15/09/2019 18:20:58
10.9.2019 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2089 στις 5-9-2019

Ο Νότος της Ευρώπης ψάχνει για δουλειά…

Ο Νότος της Ευρώπης ψάχνει για δουλειά… - Media

 

Η ανεργία επιμένει στον «πιο αδύναμο κρίκο» της Γηραιάς Ηπείρου

Γιατί η αγορά εργασίας στις χώρες της Νότιας Ευρώπης παραμένει εύθραυστη; Στα χρόνια της κρίσης, που έπληξε κυρίως τη νότια Ευρώπη, η ανεργία εκτοξεύθηκε δραματικά. Τα ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα και την Ισπανία ξεπέρασαν το 25%, η ανεργία των νέων έφτασε στο 60%. Ολόκληροι πληθυσμοί συρρικνώθηκαν, καθώς πολλοί εγκατέλειψαν τις χώρες τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό.

Αυτές οι τάσεις άρχισαν σταδιακά να αντιστρέφονται από το 2015, όταν η Ευρώπη εισήλθε στη φάση τη οικονομικής ανάρρωσης.

● Στην Ευρωζώνη δημιουργήθηκαν σχεδόν 8 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, μία για κάθε 20 ενηλίκους σε παραγωγική ηλικία.

● Τα ποσοστά ανεργίας άρχισαν σταδιακά να επιστρέφουν στα προ κρίσης επίπεδα, ακόμα κι αν η δεξαμενή των διαθέσιμων εργαζομένων μεγάλωσε. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, άλλωστε, δουλεύουν πια για περισσότερα χρόνια.

● Σήμερα στην Ευρωζώνη σχεδόν τα δύο τρίτα των ανθρώπων μεταξύ 55 και 64 ετών βρίσκονται εντός της αγοράς εργασίας. Το 2007, όμως, εργάζονταν λιγότεροι από τους μισούς αυτής της ηλικίας.

Όμως, στον Νότο της Ευρώπης η ανάρρωση της αγοράς εργασίας παραμένει προβληματική. Τα ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία «επιμένουν» πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα. Τα ποσοστά ανεργίας των νέων συνεχίζουν να κυμαίνονται μεταξύ 30% και 40%.

Σύμφωνα με πρόσφατη μέτρηση της Eurostat, η ανεργία μεταξύ του Βορρά και του Νότου της Ευρώπης παρουσιάζει τεράστιες διαφορές. Από τις 280 διαφορετικές περιφέρειες της Ευρώπης, για τις οποίες επεξεργάζεται στοιχεία και μετρήσεις η Eurostat, οι 71 έχουν ποσοστά ανεργίας κάτω του 3,5%, δηλαδή το μισό από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Καμιά από αυτές τις 71 περιοχές, όμως, δεν βρίσκεται στον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά κυρίως σε Γερμανία, Βρετανία, Ολλανδία, Τσεχία, Πολωνία, Ουγγαρία, Αυστρία κ.α.

Αντίθετα, 30 ευρωπαϊκές περιφέρειες έχουν σήμερα ποσοστά ανεργίας άνω του 13,8%, διπλάσιο από τον μ.ό. της Ε.Ε.: Πρόκειται για 12 περιοχές στην Ελλάδα, οκτώ στην Ισπανία, πέντε στην Ιταλία και πέντε στη Γαλλία. Ο Νότος είναι αυτός που ξεκάθαρα εξακολουθεί να ασθενεί…

Η ισχυρή ανάπτυξη... δεν έρχεται

Το πρόβλημα εν μέρει εξηγείται από την αναιμική οικονομική ανάπτυξη. Σε Ελλάδα και Ιταλία η οικονομική παραγωγή παραμένει κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα. Στη Ρώμη ο Τζιουζέπε Κόντε παραδέχθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η χώρα βρίσκεται σε «μια πολύ εύθραυστη κατάσταση» και η καινούργια κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει σοβαρές οικονομικές προκλήσεις.

Η ανεργία σε συνδυασμό με την πρακτικά μηδενική ανάπτυξη και τις μεγάλες οικονομικές ανισότητες μεταξύ ιταλικού Βορρά και Νότου προετοιμάζουν μια δυνητικά τέλεια καταιγίδα. Το ΔΝΤ αναμένει την οικονομία της Ιταλίας να σημειώσει ανάπτυξη μόλις 0,1% φέτος, με κάποιους ειδικούς να επιμένουν ότι η χώρα θα ξανακυλήσει στην ύφεση. Η ανεργία επιμένει στο 9,7%.

Συγκριτικά ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι 7,5%, στη Γερμανία 5% και στην Ολλανδία μόλις 3,4%. Η ανεργία στους νέους φτάνει στην Ιταλία το 28%, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από το 15,4% που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος. Επιπρόσθετα, υπάρχει ένα βαθύ γεωγραφικό χάσμα φτώχειας μεταξύ βόρειας και νότιας Ιταλίας.

Στον Νότο το 10% των οικογενειών ζει στη φτώχεια, σύμφωνα με τα επίσημα όρια της ανέχειας, ενώ στον πιο βιομηχανοποιημένο Βορρά το ποσοστό όσων ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 5,8%.

Και όλα αυτά υπό το βάρος ενός κολοσσιαίου δημόσιου χρέους άνω των 2,3 τρισ. ευρώ, στο 132% του ΑΕΠ. Δηλαδή το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη ύστερα απ’ αυτό της Ελλάδας.

Έρχεται νέο πλήγμα

Εάν μέχρι την 1η Ιανουαρίου η ιταλική κυβέρνηση δεν καταφέρει να μειώσει τις δαπάνες κατά 23 δισ. ευρώ, θα υπάρξει μια αυτόματη αύξηση στον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Ένα τέτοιο μέτρο θα πλήξει κυρίως τους φτωχότερους και θα μειώσει την κερδοφορία των επιχειρήσεων δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Αν οι επιχειρήσεις έχουν λιγότερα κέρδη, θα επενδύουν λιγότερο και θα προσπαθήσουν να ισορροπήσουν τις απώλειές τους με απολύσεις εργαζομένων και μειώσεις μισθών.

Η αγορά εργασίας στην Ιταλία πάσχει ακόμη από ένα πρόβλημα διμερούς υπόστασης. Αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1990, έχει δημιουργηθεί ένα τεράστιο κενό στην εργασιακή προστασία μεταξύ των μόνιμων συμβάσεων εργασίας και των συμβάσεων αορίστου χρόνου.

Ανάκαμψη μεν, αλλά...

Στην Ισπανία, από την άλλη, έχει μεν σημειωθεί εντυπωσιακή οικονομική ανάκαμψη, αλλά η ανεργία επιμένει. Οι σημερινοί άνεργοι είναι κατά 1 εκατομμύριο περισσότεροι από τους ανέργους που είχε η χώρα το 2008, δηλαδή αμέσως πριν από την έναρξη της κρίσης.

Σχεδόν το 40% των ανέργων στην Ισπανία είναι εκτός εργασίας πάνω από έναν χρόνο και χρειάζονται ειδικού σχεδιασμού προγράμματα για να ενσωματωθούν ξανά στην αγορά εργασίας.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι ισπανικές υπηρεσίες απασχόλησης διοικούνται από περιφερειακές αρχές χωρίς να υπάρχει αποτελεσματικός κεντρικός συντονισμός. Σε σχέση με τις υπηρεσίες απασχόλησης σε άλλες χώρες - μέλη του ΟΟΣΑ, οι συγκεκριμένες καταφέρνουν να βρουν εργασία σε μόλις ένα ελάχιστο κομμάτι των ανέργων. Μάλιστα οι νεαροί Ισπανοί είναι πιο πιθανό να παρατήσουν το σχολείο από ό,τι στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, μια εντελώς δυσοίωνη προοπτική.

Ειδικά σε Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία και Πορτογαλία, παρατηρεί ο ΟΟΣΑ, οι εργοδότες δεν προσφέρουν επαρκή επαγγελματική κατάρτιση ούτε επαρκείς θέσεις μαθητείας πάνω στη δουλειά. Σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο η διαφορά με τη Γερμανία και την Ολλανδία στο θέμα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης των εργαζομένων είναι χαώδης.

Η υψηλή ανεργία, που επιμένει στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αντανακλά άλλο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των «νότιων» αγορών εργασίας: ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων είναι μονίμως σε έναν αέναο κύκλο μεταξύ προσωρινών θέσεων εργασίας. Διαρκώς αποκτούν και χάνουν θέσεις εργασίας που είναι επισφαλείς, με συνέπεια να μπαίνουν και να βγαίνουν στην αγορά εργασίας σε τέτοιες μη προνομιούχες θέσεις.

Οι συμβάσεις

Οι συμβάσεις που συνοδεύουν τους μόνιμους εργαζομένους με τις καλύτερες αποδοχές και τις περίπλοκες νομικές διαδικασίες καθιστούν την απόλυσή τους δαπανηρή για τους εργοδότες, ακόμα και σε περιπτώσεις ανεπαρκούς απόδοσης.

Έτσι η προσφιλής μέθοδος των εργοδοτών είναι να προσλαμβάνουν μεγάλο αριθμό προσωρινών υπαλλήλων, που δεν διαθέτουν τις «προστασίες» των πιο προνομιούχων εργαζομένων, και αντιδρούν στα διάφορα προβλήματα μέσω αυτών, δηλαδή μειώνοντας τους μισθούς τους ή απολύοντάς τους χωρίς καμιά επίπτωση.

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για το μόνιμο προσωπικό είναι κάποιες φορές τελείως ανελαστικές. Για παράδειγμα στην Πορτογαλία δεν μπορούν να περιλαμβάνουν μειώσεις στους μισθούς, πράγμα που δυσκολεύει περαιτέρω την αντιμετώπιση περιόδων ύφεσης.

Πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως και η Ελλάδα, προχώρησαν σε «μεταρρυθμίσεις» μετά την εκτόξευση της ανεργίας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, ως προϋπόθεση για να λάβουν πακέτα διάσωσης.

Τέτοιες μεταρρυθμίσεις περιλάμβαναν τη μείωση της αποζημίωσης λόγω απόλυσης για τους μόνιμους υπαλλήλους με σκοπό, εκτός των άλλων, να γίνουν λιγότερο ελκυστικές για τους εργοδότες οι προσλήψεις μη μόνιμου προσωπικού, αφού το κόστος απόλυσης μόνιμων υπαλλήλων δεν θα θεωρούνταν τόσο δαπανηρό. Κάτι που δεν λειτούργησε έτσι, όμως, με τις ελαστικές μορφές εργασίας να παγιώνονται. Άλλες φορές, εξάλλου, οι μισθοί μειώθηκαν ή πάγωσαν.

Αυτές οι μεταρρυθμίσεις είχαν μεικτά αποτελέσματα. Στην Πορτογαλία και την Ιταλία οι μειώσεις και το πάγωμα μισθών, αν και αντιδημοφιλείς, βοήθησαν σταδιακά στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας. Όμως, το ποσοστό των εργαζομένων σε μη μόνιμες θέσεις εργασίας δεν μεταβλήθηκε. Όχι, βέβαια, επειδή αυτοί οι άνθρωποι είναι ικανοποιημένοι, αφού το 80% των μη μόνιμων εργαζομένων σε Ισπανία και Πορτογαλία δηλώνουν ότι επιθυμούν να βρουν μια μόνιμη δουλειά.

Συγκριτικά, μόλις το 14% των μη μόνιμων εργαζομένων στη Γερμανία και το ένα τρίτο στη Βρετανία θέλουν μόνιμη δουλειά, αφού οι όροι στην αγορά εργασίας εκεί είναι διαφορετικοί.

Ο Πέντρο Μαρτίν, πρώην υπουργός Εργασίας στην Πορτογαλία και σήμερα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, θεωρεί ότι οι Πορτογάλοι εργοδότες παραμένουν τόσο αβέβαιοι για το τι θα συμβεί στην οικονομία που διστάζουν να προσλάβουν μόνιμο προσωπικό.

Ένα άλλο ρίσκο είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις, που δυσαρεστούν τους ψηφοφόρους, εύκολα μπορούν να ανακληθούν για πολιτικούς λόγους. Εξαίρεση αποτελεί η Γαλλία, που από το 2018 έχει κάνει βήματα να ενθαρρύνει την πρόσληψη μόνιμων εργαζομένων και την επαγγελματική κατάρτιση.

Τι γίνεται με τον κατώτατο μισθό

Ο κατώτατος μισθός έχει ανέβει, πράγμα λογικό ύστερα από χρόνια στην «κατάψυξη». Στην Ισπανία αυξήθηκε φέτος κατά 22%, ενώ προϋπήρξε και μια αύξηση 12% την περίοδο 2017-18, παρά το γεγονός ότι η ανεργία παραμένει σε διψήφια ποσοστά. Η Τράπεζα της Ισπανίας, από την πλευρά της, θεωρεί ότι η αύξηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες 125.000 θέσεων εργασίας.

Άλλες μεταρρυθμίσεις δείχνουν ατελείς.

Το 2018 η κυβέρνηση της Ιταλίας αύξησε την αποζημίωση απόλυσης για τους μόνιμους εργαζομένους και μείωσε τα χρονικά περιθώρια στις συμβάσεις προσωρινών εργαζομένων (τον χρόνο όπου μπορεί ο εργαζόμενος να απασχολείται με τη συγκεκριμένη σύμβαση, δηλαδή πέρα αυτού θα έπρεπε είτε να μονιμοποιηθεί είτε να απολυθεί), παρά το γεγονός ότι η εθνική υπηρεσία κοινωνικής ασφάλισης στην Ιταλία προειδοποίησε πως αυτό το μέτρο θα οδηγούσε τους εργοδότες να διώξουν μη μόνιμους υπαλλήλους.

Όταν ο συγκεκριμένος νόμος τέθηκε σε ισχύ, πολλοί προσωρινοί υπάλληλοι στη χώρα έχασαν τη δουλειά τους, αφού οι εργοδότες δεν μπορούσαν να ανανεώσουν τη σύμβαση εργασίας τους. Έτσι προτίμησαν να προσλάβουν και να εκπαιδεύσουν νέους προσωρινούς εργαζομένους.

Στο μεταξύ, όσο η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται, τόσο πλησιάζει ο κίνδυνος περαιτέρω απώλειας θέσεων εργασίας. Όπως δηλώνει ο Μαρτίν, το πρόβλημα που δημιουργεί η οπισθοχώρηση από μεταρρυθμίσεις είναι ότι ουσιαστικά περιορίζει την ικανότητα των εργοδοτών να μοιράζουν εξίσου τα βάρη των μειώσεων μισθών και θέσεων εργασίας στους εργαζόμενους, δηλαδή να διανέμονται οι μειώσεις πιο δίκαια ανάμεσα σε όλους τους εργαζόμενους και όχι να την πληρώνουν οι λιγότερο προνομιούχοι εργαζόμενοι.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.