάση της οικογένειας της μικρής Γιουρλάντι.
Ακόμη και η εκμετάλλευση της κοινωνικής θέσης και του χρώματος της Γιουρλάντι από το «ποιητικό κύκλωμα» ξεμπροστιάζει τον τρόπο που προωθούνται διάφορες ιδεολογίες, που έχουν να κάνουν με την καταχρηστική παραπομπή στα δικαιώματα και στον σεβασμό τους.
Πρόκειται κι εδώ για μια ακόμη «εκμετάλλευση», κάτι που ενισχύεται και από τη στάση της οικογένειας, καταγγέλοντας ψευδή βιασμό, για την αποκόμιση οικονομικού οφέλους.
Όλα τα παραπάνω, για τα τρία πρώτα -και καλύτερα- κεφάλαια. Διότι στο τέταρτο, με τον τίτλο «Ένα ωραίο ποίημα», έχουμε μια άσχημη, συμβατική κατάληξη της ιστορίας.
Ο Μέσα Σότο δεν τολμάει ως το τέλος, προσπαθεί να συμμαζέψει την πικρόχολη διάθεσή του, τακτοποιώντας τα πάντα. Μάλιστα, ακολουθεί σκηνοθετικά την αφήγηση μέσω αλληλογραφίας, κάτι που αδυνατίζει την κινηματογραφική διάσταση.
Σαν εκβιασμένο «χάπι έντ» κι αυτό, μοιάζει ασύμβατα αισιόδοξο, αδυνατεί να ολοκληρώσει με τόλμη, ότι διαμόρφωνε με εξαίρετη μαεστρία, για πολλή ώρα.
Χρειαζόταν μόνον μερικά βλέμματα, για να αντιληφθούμε τα όσα μέσω γραμμάτων πληροφορούμαστε.
Και να σκεφτεί κάποιος ότι η Ρεμπέκα Αντράντε, ως Γιουρλάντι, τα προσέφερε αυτά τα θλιμμένα και απορημένα βλέμματα, γενναιόδωρα, σε όλη τη διάρκεια της ταινίας.
Αξιολόγηση: **1/2
Διαβάστε επίσης
Ταινίες Πρώτης Προβολής: Τρόμος, περιπέτεια και «Οι Κρίστοφερ» του Στίβεν Σόντερμπεργκ
Ο Γιώργος Σαμπάνης στο Θέατρο Άλσος ΔΕΗ, τη Δευτέρα 22 Ιουνίου
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.