search
ΣΑΒΒΑΤΟ 19.09.2026 08:30
MENU CLOSE

«Η συγγραφή είναι μια πράξη βίας και τρυφερότητας ταυτόχρονα»

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2456
17/09/2026
19.09.2026 07:30
vivlio 17.09

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Lucie Rico
«Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν»
Μτφρ.: Μαρία Γυπαράκη
Εκδ.: Στίλβη
Σελ.: 288

Στην πρόσφατη επίσκεψή της στην Ελλάδα πριν από λίγους μήνες, η σχεδόν ομήλική μου και πετυχημένη στη χώρα του φωτός συγγραφέας Lucie Rico συνόψισε πολύ εύστοχα με τα παραπάνω λόγια την πρόθεσή της στο πρώτο της συγγραφικό εγχείρημα, το 2020, με τίτλο «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν»: να διασαλεύσει τα όρια μεταξύ καλού και κακού, ηθικού και μη ηθικού. Το βιβλίο, χάρη στη Μαρία Γυπαράκη, που παρακολουθεί συστηματικά τα τεκταινόμενα στη γαλλική πνευματική ζωή, κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 σε δική της μετάφραση, έπειτα από την εντύπωση που δημιούργησε σε κοινό και κριτικούς, έχοντας αποσπάσει δύο βραβεία (Prix du Roman d’Écologie, Prix du Cheval Blanc, αμφότερα το 2021) και μια εύφημο μνεία στα Βραβεία Wepler. Ο τίτλος του πρώτου επάθλου (Βραβείο Οικολογικού Μυθιστορήματος) αποκαλύπτει και τη δεσπόζουσα θεματική ενός έργου που στοχεύει στην καρδιά ενός σύγχρονου προβλήματος: της σχέσης μας με την κατανάλωση κρέατος και τα όρια της ηθικής όσον αφορά την κρεοφαγία και τις αυξημένες απαιτήσεις των βιομηχανοποιημένων κοινωνιών για παραγωγή και κατανάλωση ζωικής πρωτεΐνης.

Αντιλαμβάνεται κανείς πως για ένα τέτοιο θέμα, η καταφυγή στη βία είναι αναπόφευκτη, αφού η κατανάλωση κρέατος προϋποθέτει τη θανάτωση ζώων, εν προκειμένω κοτόπουλων. Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, η Πολ, ορκισμένη χορτοφάγος, κληρονομεί μετά τον θάνατο της μητέρας της τη μικρή φάρμα κοτόπουλων της οικογένειας και μαζί μια σκληρή για την ίδια διαθήκη: να σκοτώσει τον Τεοντόρ, το κοτόπουλο που με πολύ αγάπη η εκλιπούσα είχε μεγαλώσει. Σύμφωνα, όμως, με τους νόμους του αγροκτήματος, «η θανάτωση δεν είναι αυτοσκοπός. Ο θάνατος πρέπει να είναι χρήσιμος» (σ. 11). Με άλλα λόγια, η Πολ καλείται να γίνει μέρος της σύγχρονης τροφικής αλυσίδας. Το κοτόπουλο πρέπει να πουληθεί και να καταστεί ένα καταναλωτικό προϊόν στην ανθρώπινη διατροφή. Προκειμένου να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς της αλλά και να δικαιολογήσει ένα ορμέμφυτο που τη σπρώχνει να εκτελέσει την επιθανάτια διαταγή της μάνας της, καταφεύγει στη συγγραφή: «[…] επιθυμεί σφόδρα να γράψει. Αλλά και να σκοτώσει επίσης. Δεν μπορεί να γράψει δίχως να σκοτώσει» (σ. 27). Έτσι, η Πολ καταλήγει στη συγγραφή των βιογραφιών των κοτόπουλων που θανατώνει. Με τις ετικέτες αυτές που συνοδεύουν τα κρέατα προς πώληση και τα κάνουν ξεχωριστά, η ίδια δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει, όσο μπορεί, την οικολογική της συνείδηση. Άλλωστε, μπορεί, από μια στιγμή και πέρα, η ίδια να μη θανατώνει τα κοτόπουλα και να διεκπεραιώσουν άλλοι τη δύσκολη αυτή δουλειά, όμως, από τη στιγμή που εισέρχεται στον κόσμο της πτηνοτροφικής επιχειρηματικότητας, αναλαμβάνει το μερίδιο ευθύνης της για την καταπάτηση του χορτοφαγικού «όρκου» της.

Η συγγραφέας αποφεύγει να φτιάξει μια ηρωίδα που υπερασπίζεται τον βιγκανισμό. Πώς θα μπορούσε, εξάλλου, να κάνει κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που οι ασυνέπειες της Πολ δημιουργούν ρωγμές στο βιοθεωρητικό της προφίλ; Η τελευταία βρίσκεται σε ένα μυθιστορηματικό σύμπαν όπου η παράνοια αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα αλλά ταυτόχρονα και ως μέσο αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος, δηλαδή του ηθικού διλήμματος σχετικά με την κατανάλωση κρέατος. Η Rico, επίγονος του Alber Camus, παραλαμβάνει την πνευματική παρακαταθήκη του Γάλλου συγγραφέα, βάσει της οποίας για να κατανοήσει κανείς την αντιφατικότητα αυτού του κόσμου πρέπει να εμβαθύνει περισσότερο στις παρανοϊκές προδιαγραφές του. Η αντιστροφή των κανόνων της λογικής καθίσταται εμφανής στο σημείο που η χωροταξία του αγροκτήματος της Πολ αντιστρέφει τη συνήθη τάξη των πραγμάτων, «με τους δύο ορνιθώνες που κυκλώνουν [το σπίτι της] σαν σκοπιές, λες και τα ανθρώπινα όντα βρίσκονταν παγιδευμένα υπό την επιτήρηση των ζώων» (σ. 26). Υπενθυμίζοντάς μας το «πανοπτικόν» του Jeremy Bentham και τη φουκωική του ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία ο κρατούμενος καταλήγει να γίνεται ακούσιος φορέας και εγγυητής των καταπιεστικών μέτρων της εξουσίας, η συγγραφέας τοποθετεί τα κοτόπουλα στην υψηλή βαθμίδα της ιεραρχίας της ισχύος και η πρωταγωνίστρια νιώθει το ανηλεές βλέμμα της επιτήρησης των ζώων να την καταδιώκει. Το παραμορφωτικό αυτό πρίσμα που αντιστρέφει τους λογικούς όρους της καταδυνάστευσης, συντονίζεται με τα διαταραγμένα όρια μιας σουρεαλιστικής ηθικής γύρω από την αποφυγή της κρεοφαγίας, με αποτέλεσμα την εσωτερική αντινομία της Πολ: η ίδια αφενός δεν καταναλώνει κρέας, αφετέρου οδηγεί στη σφαγή τα κοτόπουλά της.

Η λειτουργία της γραφής στο σημείο αυτό αποδεικνύεται κομβικής σημασίας. Η προσπάθεια της Πολ να γνωρίσει τα άλογα κοτόπουλα που την περιβάλλουν μοιάζει να αντιβαίνει στους νόμους της λογικής. Για την ίδια, βέβαια, αποτελεί μια πράξη απεγκλωβισμού από τον διατροφικό κομφορμισμό στον οποίο φαίνεται να έχει υποταχθεί, αφού εφοδιάζει τη γύρω της περιοχή με τα κοτόπουλα της φάρμας της. Από τη στιγμή που υπακούει σε εντολές που αντίκεινται στην ατομική της συνείδηση και στις άγραφες αρχές του διατροφικού ηθικού της κώδικα, η γραφή γίνεται το μέσο μιας εκ των έσω αντίδρασης. Η σύνταξη των βιογραφιών των προς πώληση κοτόπουλων είναι ο τρόπος για να μεταβολίσει η ίδια το τραύμα του θανάτου των ζώων. Με τον τρόπο αυτό η συγγραφέας μάς θυμίζει σαρκαστικά πως ζωή και θάνατος συμπορεύονται, οι ζωοδοτικές δυνάμεις της λογοτεχνίας (ως δημιουργίας) και οι διαλυτικές δυνάμεις της σφαγής (ως καταστροφής) είναι οι όψεις του ίδιου νομίσματος: της παράλογης ανθρώπινης κατάστασης που ακροβατεί ανάμεσα στη βία και την τρυφερότητα. Η γραφή εξωραΐζει τη βία που έχει ασκηθεί πάνω στο πτώμα του κοτόπουλου και την καθιστά περισσότερο ευκολοχώνευτη και για την Πολ αλλά και για το κοινό που καταναλώνει τα εμπορεύματά της. Υπό αυτό το πρίσμα, εντείνεται ακόμη περισσότερο και η (μεταμοντερνιστική) ειρωνεία που δημιουργείται από την ηχητική ταύτιση του ονόματος της πρωταγωνίστριας (Πολ) με το αρκτικόλεξο του εκδοτικού οίκου που εξέδωσε το έργο στη Γαλλία (P.O.L.). Το στοιχείο της γραφής είναι διαρκώς παρόν ως υπενθύμιση μιας φάρσας που στήνεται εντός και εκτός του λογοτεχνικού πεδίου.

Πέρα, όμως, από τα όρια της οικολογικής σάτιρας όπου κινείται η γραφή της Rico, το μυθιστόρημά της μετατρέπεται σε ένα είδος (αντι)καπιταλιστικής διακωμώδησης και παράλληλα έμμεσης καυστικής στηλίτευσης της λογοτεχνίας «μαζικής παραγωγής». Όταν η επιχείρηση της Πολ αρχίζει να ανθεί, τα κοτόπουλά της γίνονται ανάρπαστα, η ζήτηση αυξάνεται, τα μέσα παραγωγής και θανάτωσης των ζώων πρέπει να εκσυγχρονιστούν, το αγρόκτημα να μεγαλώσει και εν τέλει όλη η αρχική σύλληψη της μικρής φάρμας που προσφέρει με νεκρολογίες κρέας περιορισμένης παραγωγής να εκβιομηχανιστεί, να εισέλθει με άλλα λόγια, στον κόσμο του ταχέως αναπτυσσόμενου καπιταλισμού. Η υποταγή στους εμπορευματικούς κανόνες της ανάγκης για επέκταση, αναπόφευκτα αλλοτριώνει το ίδιο το προϊόν. «Πόσος καιρός χρειάζεται για να γνωρίσει κανείς καλά ένα κοτόπουλο; Όταν λέει να “γνωρίσει” η Πολ εννοεί να εντοπίσει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στη συμπεριφορά του το οποίο δεν αποτελεί κοινό γνώρισμα ολόκληρης της ομάδας. […] Για τη γνωριμία χρειάζονται, κατά μέσον όρο, το λιγότερο, πέντε ώρες, κατανεμημένες σε πέντε ημέρες. Όλο αυτό για να γράψεις λίγες γραμμές που όμως κουβαλούν μνήμη» (σσ. 136-137). Όταν, όμως, υπερισχύουν οι νόμοι της αγοράς, η Πολ αδυνατεί να διαθέσει όλον αυτόν τον απαιτούμενο χρόνο, και έτσι, επαγγελματίες κειμενογράφοι προσλαμβάνονται για να αντικαταστήσουν το έργο της. Η βιομηχανοποίηση του κρέατος οδηγεί στη βιομηχανοποίηση της συγγραφικής τέχνης, με καταστρεπτικές συνέπειες. Γρήγορα μια εφημερίδα θα κατηγορήσει το εμπόρευμα της Πολ ως μια «νέα γενιά ψευδο-κουλ πουλερικών, μαζικής παραγωγής» και το εγχείρημά της ως μια «φίρμα που έγινε μοδάτη, καταφέρνοντας να ικανοποιήσει τις αυξανόμενες προσδοκίες των πάνω στρωμάτων της μεσαίας τάξης, διαμορφώνοντας μια καινούρια πολιτισμική νόρμα η οποία πλασάρεται ως ριζοσπαστική ή ως περιθωριακή» (σσ. 234-235). Τελικά, όσο και αν στον άγριο κόσμο του καπιταλισμού οι ηθικοί φραγμοί καταποντίζονται, κάποιοι επιμένουν να ξεσκεπάζουν τη διαβρωτική του ισχύ.

Το πιο βαρύ πλήγμα, ωστόσο, θα είναι το εσωτερικό, αυτό που δέχεται η ίδια η πρωταγωνίστρια. Αντιλαμβανόμενη πως έχει αλλοτριωθεί και η ίδια και από στοργική πτηνοτρόφος έχει μεταβληθεί σε μια απρόσωπη διευθύντρια ενός εμπορικού κρεοπωλείου πουλερικών λυγίζει κάτω από το βάρος της ευθύνης της: «Τα κείμενα – αφιερώματα είναι τυπωμένα μαζικά. Τα κοτόπουλα πεθαίνουν δίχως ταυτότητα. Ο χαρακτήρας τους δεν λαμβάνεται υπόψη. Έτσι, λοιπόν, μπορούμε να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Να τα αρπάξουμε και να τα χώσουμε ζωντανά σε μια σακούλα, να πολλαπλασιάσουμε τις ζωές τους, να συλήσουμε τους τάφους τους. Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια της. Δύστυχα κοτόπουλα με την ετικέτα της ζωής κάποιου άλλου κολλημένη πάνω σας. Δεν έχουν προσωπική ιστορία» (σ. 272). Η συνειδητοποίηση αυτής της σχεδόν ακούσιας μεταστροφής θα αποδειχθεί μοιραία πολλαπλώς. Το τέλος, όμως, του μυθιστορήματος δεν θα το αποκαλύψω εδώ. Πάντως, σε έναν κόσμο όπου η ηθική έχει καταστεί ένα απόλυτο εργαλείο μάρκετινγκ, η Πολ θα αναγκαστεί να καταφύγει στον χώρο του παράλογου απ’ όπου ξεκίνησε ο μίτος της μυθιστορηματικής ζωής της. Σε παράλογες εποχές, απαιτούνται παράλογες λύσεις. Όταν οι κανόνες γύρω μας καταρρέουν, η μόνη αποτελεσματική απάντηση μοιάζει συχνά να είναι μια εξίσου παρανοϊκή ή αντισυμβατική πράξη ανατροπής, την οποία πραγματώνει μέσω του μαύρου χιούμορ η ηρωίδα στο τέλος.

Στο έργο της Rico, η λογοτεχνία συναντά τον κόσμο της καπιταλιστικής παραφροσύνης και η αγάπη συναντά τη σφαγή. Μέσα από το παράδοξο εγχείρημα της Πολ, το βιβλίο μάς υπενθυμίζει ότι ζούμε σε μια εποχή που προτιμά να καταναλώνει παρά να αντιμετωπίζει την αλήθεια. Όταν τα κοτόπουλα σταματούν να τραγουδούν και συσκευάζονται σε κενό αέρος, αυτό που απομένει δεν είναι ο σεβασμός στη ζωή, αλλά ο θρίαμβος της εμπορευματοποίησης. Στον σύγχρονο κόσμο, τίποτα δεν είναι πια ιερό, αρκεί μόνο να είναι ευπώλητο.

*Ο Βασίλης Μακρυδήμας είναι Επίκουρος Καθηγητής Νέας Ελληνικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Διαβάστε επίσης:

Ο Θουκυδίδης δεν διαψεύστηκε ποτέ

Ο κόσμος στα χέρια των αρπακτικών – Οι νέοι Βοργίες της εξουσίας

Οι ζωές που δεν έζησε ο Μπορίς Παστερνάκ

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΣΑΒΒΑΤΟ 19.09.2026 08:29