12/12/2018 12:07:45

Φίλης στο «Π»: Καθαρή ρύθμιση των σχέσεων με την Εκκλησία, όχι σε μεσοβέζικες λύσεις και γαλαντομίες

Φίλης στο «Π»: Καθαρή ρύθμιση των σχέσεων με την Εκκλησία, όχι σε μεσοβέζικες λύσεις και γαλαντομίες - Media

 

Το στέλεχος και πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει στο topontiki.gr για όλα τα μεγάλα θέματα της επικαιρότητας: την Εκκλησία και τη συμφωνία της με την κυβέρνηση, τη συνταγματική αναθεώρηση, τα στοιχήματα της κυβέρνησης, τις συμμαχίες του ΣΥΡΙΖΑ και τις πολιτικές προτεραιότητες, τις εκλογές, τις ευρωεκλογές, την ΕΡΤ, την Αριστερά και την Άκρα Δεξιά στην Ευρώπη.

Συνέντευξη στον Σταύρο Χριστακόπουλο και τη Μαρία Μητσοπούλου

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Όταν έρθει για κύρωση η συμφωνία των Πρεσπών, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες έχουν δηλώσει ότι θ’ αποχωρήσουν από την κυβέρνηση, κάτι που οδηγεί σε σενάρια κυβέρνησης μειοψηφίας – ενδεχομένως με τους ΑΝΕΛΛ να ψηφίζουν νομοσχέδια – ή μια κυβέρνηση με κοινοβουλευτικά μπαλώματα. Πιστεύετε ότι κάποιο από αυτά τα σενάρια μπορεί πολιτικά να σταθεί μέχρι τον Οκτώβριο; Κι επιπλέον, καθώς υπάρχουν οι ευρωεκλογές τον Μάιο, έχει νόημα η κυβέρνηση να περιμένει μέχρι τον Οκτώβριο για εκλογές;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Δεν θέλω να προκαταλάβω τις εξελίξεις, παρ’ ότι έχουμε μερικές ενδείξεις. Πράγματι οι ΑΝΕΛΛ έχουν πει ότι δεν θα ψηφίσουν τη συμφωνία και το πιθανότερο είναι να φύγουν κι από την κυβέρνηση. Έχουν πει όμως ότι δεν θα ρίξουν την κυβέρνηση. Αν δεν αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους οι ΑΝΕΛΛ, δεν θα έχουμε κυβέρνηση μειοψηφίας, αλλά κυβέρνηση που διαθέτει δεδηλωμένη.

«Για την κυβέρνηση το καλύτερο

είναι να ολοκληρώσει την τετραετία.

Από εκεί και πέρα, επειδή η πολιτική

έχει απρόβλεπτα, υπάρχει και ο Μάιος»

Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας για τη συμφωνία πιστεύω ότι θα εκδηλωθούν κι άλλες πολιτικές διαθεσιμότητες για να υπάρξει μια επιβεβαίωση της πολιτικής σταθερότητας είτε από μεμονωμένους βουλευτές είτε πιθανώς κι από κάποιες άλλες ομάδες. Αλλά έχει μεγάλη σημασία το να μπορέσει αυτή η κυβέρνηση να φέρει εις πέρας τέσσερις στόχους που έχει θέσει:

● Ο πρώτος στόχος είναι να ψηφιστεί η συμφωνία των Πρεσπών. Και θα ψηφιστεί.

● Ο δεύτερος στόχος είναι να προχωρήσει η συνταγματική αναθεώρηση. Και θα προχωρήσει.

● Ο τρίτος στόχος είναι να προχωρήσει η διερεύνηση των περιπτώσεων διαφθοράς, κάτι που δεν αφορά την κυβέρνηση, αλλά τη Δικαιοσύνη. Η κυβέρνηση όμως οφείλει, με βάση συνταγματικές προβλέψεις, να δώσει τη δυνατότητα αυτής της διερεύνησης και να μην υπάρξουν πολιτικές ανακατατάξεις που να εμποδίσουν τη διερεύνηση των υποθέσεων διαφθοράς.

● Και ο τέταρτος στόχος – θα έλεγα πρώτος από άποψη σοβαρότητας – είναι ο κόσμος που επί πέντε χρόνια έχει νιώσει στο πετσί του τις αδικίες των μνημονίων να μπορέσει να δει βελτίωση, ν’ απολαύσει το ότι βγαίνουμε από τη δανειακή σύμβαση. Υπάρχει μια τάση μικρής αλλά ποιοτικά σημαντικής οικονομικής ανάκαμψης. Ήρθε η στιγμή να έχει μια αντιπαροχή ο λαϊκός κόσμος για όσα υπέστη, αλλά και οι μεσαίοι, που έχουν κι αυτοί υποστεί όσα γνωρίζετε.

Είναι προφανές ότι υπάρχουν στην Ελλάδα δυνάμεις που δεν θέλουν τίποτε απ’ όλα αυτά να γίνει. Είναι η συντηρητική παράταξη στη χώρα μας, η ηγεσία της αλλά και όσοι αισθάνονται ότι μπορεί να είναι υπόλογοι για διάφορες περιπτώσεις. Είναι μια συμπαράταξη πολλών πολιτικών παραγόντων. Και είναι μια σκληρή μάχη, την οποία σήμερα η κυβέρνηση προσπαθεί να κερδίσει όπως κέρδισε και την πρώτη μάχη: να είναι κυβέρνηση τετραετίας και όχι μια παρένθεση εξαμήνου.

Για την κυβέρνηση το καλύτερο είναι να ολοκληρώσει την τετραετία. Από εκεί και πέρα, επειδή η πολιτική έχει απρόβλεπτα, υπάρχει και ο Μάιος. Πιστεύω ότι επί του παρόντος δεν χρειάζεται να σκεφτόμαστε τις εκλογές τον Μάιο, αλλά υπάρχει και αυτή η δημοκρατική διέξοδος. Αν με ρωτάτε αν μπορεί να πάει μια κυβέρνηση χωρίς σύγκλιση πολιτικών δυνάμεων μέχρι τον Οκτώβριο, κι αυτό έχει προϋποθέσεις, απαντώ: και μπορεί και δεν μπορεί. Γι’ αυτό δεν θέλω να προκαταλάβω τις πολιτικές εξελίξεις.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε συνέντευξή σας στην «Εποχή» μιλήσατε για «ανοιχτή πληγή με τους ΑΝΕΛΛ». Βλέποντας σήμερα τις σκληρές θέσεις και την πολεμική κατά του ΣΥΡΙΖΑ από σειρά πρωτοκλασάτων στελεχών του ΚΙΝΑΛΛ και του Ποταμιού, θεωρείτε ότι μια κυβερνητική συνεργασία με δυνάμεις του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς θα ήταν εξίσου σταθερή με αυτήν που έκανε τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛΛ;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Πιστεύω ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να συγκροτούνται με νωπή τη λαϊκή εντολή και να ολοκληρώνουν το έργο που αναλαμβάνουν στη Βουλή.

«Τελείωσαν οι αναγκαστικές

συμφωνίες, όπως αυτή με τους ΑΝΕΛΛ,

να συζητήσουμε για

μετεκλογικές συγκλίσεις»

Με αυτή την έννοια δεν πιστεύω ότι είναι στιγμή για να φτιάξουμε τώρα στρατηγικού χαρακτήρα κυβερνητικές συγκλίσεις μέχρι τις εκλογές. Είναι όμως η ώρα να συζητήσουμε τη δυνατότητα μετεκλογικών – αναλόγως του συσχετισμού δύναμης που θα προκύψει από τις εκλογές – προγραμματικών συγκλίσεων.

Τελείωσαν οι αναγκαστικές συμφωνίες, όπως υπήρξε αυτή με τους ΑΝΕΛΛ. Αυτό είναι άλλη φάση. Έχουμε βγει από τις δανειακές συμβάσεις και πρέπει να επανέλθουμε σε μια κανονικότητα, σε μια ευρωπαϊκή κανονικότητα. Τώρα που φαίνεται να τελειώνει η φάση της περιβόητης σοσιαλφιλελεύθερης συναίνεσης και να περνάμε στη φάση δύο διακριτών πολιτικών και προγραμματικών κατευθύνσεων: μιας Κεντροδεξιάς, που όλο και πιο πολύ σφραγίζεται από ακροδεξιές αντιλήψεις, και μιας προοδευτικής, αριστερής και κεντροαριστερής.

Στην πατρίδα μας έχουμε τη θετική, κατά τη γνώμη μου, δυνατότητα η ραχοκοκαλιά αυτού του μπλοκ πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι το νέο ποιοτικό στοιχείο της συγκυρίας. Πριν από τέσσερα χρόνια ανέβηκε ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, αλλά ήταν αμφίβολο αν θα βγει η τετραετία. Τώρα και η τετραετία θα βγει και ο ΣΥΡΙΖΑ πια είναι ένα μεγάλο κόμμα που διεκδικεί μια νέα τετραετία διακυβέρνησης.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με δεδομένη τη σφοδρότητα των συγκρούσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛΛ, με δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τον φορέα της Κεντροαριστεράς για ταύτιση με το πρόγραμμα και την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, εσείς σε ποιους κρίσιμους τομείς πολιτικής θεωρείτε ότι υπάρχει έδαφος για σύγκλιση με το ΚΙΝΑΛΛ;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Αυτή η ερώτηση απευθύνεται στην κυρία Γεννηματά. Θέλω να ξέρω ακριβώς πού σταθεροποιείται πολιτικά η κυρία Γεννηματά. Διότι, στην προσπάθειά της να δημιουργήσει ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, πολλές φορές με στοιχεία πολιτικής υστερίας, δείχνει να έλκεται από μια πολιτική δορυφόρου προς τη Νέα Δημοκρατία.

Με τον δημοκρατικό, τον κεντρώο δημοκρατικό χώρο, υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία που αφορούν τις δημοκρατικές ελευθερίες, μια μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία σε σχέση με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά, ζητήματα αναζήτησης ενός διαφορετικού βηματισμού και πορείας για τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Δεν είναι δυνατόν στην Ευρώπη ν’ αναζητούν οι κεντροαριστεροί και οι αριστεροί άλλου τύπου συνεννοήσεις κι εδώ να έχουμε την Κεντροαριστερά του ΚΙΝΑΛΛ ν’ αναζητεί συγκλίσεις με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά. Υπάρχει μια αντίφαση.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Στην οικονομία και στο μοντέλο ανάπτυξης;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Εκεί χρειάζεται μια μεγάλη συζήτηση, διότι βεβαίως υπάρχουν διακριτές γραμμές, αλλά υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων. Μια κυβέρνηση με αριστερό προσανατολισμό και συνεργασία με τις δυνάμεις της δημοκρατικής Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς θα μπορεί ν’ αξιοποιήσει όλες τις δυνατές ρωγμές επ’ ωφελεία του λαϊκού παράγοντα, ενώ μια κυβέρνηση της Κεντροδεξιάς – με έντονα, επαναλαμβάνω, στοιχεία Ακροδεξιάς – θα ήταν στη γραμμή που έλεγε και παλιότερα η Νέα Δημοκρατία: κι αν δεν υπήρχε το μνημόνιο, έπρεπε να το εφεύρουμε επ’ ωφελεία του μεγάλου κεφαλαίου.

«Μπορούμε να στηρίξουμε

ακόμα και περιφερειάρχες

που προέρχονται από τον χώρο

του ΚΙΝΑΛΛ και τον ευρύτερο

κεντρώο χώρο»

Νομίζω ότι μια δυνατότητα συνεργασίας με ανθρώπους που προέρχονται από τον χώρο του ΚΙΝΑΛΛ υπάρχει στον χώρο της Αυτοδιοίκησης. Ο χώρος του ΠΑΣΟΚ μεταπολιτευτικά ήταν αυτός που οργάνωσε – με συμμαχίες και από τον χώρο της ενωτικής Αριστεράς – τη νέα φυσιογνωμία της Αυτοδιοίκησης στη χώρα μας, που δεν ήταν απλώς πια μια δομή διεκδίκησης, ήταν με αρμοδιότητες και με δυνατότητα παρέμβασης σε πολλούς τομείς της καθημερινής ζωής του πολίτη.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δομές διακυβέρνησης.

Ν. ΦΙΛΗΣ: Ναι, δομές διακυβέρνησης στην καθημερινότητα. Εκεί πιστεύω ότι υπάρχει ένα έδαφος συνεννοήσεων, αρκεί να μην υπάρχουν μικροηγεμονισμοί. Και δεν εννοώ από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί εκεί δεν υπάρχει ηγεμονισμός, είμαστε ανοιχτοί, στη βάση προγραμματικών προτάσεων και αξιοπιστίας προσώπων, να προχωρήσουμε. Και έχουμε ανακοινώσει ήδη ότι μπορούμε να στηρίξουμε ακόμα και περιφερειάρχες που προέρχονται από τον χώρο του ΚΙΝΑΛΛ και τον ευρύτερο κεντρώο χώρο.

Βλέπω ότι οι άλλοι είναι σαν σκαντζόχοιροι. Όσο εμείς ζητάμε να υπάρξει σύγκλιση και σύμπτωση στις αυτοδιοικητικές εκλογές, τόσο αυτοί ανάγουν τη συνεργασία στην Αυτοδιοίκηση σε μια απαγορευτική προϋπόθεση, αναφορικά με την κεντρική πολιτική. Σήμερα είναι σαφές ότι δεν μπορείς να βρεις συνεννόηση στην κεντρική πολιτική σκηνή με το ΚΙΝΑΛΛ.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Επειδή είπατε πριν – με αφορμή την ερώτηση για το αν μπορεί να ολοκληρώσει τετραετία η κυβέρνηση – ότι καλό είναι να την ολοκληρώσει για να γευτεί κι ο κόσμος τους καρπούς της προσπάθειας, θυμίζω ότι στην Κεντρική Επιτροπή πρόσφατα είχατε πει ότι καλό είναι να μην λέγονται μεγάλα λόγια, γιατί οδηγούν σε απογοητεύσεις τον κόσμο. Είναι μεγάλα λόγια η ρητορική της καθαρής εξόδου; Και τι θα έπρεπε να λέει επ’ αυτού η κυβέρνηση;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Κοιτάξτε, βλέπω ότι η κυβέρνηση όλο αυτό το διάστημα μετά τον Αύγουστο έχει προσεγγίσει με τρόπο ρεαλιστικό τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, αποφεύγει τα συνθήματα και μιλάει επί του συγκεκριμένου, με ποιον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί μια – κατά το δυνατόν – επ’ ωφελεία των λαϊκών συμφερόντων επανεκκίνηση της οικονομικής ανάπτυξης.

«Βγήκαμε από τη δανειακή σύμβαση

με τους όρους της δανειακής σύμβασης.

Άρα οι επιβαρύνσεις που εγγράφονται

σ’ αυτή την έξοδο υπάρχουν»

Είναι επίσης σαφές ότι υπάρχουν και οι περισπασμοί της διεθνούς οικονομίας, οι αβεβαιότητες στην Ευρώπη, άρα η πορεία προς τον ρεαλισμό, κατά τη γνώμη μου συντηρεί και δικαιολογεί την ελπίδα σήμερα για τον πολίτη. Δεν είναι κούφια λόγια, μεγάλα λόγια. Δεν συγκρίνεται η δική μας πορεία με όσα επιδιώκει να κάνει η Ν.Δ., η οποία έχει μια καταστροφολογική προσέγγιση που διαψεύδεται από τα γεγονότα.

Είναι προφανές ότι βγήκαμε από τη δανειακή σύμβαση με τους όρους της δανειακής σύμβασης. Άρα οι επιβαρύνσεις που εγγράφονται σ’ αυτή την έξοδο – επιβαρύνσεις μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής – υπάρχουν.

Μόνο μια κυβέρνηση της Αριστεράς με άλλες κοινωνικές συμμαχίες μπορεί βήμα - βήμα ν’ αναιρέσει πλευρές αυτών των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Είναι σημαντικό το ότι βάζουμε το θέμα του κατώτατου μισθού για συζήτηση, το ότι ανοίγουμε το θέμα των συλλογικών συμβάσεων. Αλλά υπάρχουν κι άλλα σημαντικά ζητήματα, τα οποία, για να προσεγγιστούν ουσιαστικά και όχι ρητορικά, προϋποθέτουν μια σταδιακή απαγκίστρωση από την πολιτική των υψηλών πλεονασμάτων και μια ρύθμιση του χρέους όχι για δέκα χρόνια, αλλά για μεγαλύτερο ορίζοντα.

Διότι με χρέος, το οποίο ρυθμίζεται όπως ρυθμίζεται, με τα υψηλά πλεονάσματα μέχρι το 2032, ακόμα και οι αναγκαίες άμεσες ξένες επενδύσεις δεν είναι εύκολο να γίνουν στην έκταση που εμείς θα θέλαμε. Δύσκολα επενδύει κάποιος σε μια χώρα που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο – εντός πολλών εισαγωγικών – μιας πιθανής αδυναμίας αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Πώς κρίνετε τη συμφωνία πρωθυπουργού και αρχιεπισκόπου για τη μισθοδοσία των κληρικών και την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Είναι θετικό και αναγκαίο να επιχειρείται και να επιτυγχάνεται συμφωνία ανάμεσα στην Πολιτεία και την Εκκλησία. Είναι θετικό το ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να μην είναι δημόσιοι υπάλληλοι οι ιερείς. Δεν κατανοώ, όμως, πώς αυτό θα επιτευχθεί ουσιαστικά όταν το κράτος διατηρεί την υποχρέωσή του να πληρώνει στην Εκκλησία τουλάχιστον 210 εκατομμύρια ετησίως προκειμένου αυτή να μισθοδοτεί εις τον αιώνα τον άπαντα τους ιερείς.

«Γαλαντομία του κράτους»

προς την Εκκλησία

η ρύθμιση για τη

διαμφισβητούμενη περιουσία

Αναμφίβολα το κράτος οφείλει να διασφαλίσει στους πολίτες το δικαίωμά τους στη λατρεία του θεού τους και συνεπώς τη μισθοδοσία των κληρικών όλων των επίσημων θρησκειών και δογμάτων στη χώρα μας. Γιατί, όμως, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δίνονται τόσα χρήματα και να διασφαλίζονται οι 10.000 θέσεις των ιερέων; Γνωρίζετε ότι στα χρόνια των μνημονίων είχαμε μόνο 8.000 μόνιμους νοσοκομειακούς γιατρούς;

Με τη συμφωνία για την εκκλησιαστική περιουσία αναγνωρίζονται στην Εκκλησία αμφισβητούμενα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να αξιοποιηθούν από κοινού με το κράτος. Χρειάζεται πολλή δημόσια συζήτηση και νομική διευκρίνιση και όχι γαλαντομίες εκ μέρους του κράτους. Η εκκλησιαστική περιουσία είναι ένα ακανθώδες ζήτημα και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί προωθείται μια ρύθμιση τύπου «περαίωση» υπέρ της Εκκλησίας – και μάλιστα προκαταλαμβάνοντας το Κτηματολόγιο, που θα ολοκληρωθεί τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Οι ρυθμίσεις για τα οικονομικά της Εκκλησίας δεν έχουν σχέση με τη συνταγματική αναθεώρηση, γι’ αυτό ο διάλογος πρέπει να γίνει χωρίς βιασύνες και δεσμεύσεις εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με την πρότασή της για τη συνταγματική αναθεώρηση η κυβέρνηση δεν επιζητεί τον πλήρη χωρισμό Εκκλησίας - Πολιτείας. Ακόμη όμως και αν τον ζητούσε και τον επετύγχανε, θεωρείτε ότι θα μειωνόταν η παρεμβατική δύναμη της Εκκλησίας; Πολλοί σημειώνουν ότι η ισχύς της δεν βρίσκεται κυρίως στις θεσμικές ρυθμίσεις, αλλά στη λαϊκή της βάση, η οποία κατά καιρούς έχει αποδειχθεί τεράστια. Πιστεύετε ότι ακόμη και μια Εκκλησία αποσυνδεδεμένη από το κράτος δεν θα χρησιμοποιήσει αυτή την ισχύ με πολιτικούς όρους, αν κρίνει ότι θίγονται τα συμφέροντά της;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός θέτει ένα θέμα εκλογίκευσης των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, δύο ισχυρών θεσμών, διαφορετικής όμως ποιότητας. Η Πολιτεία οργανώνει το κοσμικό κράτος, τη σφαίρα της δημόσιας ζωής, κι απ’ την άλλη η Εκκλησία έχει μια υπερβατική εξουσιοδότηση και αναφορά.

«Δεν υποτιμώ την ηθικοπνευματική

δύναμη της Εκκλησίας», αλλά

«η Εκκλησία λειτουργεί, δυστυχώς,

συχνά ως ένα πολιτικό κόμμα»

Δεν υποτιμώ λοιπόν την ηθικοπνευματική δύναμη της Εκκλησίας. Όχι μόνο δεν την υποτιμώ, αλλά θεωρώ ότι σε συνθήκες μιας μεγάλης ιδεολογικής σύγχυσης και κρίσης έχει σημασία μερικά βασικά μηνύματα της θρησκείας να αποτελούν κτήμα των πολιτών εφόσον το θέλουν. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με την Εκκλησία ως θεσμό εξουσίας, ο οποίος μάλιστα βρίσκεται σε πλήρη ταύτιση ή της αναγνωρίζεται το δικαίωμα να παρεμβαίνει στην καθημερινή λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας.

Η Εκκλησία λειτουργεί, δυστυχώς, συχνά ως ένα πολιτικό κόμμα. Αυτό προκύπτει από τις αμφισημίες του καθεστώτος της «επικρατούσας θρησκείας». Για παράδειγμα η ιστορία με τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Τι είναι αυτό; Γιατί πρέπει να κάνει εξωτερική πολιτική η Εκκλησία της Ελλάδος;

Η Εκκλησία, για να είναι μια σύγχρονη δύναμη, πρέπει ν’ απαντάει στα σύγχρονα προβλήματα. Δεν μπορεί να διεκδικεί ρόλο κόμματος. Δεν μπορεί να διεκδικεί ρόλο υποκατάστασης της κρατικής συγκρότησης. Αν επιδιώκει να έχει κομματική παρέμβαση, τότε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κόμμα. Όχι με προνόμια και όχι με ασυλία που προκύπτει από την ιστορικότητα. Γι’ αυτό χρειάζεται να υπάρξει καθαρή ρύθμιση των σχέσεων κι όχι ενδιάμεσα πράγματα, με δεδομένο μάλιστα ότι η Εκκλησία διαθέτει επιδράσεις και επιρροές και στη Δικαιοσύνη, όπως κάνει φανερό η αντιμετώπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο ΣτΕ, και μπορεί να διαστρέφει μηνύματα και ρυθμίσεις του συντάγματος.

Πράγματι ο πρωθυπουργός είπε μια πρόταση, αλλά πόσο είναι ουδετερόθρησκο ένα κράτος του οποίου το σύνταγμα στο Προοίμιο λέει ότι «συντάσσεται εν ονόματι της Αγίας και Ομοουσίου κα Αδιαιρέτου Τριάδος»; Πόσο ουδετερόθρησκο είναι ένα κράτος όταν δίπλα στο συνταγματικό θεμέλιο, το κοσμικό θεμέλιο του συντάγματος, που είναι η λαϊκή κυριαρχία, υπάρχει ένα συμβολικό θεμέλιο που είναι το Άγιο Πνεύμα;

Και μετά είναι το θέμα της επικρατούσας θρησκείας. Γιατί πρέπει να παραμείνει αυτό; Λέει ο πρωθυπουργός ότι θα υπάρξει μια ρύθμιση, μια ερμηνευτική δήλωση, η οποία θα λέει ότι η επικρατούσα θρησκεία δεν σημαίνει ότι είναι εις βάρος άλλων θρησκειών. Μα αυτό έτσι κι αλλιώς υπάρχει στο άρθρο 13, που αφορά τη θρησκευτική ελευθερία. Δεν το χρειαζόμαστε.

Στο άρθρο 3 επίσης υπάρχουν κι άλλα θέματα που δίνουν την εντύπωση ότι το Σύνταγμα θρησκεύει. Λέει ότι η κρατούσα θρησκεία είναι «του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Δηλαδή το Σύνταγμα έχει «Ιησού Χριστόν ημών»; Πώς το αποδέχεται αυτό στη διατύπωση;

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Μένοντας στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, από τις κεντρικές προτάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι η αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και η εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας. Θεωρείτε ότι είναι σε προοδευτική και δημοκρατική κατεύθυνση η λογική των κλειδωμένων τετραετών θητειών και η εξουδετέρωση θεσμικών εργαλείων που έχει η αντιπολίτευση για να προκαλεί πρόωρες εκλογές; Επίσης είναι ορθή η συνταγματική κατοχύρωση του εκλογικού συστήματος;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Πιστεύω ότι πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να κατοχυρώσουμε το σύστημα της απλής αναλογικής. Όχι με γενικόλογη αναφορά περί αναλογικού συστήματος, γιατί αναλογικό σύστημα είναι και το υφιστάμενο. Μόνο το πλειοψηφικό δεν είναι αναλογικό σύστημα – έχετε ακούσει για την ενισχυμένη αναλογική κ.λπ. Άρα πρέπει κάτι να βάλουμε στο σύνταγμα, να το σκεφτούμε πώς, είναι μια πιο συγκεκριμένη αναφορά τι σημαίνει απλή αναλογική. Δεν είμαι έτοιμος να σας απαντήσω. Είναι σωστό όμως.

«Σήμερα είμαστε όλοι ώριμοι

να προχωρήσουμε στην αποσύνδεση

των βουλευτικών εκλογών από την εκλογή

του Προέδρου της Δημοκρατίας»

Δεύτερον: Δεν συμφωνούμε ότι πρέπει το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας να χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την ανατροπή μιας κυβέρνησης. Είναι λάθος. Ούτε η λογική του συνταγματικού νομοθέτη ήταν αυτή. Η λογική ήταν να επιβάλλει ευρύτερες συναινέσεις για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όχι να χρησιμοποιείται ως τέχνασμα για να πέσει μια κυβέρνηση.

Στο μεταπολιτευτικό παρελθόν έχουμε πολλές εμπειρίες, όπου το σύστημα αυτό, η συνταγματική αυτή ρύθμιση χρησιμοποιήθηκε για θέματα που έχουν να κάνουν όχι με την εκλογή του Προέδρου αλλά με την αναδιαμόρφωση του πολιτικού συστήματος. Έχουν παίξει και η Δεξιά και το ΠΑΣΟΚ με το θέμα αυτό.

Υπήρξε και το θέμα που αφορά τις εκλογές του 2015. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκρυψε ότι επεδίωκε τότε να εκφράσει ένα ορμητικό ρεύμα πολιτικής ανατροπής και αλλαγής στη χώρα μας. Δεν το έκρυψε ποτέ αυτό. Ζητούσε εκλογές συνεχώς, ήταν μια περίοδος με έντονη κοινωνική αμφισβήτηση των ασκούμενων τότε κυβερνητικών πολιτικών. Και εξέφρασε αυτό το πολιτικό ρεύμα ο ΣΥΡΙΖΑ. Προφανές είναι ότι δεν μπορούσε να συμπράξει στην εκλογή ενός Προέδρου της Δημοκρατίας όταν το λαϊκό αίτημα ήταν να πέσει αυτή η κυβέρνηση.

Όλα έχουν όμως το ιστορικό τους πλαίσιο. Και πιστεύω ότι σήμερα είμαστε όλοι ώριμοι να προχωρήσουμε στην αποσύνδεση των βουλευτικών εκλογών από την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η πρόταση που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε ύστερα από σκέψη. Εγώ ακούω κι άλλες αν υπάρχουν, όπως η ιδέα που ακούστηκε να εκλέγεται στην τελική ψηφοφορία με 151 ψήφους, η οποία δεν είναι κακή, με δεδομένο μάλιστα ότι το 151 θα είναι αποτέλεσμα όχι ενός ενισχυμένου εκλογικού συστήματος, αλλά της απλής αναλογικής, όπου, για να έχεις 151 ψήφους στη Βουλή, θα συμπράττουν στην εκλογή περισσότερα του ενός κόμματα. Το σκέφτομαι κι αυτό, το ακούω. Σημασία έχει να υπάρξει μια κινητικότητα, ένας προβληματισμός. Και η πρόταση που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια πρόταση που πρέπει να συζητηθεί.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Απλά ρωτώ και για τη λογική μέσα στην οποία εντάσσεται αυτή η ρύθμιση μαζί με την εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας περί σταθερών τετραετών πολιτικών κύκλων.

Ν. ΦΙΛΗΣ: Είναι η προσπάθεια να διασφαλιστεί μια σταθερότητα στην πολιτική ζωή του τόπου. Ανταποκρίνεται κατά τη γνώμη μου και στη νέα πραγματικότητα, ότι ο κόσμος δεν θέλει συχνές εκλογικές συγκρούσεις, θέλει να υπάρξει μια σταθερότητα για να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα κι αναλόγως να κρίνει κι ο ίδιος. Αν προκύψουν σφοδρές διαφωνίες, εντάξει, ξαναλειτουργεί ή δημοκρατία, αλλά όχι με τρόπο τεχνητό. Με τρόπο πολιτικό. Και η εποικοδομητική πρόταση μομφής, δηλαδή να υπάρχει υποψήφιος για την πρωθυπουργία, σε αυτό εντάσσεται.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Μένοντας στη συνταγματική αναθεώρηση, η πρόταση περιλαμβάνει και την προστασία κοινωνικών αγαθών, όπως το νερό και η ηλεκτρική ενέργεια...

Ν. ΦΙΛΗΣ: Και τα εργασιακά δικαιώματα.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Πώς προστατεύονται τα αγαθά αυτά από την επέλαση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όπως είπε ο πρωθυπουργός, όταν οι αντίστοιχες δημόσιες επιχειρήσεις έχουν ενταχθεί στο υπερταμείο, το οποίο προβλέπει αξιοποίηση μέχρι και με τη μορφή της ιδιωτικοποίησης;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Σε σχέση με το ζήτημα που αφορά στο νερό υπάρχει απόφαση του ΣτΕ, την οποία σέβεται η κυβέρνηση και δεν μπορεί να δοθεί η πλειοψηφία του πακέτου των μετοχών των εταιρειών. Θα μου πείτε βεβαίως ότι υπάρχει το θέμα του διευθύνοντος συμβούλου.

Είναι θέμα πολιτικής, έχετε δίκιο. Βλέπω κι εγώ κάποιον ετεροχρονισμό, πράγματι, αλλά το σύνταγμα σου δίνει τη δυνατότητα, όταν ψηφιστεί και αφού έχει διασώσει μέχρι τότε – κι αυτός είναι ο στόχος μας – το φιλέτο της δημόσιας περιουσίας στον χώρο της ενέργειας, του νερού, είναι δυνατόν να το διασφαλίσεις. Να μην είναι θέμα συγκυριακών πολιτικών συσχετισμών, αλλά μιας στρατηγικού τύπου συνταγματικά κατοχυρωμένης επιλογής. Ανάλογα πράγματα γίνονται και στην Ευρώπη σήμερα, στο νερό ιδίως. Υπάρχει αντιστροφή από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα. Είναι πραγματικά μια πρόταση που βλέπει μπροστά.

«Η ευρεία Αριστερά στην Ευρώπη

έχασε την ψυχή της

μέσα από την εμπειρία

της σοσιαλφιλελεύθερης συναίνεσης»

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Τον Μάιο έχουμε ευρωεκλογές σε ένα έντονα πολωμένο κλίμα. Εσείς λέτε σε πρόσφατη συνέντευξή σας: «Από το κύμα αμφισβήτησης του ευρωπαϊκού κατεστημένου φαίνεται προς το παρόν να επωφελούνται κυρίως δυνάμεις ακροδεξιού προσανατολισμού», οι οποίες επιπλέον «πολλές φορές κλέβουν από την ατζέντα της Αριστεράς κοινωνικά στοιχεία, τα οποία η κυρίαρχη Αριστερά έχει απεμπολήσει». Ποια στοιχεία έχει απεμπολήσει η Αριστερά; Γιατί τα απεμπόλησε;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Η ευρεία Αριστερά στην Ευρώπη, μέσα από την εμπειρία της σοσιαλφιλελεύθερης συναίνεσης, η οποία εκφράστηκε και με συγκυβέρνηση σε ορισμένες χώρες όπως στη Γερμανία με Σοσιαλδημοκράτες και συντηρητικούς, αλλά και γενικότερα στον προσανατολισμό των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχασε την ψυχή της. Αυτό θα ήταν μικρό, αλλά χάνοντας την ψυχή της έχασε και τον κόσμο της. Η πολιτική της λιτότητας, της ανεργίας, της διάλυσης των εργασιακών σχέσεων συνιστά αναίρεση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου στην Ευρώπη.

Βεβαίως δεν είναι αποτέλεσμα συνωμοσίας, αλλά αλλαγών που γίνονται με πρωτοβουλία του κεφαλαίου στην οικονομία και ουσιαστικά αμφισβητούν την εργασιακή πραγματικότητα και το είδος της εργασίας όπως το γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Μην ξεχνάτε ότι η παγκοσμιοποίηση επίσης κατέστησε δυσχερή την κατοχύρωση των δικαιωμάτων σ’ ένα στενό εθνικό πλαίσιο, όμως έχει φτάσει αυτή η πολιτική και η παγκοσμιοποίηση στα όριά της. Έχει διαλύσει κοινωνίες και κυρίως από τη διάλυση των κοινωνιών αναδύθηκαν τα φαντάσματα της Ακροδεξιάς. Της ξενοφοβίας και του φόβου απέναντι στον άλλον. Το είδαμε με τον Τραμπ, το βλέπουμε στην Ευρώπη με την εκτόξευση ακροδεξιών σχηματισμών, θα το διαπιστώσουμε και στις ευρωεκλογές.

«Πιστεύω ότι τώρα η Ακροδεξιά

στην Ευρώπη κλέβει

απ’ τα ρούχα της Αριστεράς»

Στην Ελλάδα έχουμε ένα θετικό παράδοξο: Η Ακροδεξιά, παρά την κρίση που έζησε ο κόσμος, τη μεγάλη, την πρωτόγνωρη κρίση, δεν μπόρεσε να συγκροτήσει μια μεγάλη πλειοψηφική και ηγεμονική παρουσία γιατί υπήρξε ο ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε ο αριστερός ριζοσπαστισμός που εξέφρασε αγωνίες και ελπίδες των ανθρώπων που υπήρξαν θύματα της κρίσης.

Πιστεύω ότι τώρα η Ακροδεξιά στην Ευρώπη κλέβει απ’ τα ρούχα της Αριστεράς. Πρέπει να φτιάξει μια κοινωνική ατζέντα, η οποία όμως είναι ενταγμένη στη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Έτσι υπονομεύεται η κοινωνική ατζέντα και δεν αφορά όλους, αλλά μόνο αυτούς που ανήκουν στον εθνικό κορμό.

Φαντάζεστε ότι σε μια κοινωνία όπου έχουν διαφορετικά δικαιώματα οι μετανάστες από τους εργαζομένους γηγενείς αυτό αποτελεί υπονόμευση της αγοράς εργασίας. Τα δικαιώματα αυτά δεν υπάρχουν μόνο για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά και για λόγους ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Άρα λοιπόν, αυτά που λένε ο Όρμπαν και η Λεπέν εμπεριέχουν αυτή την υπονόμευση, η οποία αφορά όλους τους πολίτες της Ευρώπης. Η ξενοφοβία λοιπόν και η μη αναγνώριση των δικαιωμάτων για όλους τους εργαζομένους στην Ευρώπη οδηγεί σε εργαζομένους πολλών ταχυτήτων εις βάρος όλων των εργαζομένων.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Φεύγοντας τελείως απ’ αυτά, να πάμε στο θέμα της ΕΡΤ. Πρόσφατα από το βήμα της Κεντρικής Επιτροπής μιλήσατε για λανθασμένη κυβερνητική πολιτική στο θέμα της δημόσιας τηλεόρασης. Μπορείτε να πείτε πού ακριβώς εντοπίζονται αυτά τα λάθη και τι θα μπορούσε να γίνει;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Κατά τη γνώμη μου το βασικό θέμα για μια δημόσια τηλεόραση είναι ο τρόπος επιλογής της διοίκησης. Πρέπει να γίνεται όχι από τον εκάστοτε υπουργό, αλλά από τη Βουλή με μια συναίνεση ευρύτερη και με θητεία που θα υπερβαίνει την κυβερνητική θητεία. Ο νόμος επίσης που ισχύει σήμερα μιλάει για ένα μνημόνιο που πρέπει να υπογράφει η ΕΡΤ με το Δημόσιο. Αυτό δεν έχει υπογραφεί ακόμα. Τέσσερα χρόνια αφ’ ότου ψηφίστηκε ο νόμος.

«Τι είναι η ΕΡΤ;

Σοβαρή δημόσια ραδιοτηλεόραση

ή αθλητικό κανάλι και μάλιστα

όχι πρώτης κατηγορίας;»

Η δημόσια τηλεόραση – κι αυτό είναι στοιχείο και του μνημονίου και των δεσμεύσεων στη Βουλή που πρέπει ν’ αναλάβει οποιαδήποτε νέα Διοίκηση – πρέπει να έχει χαρακτήρα ποιοτικό. Αυτό δεν σημαίνει να μην δίνει τη μάχη σε ακροαματικότητα και τηλεθέαση, αλίμονο. Ποιοτικό σημαίνει να συμβάλλει στον πολιτισμό, στην ψυχαγωγία, στην ενημέρωση, συνεπώς, το πρόγραμμα θα πρέπει να είναι ένα εμπλουτισμένο πρόγραμμα.

Σας δίνω ένα παράδειγμα με βάση τα ισχύοντα. Η ΕΡΤ έχει πάρει τις ποδοσφαιρικές ομάδες και αθλητικό πρόγραμμα, όχι όλες, κι όχι τις καλύτερες, και δίνει 52 εκατομμύρια ευρώ για δύο χρόνια, όταν το σύνολο του προγράμματός της το 2017 ήταν 25 εκατομμύρια. Τι είναι η ΕΡΤ; Σοβαρή δημόσια ραδιοτηλεόραση ή αθλητικό κανάλι και μάλιστα όχι πρώτης κατηγορίας; Αυτή είναι μια δημόσια συζήτηση.

Υπάρχουν επίσης τα ζητήματα που αφορούν τη δεοντολογία στη διαμόρφωση της ενημέρωσης. Θυμάμαι ότι αυτή η κυβέρνηση, επί της εποχής που ήταν υπεύθυνος συζητήσεων ένας συνάδελφος, ο Σταύρος Καπάκος, είχε καταλήξει η ΕΡΤ να έχει ένα Συμβούλιο Δεοντολογίας από παλιούς συναδέλφους, παλιά διευθυντικά στελέχη του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Καταργήθηκε.

Τι έκανε το Συμβούλιο Δεοντολογίας; Συζητούσε με τους συναδέλφους θέματα που προέκυπταν, ιδέες. Ήταν μια ασπίδα προκειμένου οι εργαζόμενοι να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς παρεμβάσεις από διάφορες εντολές δημόσιες, κρατικές ή και ιδιωτικές. Με λίγα λόγια η ΕΡΤ ξανάνοιξε, είχε πολλές δυνατότητες να βγει στην κορυφή της τηλεθέασης. Την ίδια στιγμή πέρασαν και περνούν μεγάλη κρίση τα ιδιωτικά κανάλια, άρα η δημόσια ραδιοτηλεόραση είχε πλεονέκτημα, το οποίο δεν χρησιμοποίησε.

Δεν θέλω να συνεχίσω άλλο και ν’ αναφερθώ στα φαινόμενα παραδιοίκησης στον χώρο αυτόν, μ’ ενδιαφέρει το μπροστά. Και το μπροστά επιβάλλει αλλαγή στη διοίκηση με συναινετικό τρόπο. Πιστεύω ότι η Νέα Δημοκρατία, που αξιοποιεί διάφορες καταστάσεις, κάνει λάθος που κάνει εμπάργκο στην ΕΡΤ. Έχει δικαίωμα να βάλει θέμα στη Βουλή και το έβαλε, καμία αντίρρηση, αυτό είναι δικαίωμά της, αλλά θα είναι μια πολιτική καταστροφική απέναντι στην ΕΡΤ. Αυτό είναι λάθος και είναι έξω απ’ τον πολιτικό πολιτισμό μιας δημοκρατικής χώρας.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Και μια ερώτηση που αφορά το δημόσιο Πανεπιστήμιο, μια και έχετε διατελέσει υπουργός Παιδείας. Ο κ. Γαβρόγλου πρόσφατα, υπό τη σκιά καταγγελιών για έντονη παραβατικότητα στα πανεπιστήμια, αναρωτήθηκε πού είναι το φοιτητικό κίνημα, πού είναι οι φοιτητές να διεκδικήσουν τους χώρους και την ακαδημαϊκή ειρήνη. Δεν θεωρείτε ότι αυτή η αντιμετώπιση του προβλήματος ενισχύει την επιχειρηματολογία όσων μιλούν καθημερινά για μπάχαλο και αποδιοργάνωση και ζητούν είτε ιδιωτικοποίηση είτε, από την άλλη πλευρά, αυστηροποίηση του πλαισίου για το άσυλο;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας είναι άλλο θέμα. Δεν έχει να κάνει με την κατάσταση των δημοσίων πανεπιστημίων.

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κλίμα δημιουργεί όμως.

Ν. ΦΙΛΗΣ: Δημιουργεί κλίμα και είναι ένα ιδεολογικό αίτημα με κερδοσκοπική επιδίωξη. Και τα δύο η Αριστερά πρέπει να τα αντιμετωπίσει με συγκροτημένο τρόπο. Δεν χωράνε στη χώρα μας πανεπιστήμια χαμηλού επιπέδου, κολέγια που θα είναι κακέκτυπα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου. Γιατί αυτό ζητούν μιλώντας για ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα. Δεν ζητούν τίποτε Harvard, ζητούν να μεταμφιεστούν τα κολέγια χαμηλής ποιότητας σε πανεπιστήμια. Και διάφοροι που τα παιδιά τους δεν μπορούν να μπουν σε σχολές του δημόσιου Πανεπιστημίου να μην πηγαίνουν στο εξωτερικό, αλλά να πηγαίνουν εκεί και να βγάζουν οι γιατροί τα παιδιά τους γιατρούς, οι δικηγόροι δικηγόρους και ούτω καθ’ εξής. Δεν συμφωνώ λοιπόν. Και ορθώς η κυβέρνηση δεν ανοίγει το θέμα αυτό.

«Πρέπει να αντιμετωπίσουμε

τις κοινωνικές παθογένειες

που εισβάλλουν στο Πανεπιστήμιο

κι όχι να ενοχοποιούμε τα πανεπιστήμια»

Υπάρχει θέμα βελτίωσης των δημόσιων πανεπιστημίων; Βεβαίως και υπάρχει. Ένα θέμα είναι η ευθύνη του κράτους, κι έχει να κάνει με την οικονομική επιχορήγηση των πανεπιστημίων που είναι χαμηλή. Ένα δεύτερο θέμα είναι βεβαίως και η προσφορά όχι όλων ή των περισσοτέρων, αλλά ενός σημαντικού τμήματος πανεπιστημιακών, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της κοινωνίας – επαναλαμβάνω: περιορισμένο τμήμα, αλλά ευδιάκριτο.

Και τρίτον, διάφορες παθογένειες που υπάρχουν στην κοινωνία μας εισβάλλουν στον πανεπιστημιακό χώρο. Τα οποία δεν είναι γέννημα των πανεπιστημίων. Η βία, τα ναρκωτικά κι όλες αυτές οι εικόνες που βλέπουμε κάθε μέρα να περιτριγυρίζουν τις αυλές των πανεπιστημίων. Είναι εικόνες καθημερινές της κοινωνίας μας, πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε κι όχι να ενοχοποιούμε τα πανεπιστήμια για την «τόση δημοκρατία ώστε χωράει τους εγκληματίες», όπως λέγεται.

Υπάρχει νομοθεσία για ν’ αντιμετωπίσουμε τ’ αδικήματα αυτά ανάλογα με τη σημασία του καθενός. Το φοιτητικό κίνημα προφανώς δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Αστυνομία. Πρέπει όμως – αλλά το «πρέπει» είναι μια δεοντολογία που είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί στην πράξη – το φοιτητικό κίνημα να διασφαλίσει τη λειτουργία του Πανεπιστημίου, τουλάχιστον ν’ αποφεύγονται ακραίες καταστάσεις. Υπάρχει φοιτητικό κίνημα; Μεγάλο ερώτημα. Πιο πολύ τα όσα είπε ο φίλος μου, ο υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου, είναι μια διαπίστωση της έλλειψης φοιτητικού κινήματος.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Ποια είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ από εδώ και στο εξής;

Σ’ αυτή τη μεταβατική φάση που περνάμε βγαίνοντας από τις μνημονιακές δεσμεύσεις, είναι προφανές ότι και η κυβέρνηση και το κόμμα πρέπει να έχουν άλλες σχέσεις. Θα έλεγα σχέσεις διαλεκτικής έντασης. Άλλο η κυβέρνηση, άλλο το κόμμα. Βεβαίως έχουμε έναν κοινό ορίζοντα προγραμματικό, αλλά η κυβέρνηση έχει μεγαλύτερους καταναγκασμούς στην άσκηση της πολιτικής της. Ενώ το κόμμα πρέπει ν’ αφουγκράζεται την κοινωνία και ναι δημιουργεί εκείνες τις λεπτές διαδικασίες και τους διαύλους που θα οδηγούν την κυβέρνηση σταδιακά στη βελτίωση και στην αλλαγή πολιτικής της.

«Να επανασυνδεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ

με απογοητευμένους ψηφοφόρους,

οι οποίοι αξιώνουν να δουν

δείγματα μιας διαφορετικής γραφής»

Αυτό σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ξαναβρεί τον αριστερό ριζοσπαστισμό του. Αυτό είναι ανάγκη για ένα κόμμα που είναι μεγάλο πια και πρέπει την εκλογική του επιρροή και εμβέλεια να τη μετασχηματίσει σταδιακά σε ένα περισσότερο ομοιογενές αριστερό ιδεολογικά και προγραμματικά ρεύμα στην κοινωνία.

Είναι αναγκαίο, όχι μακροπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, αλλά και βραχυπρόθεσμα, να επανασυνδεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με απογοητευμένους ψηφοφόρους του 2015 οι οποίοι έκαναν υπομονή, μας παρακολουθούν, δεν έχουν φύγει, αλλά αξιώνουν να δουν δείγματα μιας διαφορετικής γραφής. Και τα δείγματα αυτά δεν αφορούν μόνο την οικονομία, πρωτίστως την οικονομία γιατί αυτό έχει τους καταναγκασμούς στους οποίους αναφέρθηκα, αφορούν και το μοντέλο διακυβέρνησης και το ήθος της διακυβέρνησης.

Γιατί συχνά βλέπουμε ότι ένας επικοινωνιακός τόνος success story, δείχνει να μη λαμβάνει υπ' όψη την αντιφατική σκληρή πραγματικότητα. Και γι’ αυτό πρέπει, επαναλαμβάνω, να ξαναθυμηθούμε λίγο τον παλιό μας εαυτό, αλλά την ανάγκη ένα αριστερό κόμμα να συνδέεται με τον αριστερό ριζοσπαστισμό. Να είναι συλλογικό και ανοιχτό.

Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Το μεγάλο κόμμα πώς το εννοούμε; Έχει αυτή τη στιγμή επαρκή στελεχική βάση;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Το μεγάλο κόμμα έχει να κάνει κατ' αρχάς με την απήχηση… Πρέπει να υπάρξει ένα κόμμα που ν’ αντιστοιχηθεί σε αυτή τη μεγάλη εκλογική του απήχηση. Σε πολλούς τομείς. Ξέρω ότι είναι μια φάση όπου γενικότερα ο κόσμος δεν πλησιάζει τα κόμματα και όσοι πλησιάζουν είναι είτε ανυστερόβουλοι και αγνοί ιδεολόγοι είτε άνθρωποι που από ιστορική προέλευση παραμένουν σ’ ένα κόμμα είτε άνθρωποι οι οποίοι επιδιώκουν να έχουν σχέσεις πελατειακής διευκόλυνσης.

«Είχε πει ο Τσίπρας

το κόμμα να τραβάει

απ’ το μανίκι την κυβέρνηση»

Επίσης μια κυβέρνηση – και δεν αφορά μόνο τη δική μάς αλλά κάθε κυβέρνηση – δεν θέλει να έχει ένα ενοχλητικό κόμμα. Είχε πει ο Τσίπρας το κόμμα να τραβάει απ’ το μανίκι την κυβέρνηση. Πολύ σωστό. Όχι για να τσακωνόμαστε, αλλά για να βλέπει η κοινωνία ότι δεν είμαστε μια αποστεωμένη οργανωτική κατάσταση, αλλά ένα ζωντανό κόμμα, που μπορεί να διορθώνει πλευρές της κυβερνητικής πολιτικής. Ξαναλέω, η σύνδεσή μας με τον αριστερό κόσμο είναι συνθήκη για την εκλογική επιτυχία μας.

 Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Θεωρείτε ότι είναι ανοιχτό ακόμα το στοίχημα των εκλογών; Θεωρείτε ότι μπορείτε να το κερδίσετε;

Ν. ΦΙΛΗΣ: Ανοιχτό είναι, βέβαια. Όταν βλέπετε το 20% του πληθυσμού ν’ απαντάει «δεν έχω αποφασίσει τι θα ψηφίσω» και ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτούς είναι παλιοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, έχω κάθε δικαίωμα να θεωρώ και να προσδοκώ ότι το στοίχημα είναι ανοιχτό.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.