Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleGiuliano da Empoli
Η ώρα των αρπακτικών
Μετάφραση: Μαρία Μαλαφέκα
Εκδόσεις: Κέδρος
Σελ.: 144
Για μερικές δεκαετίες ο δυτικός κόσμος έζησε με την ιδέα ότι είχε καταφέρει, περίπου, να διαψεύσει τον Θουκυδίδη: ότι η ισχύς μπορούσε επιτέλους να περιοριστεί από θεσμούς, κανόνες, διεθνές δίκαιο και διαδικασίες. Η πεποίθηση αυτή άντεξε όσο την ευνοούσαν οι συνθήκες. Σήμερα μοιάζει όλο και περισσότερο με μία ακόμη σύγχρονη αυταπάτη, που κατέρρευσε μόλις η ισχύς αποφάσισε να θυμηθεί την παλιά της φύση.
Οι δημοκρατικοί θεσμοί, το διεθνές δίκαιο, οι ανεξάρτητες αρχές, οι κανόνες της αγοράς, τα δικαιώματα, οι διαδικασίες και ένα πυκνό πλέγμα ελέγχων θα περιόριζαν σταδιακά την αυθαιρεσία της εξουσίας. Η Ιστορία είχε γνωρίσει αυτοκράτορες, τυράννους, πολέμαρχους και δημαγωγούς, όμως ο σύγχρονος κόσμος υποτίθεται ότι είχε βρει έναν τρόπο να τους κρατά μέσα σε ορισμένα όρια. Ο Τζουλιάνο ντα Έμπολι ξεκινά την «Ώρα των αρπακτικών» ακριβώς από την κατάρρευση αυτής της βεβαιότητας. Και η πιο ανησυχητική σκέψη τού βιβλίου του είναι ότι ίσως εκείνο που θεωρήσαμε κανονικότητα να υπήρξε απλώς μια σύντομη ιστορική παρένθεση.
Ο Ιταλοελβετός συγγραφέας και πολιτικός σύμβουλος γνωρίζει τον κόσμο για τον οποίο γράφει και από την εσωτερική του πλευρά. Έχει εργαστεί κοντά σε κυβερνήσεις και πολιτικούς ηγέτες, έχει παρακολουθήσει διεθνείς συναντήσεις, έχει κινηθεί σε χώρους όπου η πολιτική εξουσία παύει να είναι τηλεοπτική εικόνα και αποκτά τη φυσική παρουσία ανθρώπων που αποφασίζουν. Στο προηγούμενο δοκιμιακό του έργο, «Οι μηχανικοί του χάους», είχε εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο το διαδίκτυο, οι αλγόριθμοι και οι νέες τεχνικές πολιτικής επικοινωνίας αξιοποίησαν την οργή και τη δυσπιστία απέναντι στις παραδοσιακές ελίτ. Στην «Ώρα των αρπακτικών» προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Η τεχνολογία παραμένει στο κέντρο του προβλήματος, όμως τώρα συνδέεται με μια πολύ παλαιότερη δύναμη, την απροκάλυπτη επιθυμία για κυριαρχία.
Οι μορφές που περνούν από το βιβλίο είναι αρκετές για να προκαλέσουν από μόνες τους αμηχανία: Ντόναλντ Τραμπ, Βλαντίμιρ Πούτιν, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, Ναγίμπ Μπουκέλε, πολιτικοί επιχειρηματίες της νέας εποχής και δίπλα τους οι ηγεμόνες της Silicon Valley. Ο ντα Έμπολι διαβάζει αυτές τις μορφές περισσότερο με το βλέμμα του Μακιαβέλι παρά με τα εργαλεία της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης. Τον ενδιαφέρει η κίνηση του ηγεμόνα, η ικανότητά του να αιφνιδιάζει, να δημιουργεί τετελεσμένα, να παραλύει τον αντίπαλο πριν εκείνος προλάβει να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη. Ο Τραμπ, γράφει ουσιαστικά, ανήκει στην ίδια πολιτική οικογένεια με τον Καίσαρα Βοργία όχι επειδή οι δύο εποχές ή οι δύο άνδρες μπορούν να εξομοιωθούν, αλλά επειδή και οι δύο αντιλαμβάνονται ότι η επίδειξη ισχύος προηγείται συχνά της νομιμοποίησής της. Ο ίδιος ο ντα Έμπολι έχει χρησιμοποιήσει τον όρο «sidération», την έκπληξη, την αποσβολωτική επίδραση της αιφνίδιας κίνησης, ως βασικό στοιχείο αυτού του τρόπου άσκησης της εξουσίας.
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις του βιβλίου. Ο σύγχρονος δημοκρατικός κόσμος εκπαιδεύτηκε να σκέφτεται την πολιτική ως διαδικασία. Το «αρπακτικό» τη σκέφτεται ως τετελεσμένο γεγονός. Όσο οι θεσμοί συζητούν αν κάτι επιτρέπεται, εκείνος το έχει ήδη κάνει. Όσο οι νομικοί εξετάζουν τα όρια της αρμοδιότητάς του, εκείνος έχει μετακινήσει τα όρια. Όσο οι αντίπαλοί του αναζητούν την κατάλληλη απάντηση, εκείνος έχει δημιουργήσει το επόμενο επεισόδιο. Η παραβίαση παύει έτσι να αποτελεί απλώς συνέπεια της αυθαιρεσίας και γίνεται πολιτική μέθοδος. Δεν χρειάζεται πάντοτε να κερδίσει ο παραβάτης τη σύγκρουση. Αρκεί να υποχρεώνει όλους τους υπόλοιπους να παίζουν σε ένα γήπεδο του οποίου εκείνος μετακινεί συνεχώς τις γραμμές.
Ο ντα Έμπολι περιγράφει το περιστατικό του Ritz-Carlton στο Ριάντ, όταν το 2017 δεκάδες Σαουδάραβες πρίγκιπες, υπουργοί και επιχειρηματίες συγκεντρώθηκαν, κρατήθηκαν και ανακρίθηκαν στο πλαίσιο της λεγόμενης εκστρατείας κατά της διαφθοράς του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Για τον συγγραφέα, η σκηνή δείχνει πώς ένας νέος ηγεμόνας επιβάλλει εν μία νυκτί μια νέα πραγματικότητα. Πρώτα επιβάλλει την ισχύ του και ύστερα αφήνει τους άλλους να αναζητήσουν την εξήγηση και τους κανόνες της. Όταν οι υπόλοιποι αρχίσουν να αναρωτιούνται ποιοι κανόνες ισχύουν, το βασικό μήνυμα έχει ήδη φτάσει στον προορισμό του: ο κανόνας είναι αυτός που μπορεί να επιβάλει εκείνος που έχει τη δύναμη.
Αν το βιβλίο σταματούσε εδώ, θα ήταν ένα καλογραμμένο σύγχρονο εγχειρίδιο μακιαβελικής πολιτικής. Η πιο ενδιαφέρουσα συμβολή του συγγραφέα βρίσκεται στη συνάντηση αυτής της αρχαίας λογικής της ισχύος με τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία. Οι Βοργίες είχαν στρατούς, αυλές, κατασκόπους και δημίους. Οι σημερινοί διεκδικητές της εξουσίας διαθέτουν επιπλέον πλατφόρμες ικανές να γνωρίζουν εκατομμύρια ανθρώπους καλύτερα απ’ όσο τους γνώριζε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα στο παρελθόν. Διαθέτουν μηχανισμούς που μπορούν να εντοπίζουν φόβους, θυμούς, προκαταλήψεις και επιθυμίες, να δοκιμάζουν μηνύματα πάνω τους και να τα προσαρμόζουν σε πραγματικό χρόνο. Η πολιτική προπαγάνδα υπήρξε πάντοτε τέχνη των ισχυρών. Η διαφορά βρίσκεται πλέον στην ταχύτητα, στην κλίμακα και κυρίως στην ακρίβεια με την οποία μπορεί αυτή να εξατομικευθεί.
Γι’ αυτό η συμμαχία ανάμεσα στα νέα πολιτικά αρπακτικά και στους «άρχοντες της τεχνολογίας» βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου. Για τον ντα Έμπολι, οι μεγιστάνες του ψηφιακού κόσμου ενσαρκώνουν μια ιδιαίτερη αντίληψη για την εξουσία, την ταχύτητα και τον έλεγχο. Η λέξη «disruption», η ανατροπή ή βίαιη διατάραξη ενός καθιερωμένου τρόπου λειτουργίας, παρουσιάστηκε για χρόνια ως σχεδόν μαγική υπόσχεση προόδου. Στην πολιτική, όμως, αποκτά πολύ διαφορετική σημασία. Αυτό που στον επιχειρηματικό κόσμο ονομάστηκε δημιουργική ανατροπή μπορεί, όταν μεταφερθεί στους θεσμούς, να σημαίνει διάλυση κανόνων, απαξίωση διαδικασιών και περιφρόνηση κάθε ελέγχου που θεωρείται εμπόδιο στην ταχύτητα. Η κουλτούρα της Silicon Valley, που εξυμνούσε την ταχύτητα και την ανατροπή των καθιερωμένων δομών, συναντά έτσι μια πολιτική αντίληψη που βλέπει τους θεσμούς και τους κανόνες κυρίως ως εμπόδια στην άσκηση ισχύος. Η συγγένεια είναι ουσιαστική.
Εδώ ο ντα Έμπολι προσθέτει ένα στοιχείο που κάνει το βιβλίο του πιο ενδιαφέρον από μια εύκολη καταγγελία του Τραμπ ή της Silicon Valley. Αναγνωρίζει την ευθύνη εκείνων που σήμερα εμφανίζονται ως υπερασπιστές της παλιάς δημοκρατικής τάξης. Ο ίδιος υπήρξε κάποτε αισιόδοξος απέναντι στην ψηφιακή επανάσταση. Η ευρωπαϊκή και αμερικανική προοδευτική πολιτική αντιμετώπισε για χρόνια τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες σαν φορείς εκσυγχρονισμού. Η καμπάνια του Μπαράκ Ομπάμα το 2012 χαιρετίστηκε ως θρίαμβος της έξυπνης χρήσης δεδομένων και της εξατομικευμένης πολιτικής επικοινωνίας. Οι ίδιες τεχνικές, όταν πέρασαν σε άλλα χέρια και χρησιμοποιήθηκαν για διαφορετικούς σκοπούς, άρχισαν να περιγράφονται ως απειλή για τη δημοκρατία. Ο ντα Έμπολι έχει δίκιο να επιμένει σε αυτή την αμηχανία. Τα εργαλεία δεν εμφανίστηκαν μαζί με τους ανθρώπους που σήμερα φοβόμαστε. Κατασκευάστηκαν, νομιμοποιήθηκαν και γιγαντώθηκαν την εποχή κατά την οποία ένα σημαντικό τμήμα των δυτικών ελίτ πίστευε ότι βρισκόταν στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.
Σε αυτό το σημείο η «Ώρα των αρπακτικών» αγγίζει το πιο σοβαρό πολιτικό ερώτημά της. Τα αρπακτικά δεν εμφανίστηκαν σε μιαν υγιή δημοκρατική κοινωνία και την κατέλαβαν αιφνιδιαστικά. Βρήκαν κοινωνίες κουρασμένες από τους θεσμούς τους, πολίτες που είχαν πάψει να πιστεύουν ότι οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους, δημόσιο λόγο όπου η ηθική επίδειξη συχνά υποκαθιστούσε την πολιτική αποτελεσματικότητα και ελίτ που δυσκολεύονταν να καταλάβουν πόσο απομακρυσμένες ήταν πλέον από μεγάλα τμήματα των κοινωνιών τους. Η σκηνή που αφηγείται ο ντα Έμπολι από ένα δείπνο της «Obama Foundation» στο Σικάγο, όπου η συζήτηση περιστρεφόταν μεταξύ άλλων γύρω από το βιολογικό μποστάνι της Μισέλ Ομπάμα, αποκτά για τον ίδιο σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα. Εκεί όπου μια τάξη ανθρώπων έβλεπε πολιτισμό, ευαισθησία και πρόοδο, κάποιος άλλος μπορούσε να δει κοινωνική απόσταση, εφησυχασμό και μια ελίτ όλο και περισσότερο κλεισμένη στον δικό της κόσμο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λαϊκισμός δικαιώνεται από τα λάθη των αντιπάλων του. Σημαίνει κάτι δυσκολότερο: ότι η πολιτική εξουσία σπάνια καταλαμβάνει έναν χώρο στον οποίο δεν έχει προηγουμένως δημιουργηθεί κενό. Η αγανάκτηση δεν εφευρέθηκε από τους αλγορίθμους. Οι αλγόριθμοι την εντόπισαν, την ενίσχυσαν, την κατεύθυναν και την έκαναν κερδοφόρα. Η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς δεν γεννήθηκε στο Facebook ή στο X. Εκεί βρήκε όμως τον μηχανισμό που μπορούσε να τη μετατρέψει σε μόνιμη κατάσταση πολιτικής κινητοποίησης. Η διάκριση είναι κρίσιμη, επειδή διαφορετικά φτάνουμε στην παρήγορη εξήγηση ότι οι δημοκρατίες υπήρξαν απλώς θύματα μιας τεχνολογικής συνωμοσίας. Ο ντα Έμπολι υποψιάζεται ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο δυσάρεστα.
Το βιβλίο έχει ωστόσο και ένα εμφανές όριο. Ο συγγραφέας είναι τόσο καλός στην κατασκευή σκηνών, ώστε κάποτε η δύναμή τους υποκαθιστά την ανάγκη της απόδειξης. Ο αναγνώστης περνά με εντυπωσιακή ταχύτητα από τον Μακιαβέλι στον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, από τον Μοντεζούμα στη Silicon Valley, από τον Τραμπ στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Οι αναλογίες είναι συχνά λαμπρές και σχεδόν πάντοτε υποβλητικές. Μένει όμως το ερώτημα αν όλες αντέχουν στην ιστορική εξέταση. Ο Καίσαρας Βοργίας, ένας εκλεγμένος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ένας απόλυτος μονάρχης της Αραβικής Χερσονήσου και ένας δισεκατομμυριούχος της τεχνολογίας μπορούν να παρουσιάζουν κοινές συμπεριφορές απέναντι στην ισχύ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτελούν εκφράσεις του ίδιου πολιτικού φαινομένου.
Ο ντα Έμπολι το γνωρίζει και κατά κάποιον τρόπο το έχει επιλέξει. Το βιβλίο του δηλώνει εξαρχής την προτίμησή του στις εικόνες και στις σκηνές περισσότερο από τη συστηματική θεωρητική κατασκευή. Γράφει σαν χρονικογράφος που βρίσκεται αρκετά κοντά στα γεγονότα ώστε να συλλαμβάνει την έντασή τους και αρκετά μακριά ώστε να αναγνωρίζει παλαιότερα ιστορικά σχήματα. Όταν πετυχαίνει, μια σκηνή, αποκαλύπτει περισσότερα από πολλές σελίδες πολιτικής ορολογίας. Όταν η αναλογία παρασύρει το επιχείρημα, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι έχει πειστεί από την αφήγηση πριν προλάβει να εξετάσει τα στοιχεία.
Ίσως όμως ένα βιβλίο αυτού του είδους να κρίνεται κυρίως από τα ερωτήματα που θέτει. Και η «Ώρα των αρπακτικών» μας φέρνει μπροστά σε ένα από τα δυσκολότερα. Επί δεκαετίες ο φιλελεύθερος δημοκρατικός κόσμος θεώρησε ότι η δύναμή του βρισκόταν στους περιορισμούς που επέβαλλε στον εαυτό του. Στους νόμους, στις ανεξάρτητες αρχές, στους ελέγχους, στις διαδικασίες, στον σεβασμό των μειοψηφιών, στην προβλεψιμότητα των θεσμών. Αυτά εξακολουθούν να αποτελούν τον πολιτισμικό πυρήνα της δημοκρατίας. Τι συμβαίνει όμως όταν απέναντί της βρίσκεται κάποιος που θεωρεί όλους αυτούς τους περιορισμούς αποδείξεις αδυναμίας;
Η εύκολη απάντηση θα ήταν να γίνουν και οι δημοκρατίες περισσότερο αρπακτικές. Θα ήταν και η αρχή της ήττας τους, επειδή θα έπρεπε να εγκαταλείψουν ακριβώς εκείνα που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται. Η δυσκολότερη απάντηση είναι να ξαναβρούν την ικανότητα να ασκούν ισχύ χωρίς να παραιτούνται από τους κανόνες τους. Να αποδείξουν ότι οι θεσμοί δεν είναι συνώνυμο της ακινησίας, ότι ο νόμος δεν συνεπάγεται αδυναμία, ότι η δημοκρατία μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις και να τις επιβάλει. Ο ντα Έμπολι αφήνει το ερώτημα ανοιχτό, και ίσως ορθά, γιατί η ίδια η διάγνωση αρκεί για να δείξει το μέγεθος του προβλήματος.
Η «Ώρα των αρπακτικών» αφήνει τελικά την αίσθηση ότι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας δεν είναι η επιστροφή κάποιων παλιών τεράτων. Είναι η ταχύτητα με την οποία ένας κόσμος που θεωρούσε ορισμένους κανόνες αυτονόητους ανακαλύπτει ότι ήταν αυτονόητοι μόνο όσο αρκετοί άνθρωποι είχαν συμφέρον να τους σέβονται. Οι νέοι ηγεμόνες κατάλαβαν αυτή την αλλαγή νωρίτερα από τους αντιπάλους τους. Κατάλαβαν τη δύναμη του αιφνιδιασμού, της υπερβολής, της διαρκούς σύγκρουσης και του ψηφιακού θορύβου. Κατάλαβαν ακόμη ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας είχε κουραστεί να ακούει πως κάθε διαδικασία είναι ιερή, ιδιαίτερα όταν το αποτέλεσμά της έμοιαζε να μην αλλάζει τίποτε στη ζωή του.
Ο ντα Έμπολι δεν μας λέει ότι η εποχή των αρπακτικών είναι αναπόφευκτη. Μας προειδοποιεί ότι έχει ήδη αρχίσει. Και η αξία του βιβλίου βρίσκεται κυρίως στο ότι αναγκάζει τον αναγνώστη να εγκαταλείψει μια βολική βεβαιότητα: πως αρκεί να υπερασπιστεί κανείς τους κανόνες για να σωθεί ο κόσμος που οικοδομήθηκε πάνω τους. Οι κανόνες επιβιώνουν όταν υπάρχει πίσω τους πολιτική βούληση, κοινωνική εμπιστοσύνη και, όταν χρειάζεται, δύναμη. Χωρίς αυτά, παραμένουν κείμενα που τα αρπακτικά διαβάζουν, αν τα διαβάζουν, μόνο για να μάθουν πού ακριβώς βρίσκονται τα όρια που πρόκειται να παραβιάσουν…
Διαβάστε επίσης:
Οι ζωές που δεν έζησε ο Μπορίς Παστερνάκ
Γιατί κάθε μεγάλη πόλη έχει το βιβλίο της
Οι πιο όμορφες βιβλιοθήκες του κόσμου
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.