search
ΚΥΡΙΑΚΗ 26.07.2026 08:13
MENU CLOSE

Η πολιτική ιδεολογία του Ισλάμ στον σύγχρονο κόσμο

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2448
23/07/2026
26.07.2026 07:15
ilsma_efimerida
Ο αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί κατά την επιστροφή του στην Τεχεράνη (1 Φεβρουαρίου 1979)

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Σπάνια μια μόνο χρονιά συγκεντρώνει τόσες εξελίξεις που αλλάζουν τη φυσιογνωμία μιας ολόκληρης εποχής. Τον ίδιο χρόνο, το 1979, πραγματοποιήθηκε η Ιρανική Επανάσταση, οι σοβιετικές δυνάμεις εισέβαλαν στο Αφγανιστάν και ομάδες εξτρεμιστών κατέλαβαν το Μεγάλο Τέμενος της Μέκκας, προκαλώντας σοκ σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Τα γεγονότα αυτά ήταν διαφορετικά μεταξύ τους, όμως όλα εξέφραζαν την ίδια βαθύτερη αγωνία: την αναζήτηση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο Ισλάμ και την πολιτική εξουσία.

Η Ιρανική Επανάσταση υπήρξε η σημαντικότερη από αυτές τις εξελίξεις. Για δεκαετίες, ο σάχης Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί είχε επιχειρήσει να μετατρέψει το Ιράν σε μια σύγχρονη περιφερειακή δύναμη, στενά συνδεδεμένη με τη Δύση. Η οικονομία εκσυγχρονιζόταν, οι πόλεις αναπτύσσονταν, οι γυναίκες αποκτούσαν νέες δυνατότητες συμμετοχής στη δημόσια ζωή και το κράτος επένδυε συστηματικά στη βιομηχανία και τις υποδομές. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα υπήρχαν βαθιές αντιφάσεις. Η ανάπτυξη δεν κατανεμήθηκε ισόρροπα, η πολιτική αντιπολίτευση καταπνιγόταν από τη διαβόητη μυστική αστυνομία SAVAK και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονταν ότι ο εκσυγχρονισμός προχωρούσε εις βάρος της πολιτισμικής και θρησκευτικής τους ταυτότητας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα αναδείχθηκε ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί. Η δύναμή του δεν προερχόταν μόνο από το θρησκευτικό του κύρος. Προερχόταν κυρίως από το γεγονός ότι κατόρθωσε να ενώσει κάτω από ένα κοινό πολιτικό σύνθημα ομάδες με εντελώς διαφορετικά συμφέροντα. Συντηρητικοί κληρικοί, φοιτητές, φιλελεύθεροι διανοούμενοι, αριστερές οργανώσεις, έμποροι των παραδοσιακών παζαριών και φτωχά λαϊκά στρώματα βρέθηκαν προσωρινά στην ίδια πλευρά, επειδή όλοι επιθυμούσαν την ανατροπή του καθεστώτος. Μετά την πτώση του σάχη, όμως, έγινε σαφές ότι ο Χομεϊνί δεν επιδίωκε απλώς μια αλλαγή κυβέρνησης. Επιδίωκε τη δημιουργία ενός νέου τύπου κράτους.

Η θεωρία της Βελαγιάτ ε Φακίχ, δηλαδή της διακυβέρνησης από τον ανώτατο ισλαμικό νομοδιδάσκαλο, αποτέλεσε την πιο πρωτότυπη συμβολή του στη σύγχρονη πολιτική σκέψη του Ισλάμ. Σύμφωνα με τη σιιτική αντίληψη, έως την επάνοδο του «κρυμμένου» Ιμάμη, του νόμιμου θρησκευτικού ηγέτη, την ανώτατη πολιτική εξουσία όφειλε να ασκεί ο ανώτερος γνώστης του ισλαμικού δικαίου, ώστε το κράτος να λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές του Ισλάμ. Η θεωρία αυτή δεν είχε προηγούμενο στη σύγχρονη Ιστορία. Δημιουργούσε ένα πολίτευμα στο οποίο η λαϊκή συμμετοχή συνυπήρχε με την υπεροχή της θρησκευτικής αυθεντίας.

Η επιτυχία της επανάστασης προκάλεσε βαθιά εντύπωση σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Για πρώτη φορά μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ένα μεγάλο κράτος απέδειχνε ότι μπορούσε να αμφισβητήσει ανοικτά τη δυτική επιρροή και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό πολιτικό μοντέλο. Για τους σιίτες αποτέλεσε πηγή υπερηφάνειας και αυτοπεποίθησης. Για πολλές σουνιτικές κυβερνήσεις υπήρξε αιτία ανησυχίας, καθώς φοβούνταν ότι το παράδειγμα του Ιράν θα ενέπνεε αντίστοιχα επαναστατικά κινήματα στις δικές τους κοινωνίες.

Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, το Ισλάμ ως πολιτική ιδεολογία απέκτησε δύο μεγάλες εκφράσεις. Η πρώτη εκπροσωπούσε την αντίληψη της σταδιακής κοινωνικής μεταρρύθμισης, όπως εκφράστηκε από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και συγγενείς οργανώσεις. Η δεύτερη υποστήριζε ότι η κατάληψη της κρατικής εξουσίας αποτελούσε προϋπόθεση για κάθε πραγματική αλλαγή, όπως συνέβη στην περίπτωση του Ιράν. Παρά τις μεταξύ τους διαφορές, και οι δύο αντιλήψεις συμμερίζονταν μια κοινή πεποίθηση: ότι η θρησκεία δεν μπορούσε να περιοριστεί στον ιδιωτικό χώρο, αλλά όφειλε να διαμορφώνει τους θεσμούς, τη νομοθεσία και τον δημόσιο βίο.

Λίγους μόλις μήνες αργότερα, μια τρίτη εξέλιξη θα άνοιγε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο, του οποίου οι συνέπειες θα επηρέαζαν όχι μόνο τον μουσουλμανικό κόσμο αλλά και ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, τον Δεκέμβριο του 1979, μετέτρεψε έναν περιφερειακό πόλεμο σε σημείο συνάντησης χιλιάδων εθελοντών από δεκάδες χώρες, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός νέου, παγκόσμιου ισλαμιστικού κινήματος.

Από ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο άρχισαν να καταφθάνουν εθελοντές. Άλλοι προέρχονταν από αραβικές χώρες, άλλοι από τη Βόρεια Αφρική, άλλοι από την Ασία. Δεν τους ένωνε η κοινή εθνικότητα, ούτε η κοινή γλώσσα. Τους ένωνε η πεποίθηση ότι συμμετείχαν σε έναν αγώνα που αφορούσε ολόκληρη την ισλαμική κοινότητα. Οι περισσότεροι δεν είχαν προηγούμενη στρατιωτική εμπειρία. Μέσα όμως από τον πόλεμο απέκτησαν κάτι που θα αποδεικνυόταν καθοριστικό τις επόμενες δεκαετίες: προσωπικές σχέσεις, διεθνή δίκτυα επικοινωνίας, οργανωτική εμπειρία και την αίσθηση ότι μπορούσαν να επηρεάσουν τις εξελίξεις πολύ πέρα από τις πατρίδες τους.

Μετά τον αφγανικό πόλεμο εμφανίστηκε για πρώτη φορά η ιδέα ενός υπερεθνικού ισλαμικού αγώνα, ο οποίος δεν αναγνώριζε τα σύνορα των κρατών ως ουσιαστικό πολιτικό όριο. Η έννοια της «ούμμα», της παγκόσμιας κοινότητας των μουσουλμάνων, αποκτούσε πλέον και στρατηγική διάσταση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδείχθηκε ο Οσάμα μπιν Λάντεν. Προερχόταν από μία από τις πλουσιότερες οικογένειες της Σαουδικής Αραβίας και διέθετε τους οικονομικούς πόρους που επέτρεπαν τη χρηματοδότηση ενός εκτεταμένου δικτύου εθελοντών και υποδομών. Πολύ γρήγορα όμως έγινε σαφές ότι η φιλοδοξία του ξεπερνούσε κατά πολύ τον αφγανικό πόλεμο. Η οργάνωση που δημιούργησε, η Αλ Κάιντα, δεν σχεδιάστηκε ως ακόμη μία αντάρτικη ομάδα. Φιλοδοξούσε να αποτελέσει τον πυρήνα ενός διεθνούς κινήματος που θα ανέτρεπε την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων.

Σε αντίθεση με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η αλλαγή έπρεπε να ξεκινήσει από την κοινωνία, η Αλ Κάιντα πίστευε ότι οι ίδιες οι διεθνείς συνθήκες δεν επέτρεπαν καμία ειρηνική εξέλιξη. Κατά την αντίληψή της, οι μουσουλμανικές κυβερνήσεις ήταν εξαρτημένες από τη Δύση, οι πολιτικές ελίτ είχαν χάσει τη νομιμοποίησή τους και η στρατιωτική σύγκρουση αποτελούσε πλέον τη μοναδική δυνατή απάντηση. Έτσι, η έννοια της τζιχάντ αποσπάστηκε από το ευρύτερο ιστορικό και θεολογικό της πλαίσιο και μετατράπηκε σε εργαλείο μιας συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής.

Στην κλασική ισλαμική παράδοση, η τζιχάντ υπήρξε πάντοτε πολύ πιο σύνθετη έννοια. Οι μουσουλμάνοι λόγιοι διέκριναν ήδη από τους πρώτους αιώνες ανάμεσα στον εσωτερικό αγώνα του ανθρώπου για την ηθική του τελείωση και στις περιπτώσεις ένοπλης άμυνας της κοινότητας. Οι ιστορικές εφαρμογές αυτής της αρχής υπήρξαν διαφορετικές από εποχή σε εποχή και από σχολή σε σχολή. Ο σύγχρονος τζιχαντισμός, όμως, απομόνωσε μία μόνο διάσταση αυτής της παράδοσης και την ανέδειξε σε αποκλειστικό τρόπο κατανόησης της ιστορίας. Η πολιτική πραγματικότητα ερμηνευόταν πλέον ως μια αδιάκοπη σύγκρουση ανάμεσα στο Ισλάμ και τους εχθρούς του, χωρίς τις ιστορικές αποχρώσεις και τις θεολογικές διαφοροποιήσεις που χαρακτήριζαν επί αιώνες την ισλαμική σκέψη.

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 αποκάλυψαν στον κόσμο τις συνέπειες αυτής της ιδεολογικής μετατόπισης. Η καταστροφή των Δίδυμων Πύργων δεν προκάλεσε μόνο χιλιάδες θύματα. Σηματοδότησε το τέλος της αισιοδοξίας που είχε επικρατήσει μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Η αντίληψη ότι ο κόσμος όδευε προς μια εποχή σχετικής σταθερότητας αντικαταστάθηκε από έναν νέο τύπο παγκόσμιας ανασφάλειας. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, η ενίσχυση των μηχανισμών ασφαλείας και η επέκταση της διεθνούς αντιτρομοκρατικής συνεργασίας αποτέλεσαν άμεσες συνέπειες εκείνης της ημέρας.

Ωστόσο, ούτε η Αλ Κάιντα υπήρξε η τελική μορφή αυτού του φαινομένου. Η αποσταθεροποίηση του Ιράκ μετά το 2003 και κυρίως ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία δημιούργησαν τις συνθήκες για την εμφάνιση μιας ακόμη πιο ακραίας εκδοχής του πολιτικού ισλαμισμού. Το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος δεν περιορίστηκε στην τρομοκρατία. Επιδίωξε να ανασυστήσει το ίδιο το χαλιφάτο ως πραγματική κρατική οντότητα, ελέγχοντας εδάφη, πληθυσμούς, οικονομικούς πόρους και διοικητικούς μηχανισμούς. Ήταν η πρώτη φορά μετά την κατάργηση του οθωμανικού χαλιφάτου που μια οργάνωση επιχειρούσε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως νόμιμη πολιτική ηγεσία όλων των μουσουλμάνων.

Η προσπάθεια αυτή απέτυχε στρατιωτικά. Άφησε όμως πίσω της ένα σημαντικό ιστορικό συμπέρασμα. Το πολιτικό Ισλάμ δεν αποτελεί μία ενιαία ιδεολογία, ούτε ένα ενιαίο κίνημα. Από τον αλ-Μπάνα έως τον Χομεϊνί και από την Αλ Κάιντα έως το Ισλαμικό Κράτος, κάθε εκδοχή απαντά διαφορετικά στο ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: πώς μπορεί η ισλαμική παράδοση να συνυπάρξει με τον σύγχρονο κόσμο χωρίς να χάσει την ταυτότητά της.

Διαβάστε επίσης:

Κυβερνοπόλεμος Βρυξελλών – Μόσχας

Τσίπρας: «Στενή» η πόρτα της ΕΛΑΣ για τους «πρώην»

Ύπαιθρος: από την παραγωγική στην ψυχαγωγική φάση (Μέρος τρίτο)

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΚΥΡΙΑΚΗ 26.07.2026 08:13