Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΤο τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τα Εξάρχεια σηματοδοτεί το οριστικό κλείσιμο της ιστορικής «Μουριάς» (συμβολή των οδών Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου).
Ενός καφενείου το οποίο λειτουργεί από το 1915 και υπήρξε σημείο συνάντησης συγγραφέων, καλλιτεχνών, ποιητών, πολιτικών και ανθρώπων της αθηναϊκής διανόησης.

Το λουκέτο στο εμβληματικό στέκι της οδού Καλλιδρομίου γίνεται αντικείμενο εκτενούς αφιερώματος του βρετανικού Guardian, ο οποίος συνδέει την εξέλιξη με τη ραγδαία αλλαγή του χαρακτήρα της περιοχής, εξαιτίας της τουριστικής ανάπτυξης και της αύξησης των επενδύσεων σε ακίνητα.
Σε ανταπόκρισή της από την Αθήνα, η δημοσιογράφος Helena Smith περιγράφει πώς ένα καφενείο που για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες φιλοξενούσε διαφορετικές γενιές Αθηναίων ετοιμάζεται να κλείσει οριστικά τις πόρτες του, την Κυριακή 1η Νοεμβρίου.
Η εξέλιξη έρχεται μετά τη λήξη της μίσθωσης του ακινήτου το περασμένο καλοκαίρι και την απόφαση των ιδιοκτητών να μην ανανεώσουν το συμβόλαιο.
Για τους θαμώνες του, ωστόσο, η απώλεια δεν αφορά απλώς ένα ακόμη κατάστημα εστίασης. Συμβολίζει τη σταδιακή εξαφάνιση χώρων που συνδέθηκαν με τη συλλογική μνήμη, τις κοινωνικές σχέσεις και την ιδιαίτερη ταυτότητα των Εξαρχείων.
Εδώ και 44 χρόνια, ο Χρήστος Βανάς βρίσκεται πίσω από τη λειτουργία της «Μουριάς», υποδεχόμενος καθημερινά ένα ετερόκλητο κοινό από λογοτέχνες και καλλιτέχνες μέχρι γιατρούς, δικηγόρους, πολιτικούς και ανθρώπους της Αριστεράς.
Πρώην σερβιτόρος ο ίδιος, διατηρεί όλα αυτά τα χρόνια μια απαράλλακτη καθημερινή συνήθεια.
Κάθε πρωί, στις 7 ακριβώς, είναι ο πρώτος που μπαίνει στο καφενείο, ανοίγοντας τον χώρο πριν ακόμη πιει τον δικό του καφέ.
Η μόνη εξαίρεση είναι τα Σάββατα.
Όπως εξηγεί στον Guardian η κόρη του, Αρετή, εκείνη την ημέρα ο πατέρας της βρίσκεται στο κατάστημα ήδη από τις 5 τα ξημερώματα, προσφέροντας τσίπουρο και άλλα ποτά στους ανθρώπους που στήνουν τους πάγκους της λαϊκής αγοράς.
Η συνήθεια αυτή αποτελεί μέρος της καθημερινότητας της γειτονιάς, η οποία επί δεκαετίες διατηρούσε έναν ιδιαίτερο κοινωνικό χαρακτήρα.
Όμως το φετινό Σαββατοκύριακο θα είναι το τελευταίο.
Έπειτα από μια αποχαιρετιστήρια συγκέντρωση που αναμένεται να διαρκέσει μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, οι μεγάλες σιδερένιες πόρτες του καφενείου με το χαρακτηριστικό μωσαϊκό δάπεδο θα κλείσουν οριστικά.
Για τους παλιούς θαμώνες, η είδηση του κλεισίματος έχει έντονο συναισθηματικό βάρος.
Ο Νώντας Παπαγιάννης, συνταξιούχος δικηγόρος που επισκέπτεται τη «Μουριά» σχεδόν καθημερινά εδώ και 20 χρόνια, περιγράφει στον Guardian την απώλεια σαν τον θάνατο ενός φίλου.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στα Εξάρχεια, ο 70χρονος έχει συνδέσει μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς του με το συγκεκριμένο καφενείο.
Τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα, λίγο μετά το μεσημέρι, βρίσκεται στο αγαπημένο του στέκι.
Όπως επισημαίνει, το κλείσιμο αποτελεί ακόμη μία αλλαγή στη γειτονιά, αλλά και μία πρόσθετη απώλεια σε μια Ελλάδα που, κατά την άποψή του, μεταμορφώνεται χάνοντας στοιχεία της παλιάς της φυσιογνωμίας.
Ανάμεσα στους σταθερούς θαμώνες βρίσκεται και ο 83χρονος ηθοποιός Στέλιος Γούτης, με καριέρα άνω των έξι δεκαετιών στο θέατρο.
Ο ηθοποιός, που έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό και μέσα από τον ρόλο του παπα-Τριαντάφυλλου στην τηλεοπτική σειρά «Το καφέ της Χαράς», εξηγεί τη σημασία των παραδοσιακών καφενείων για την ελληνική καθημερινότητα.
Καθισμένος σε ένα από τα μαρμάρινα τραπέζια της «Μουριάς», περιγράφει την επίσκεψη στο καφενείο ως μια μορφή χαλάρωσης και ψυχοθεραπείας.
Είναι ο χώρος, όπως λέει, όπου μπορεί κάποιος να περάσει μετά τη δουλειά, να πιει ένα ή δύο τσίπουρα, να συναντήσει φίλους είτε έχει κανονίσει μαζί τους είτε όχι και να αφήσει πίσω τις πιέσεις της καθημερινότητας.
Όταν το καφενείο κλείσει, θα παραμείνει μια ανάμνηση όμορφων στιγμών, αλλά και μια αισθητή απώλεια.
Το κλείσιμο του ιστορικού καφενείου προκάλεσε κινητοποίηση κατοίκων και θαμώνων, οι οποίοι προσπάθησαν να αποτρέψουν την εξέλιξη.
Περίπου 7.500 άνθρωποι υπέγραψαν διαδικτυακό αίτημα προς το υπουργείο Πολιτισμού, ζητώντας να χαρακτηριστεί η «Μουριά» προστατευόμενο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η πρωτοβουλία ξεκίνησε όταν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου γνωστοποίησαν ότι δεν προτίθενται να ανανεώσουν τη μίσθωση.
Ωστόσο, το υπουργείο Πολιτισμού δεν παρενέβη, με αποτέλεσμα το καφενείο να οδηγείται σε οριστικό κλείσιμο.
Για όσους συμμετείχαν στην προσπάθεια διάσωσης, το ζήτημα ξεπερνούσε την τύχη μιας επιχείρησης. Αφορούσε τη διατήρηση ενός χώρου που συνδέθηκε με την ιστορία των Εξαρχείων και τη συλλογική ζωή της περιοχής.
Στο δημοσίευμά του, ο Guardian αφιερώνει σημαντικό μέρος στην αλλαγή που συντελείται στα Εξάρχεια, μια περιοχή που παραδοσιακά έχει ταυτιστεί με την Αριστερά, τον αντιεξουσιαστικό χώρο, την πολιτική αμφισβήτηση και τα κοινωνικά κινήματα.
Η ιστορική φυσιογνωμία της γειτονιάς συνδέεται με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973, η οποία άφησε πίσω της νεκρούς και αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός στην πορεία προς την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974.
Η βρετανική εφημερίδα σημειώνει ότι η ιδιαίτερη ταυτότητα των Εξαρχείων βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τις πιέσεις της τουριστικής ανάπτυξης και της αγοράς ακινήτων.
Καθώς ο αριθμός των τουριστών που επισκέπτονται την Αθήνα έχει υπερδιπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, η περιοχή με τα στενά δρομάκια και τους τοίχους γεμάτους γκράφιτι προσελκύει ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον από επενδυτές.
Νέες επιχειρήσεις ανοίγουν με βασικό κοινό τους ξένους επισκέπτες, ενώ κατοικίες και παλαιότερα κτίρια μετατρέπονται σε τουριστικά καταλύματα και διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Το φαινόμενο του εξευγενισμού των αστικών περιοχών, γνωστό διεθνώς ως gentrification, αλλάζει σταδιακά την εμπορική και κοινωνική σύνθεση της γειτονιάς.
Η Αρετή Βανά περιγράφει στον Guardian τη «Μουριά» ως ένα από τα τελευταία στέκια που αντιστάθηκαν στην εμπορική μεταμόρφωση των Εξαρχείων.
«Ήμασταν σαν το τελευταίο οχυρό εδώ», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, η οικογένεια επέλεξε συνειδητά να μη μεταβάλει τον χαρακτήρα της επιχείρησης, παρά τις αλλαγές που συντελούνταν γύρω της.
Το μενού παρέμεινε το ίδιο, οι τιμές δεν αυξήθηκαν και το καφενείο δεν άρχισε να σερβίρει Aperol spritz ή καφέ λάτε, προϊόντα που έχουν καθιερωθεί σε πολλές από τις νεότερες επιχειρήσεις εστίασης.
Η επιλογή αυτή συνδεόταν, σύμφωνα με την ίδια, με την προσπάθεια διατήρησης της αυθεντικότητας και της νοσταλγίας που χαρακτήριζαν τον χώρο.
Η οικογένεια, όπως τονίζει, αποχωρεί με το κεφάλι ψηλά.
Η Αρετή εκφράζει παράλληλα την απογοήτευσή της για τη μεταμόρφωση της γειτονιάς στην οποία μεγάλωσε.
Πλέον, όπως λέει, όπου κι αν κοιτάξει κανείς, βλέπει νέα καταστήματα με αγγλικές επιγραφές και κτίρια που έχουν μετατραπεί σε πολυτελή διαμερίσματα ή καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Η αίσθηση της ιδιαίτερης τοπικής ταυτότητας υποχωρεί, με αποτέλεσμα η περιοχή να μοιάζει όλο και περισσότερο με οποιονδήποτε άλλο τουριστικό προορισμό.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές αλλαγές, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είναι η εμπορική αξιοποίηση ακόμη και της πολιτικής ιστορίας των Εξαρχείων.
Τουριστικές πλατφόρμες άρχισαν να διαφημίζουν οργανωμένες περιηγήσεις σε στέκια που παραδοσιακά συνδέθηκαν με αριστερές και αντιεξουσιαστικές ομάδες.
Η Αρετή αναφέρει ότι ομάδες επισκεπτών έχουν εμφανιστεί ακόμη και έξω από το καφενείο, στο πλαίσιο τέτοιων περιηγήσεων.
Για αρκετούς κατοίκους, αυτή η εξέλιξη θεωρείται ενδεικτική της μετατροπής της ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής σε τουριστικό προϊόν.
Χώροι που κάποτε λειτουργούσαν ως σημεία καθημερινής συνάντησης και πολιτικής συζήτησης αντιμετωπίζονται πλέον ως αξιοθέατα.
Ο Guardian επισημαίνει ότι η περίπτωση της «Μουριάς» δεν είναι μεμονωμένη.
Το κλείσιμό της εντάσσεται στη γενικότερη υποχώρηση των παραδοσιακών καφενείων στην Ελλάδα, παρότι τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί εντυπωσιακά ο αριθμός των σύγχρονων επιχειρήσεων καφέ.
Η εξάπλωση των καταστημάτων τρίτου κύματος, των ιταλικού τύπου καφέ και των νέων αλυσίδων έχει δημιουργήσει την εικόνα μιας χώρας με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη «οικονομία του καφέ».
Ωστόσο, την ίδια στιγμή, τα παραδοσιακά καφενεία που επί δεκαετίες αποτελούσαν το κέντρο της κοινωνικής ζωής εξαφανίζονται.
Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στην ελληνική περιφέρεια, όπου το κλείσιμο των καφενείων συνδέεται και με τη δημογραφική συρρίκνωση των χωριών.
Σε πολλές περιπτώσεις, η απώλεια ενός καφενείου σημαίνει και την εξαφάνιση ενός από τους τελευταίους χώρους κοινωνικής συναναστροφής.
Στο αφιέρωμα εξετάζεται επίσης η αντιπαράθεση γύρω από την κατασκευή του σταθμού Μετρό στην πλατεία Εξαρχείων.
Η κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι το έργο θα συμβάλει στην αναβάθμιση και στην καλύτερη εξυπηρέτηση της περιοχής.
Ωστόσο, κάτοικοι και συλλογικότητες έχουν αντιδράσει, θεωρώντας ότι η παρέμβαση αλλοιώνει τον χαρακτήρα της γειτονιάς και περιορίζει τον δημόσιο χώρο.
Σύμφωνα με τον Guardian, η κατασκευή του σταθμού συνοδεύτηκε από αυξημένη αστυνομική παρουσία και στέρησε από τους κατοίκους τον βασικό ανοιχτό χώρο συγκέντρωσης στην περιοχή.
Οι αντιδράσεις συνδέονται με την ευρύτερη συζήτηση για το μέλλον των Εξαρχείων και τη διατήρηση της ιστορικής τους φυσιογνωμίας.
Ο Νίκος Σουλιώτης, κοινωνιολόγος στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, υποστηρίζει ότι η περίπτωση των Εξαρχείων μπορεί να αναλυθεί μέσα από την έννοια της «εκδικητικής πόλης».
Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιείται στην αστική κοινωνιολογία για να περιγράψει πολιτικές και διαδικασίες αναδιαμόρφωσης του αστικού χώρου, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στον εκτοπισμό υφιστάμενων κοινωνικών ομάδων.
Κατά τον κοινωνιολόγο, οι κρατικές παρεμβάσεις στην περιοχή αποσκοπούν στην επιβολή κοινωνικής πειθαρχίας και ελέγχου.
Ο ίδιος εκτιμά ότι η κινητοποίηση για τη διάσωση της «Μουριάς» δεν αφορά μόνο το καφενείο, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια υπεράσπισης της ταυτότητας και του τρόπου ζωής της γειτονιάς.
Πρόκειται για μια ερμηνεία που αποτυπώνει τις απόψεις μέρους των κατοίκων και των ερευνητών σχετικά με τις αλλαγές στην περιοχή.
Ανάλογη είναι η εκτίμηση της Μαρίας Τσάμπρα, παλιάς θαμώνα της «Μουριάς» και πρώην εργαζόμενης στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».
Απολαμβάνοντας έναν από τους τελευταίους μεζέδες της στο ιστορικό καφενείο, επισημαίνει στον Guardian ότι το κλείσιμο συνδέεται με κάτι βαθύτερο από την απώλεια ενός καταστήματος.
Κατά την άποψή της, αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας που οδηγεί στη διαγραφή της συλλογικής μνήμης, καθώς η περιοχή αλλάζει με βασικό κριτήριο το οικονομικό όφελος.
Η ίδια θεωρεί ότι επιχειρείται αναθεώρηση της ιστορίας και μεταβολή του χαρακτήρα μιας γειτονιάς που διατήρησε επί δεκαετίες ισχυρή πολιτική και κοινωνική ταυτότητα.
Ωστόσο, δηλώνει βέβαιη ότι οι μνήμες και οι εμπειρίες που συνδέθηκαν με τη «Μουριά» δεν πρόκειται να εξαφανιστούν.
Για τους ανθρώπους που πέρασαν από τα τραπέζια της, το ιστορικό καφενείο υπήρξε καταφύγιο, τόπος συζητήσεων, διαφωνιών, φιλίας και καθημερινής συντροφιάς.
Και μπορεί οι πόρτες του να κλείνουν οριστικά, όμως, όπως επισημαίνουν οι παλιοί θαμώνες του, η θέση του στην ιστορία των Εξαρχείων θα παραμείνει ζωντανή.
Διαβάστε επίσης:
Άγρια δολοφονία στη Μάνη: Πυροβόλησε θανάσιμα τον 57χρονο αδελφό του για τα κτήματα
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.