01/06/2020 05:30:37

Ο Ιρλανδός

Ο Ιρλανδός  - Media

 

Μετά το αριστουργηματικό και εγκληματικά υποτιμημένο Σιωπή, o Μάρτιν Σκορσέζε επιστρέφει με ένα γκανγκστερικό έπος παραγωγής Νέτφλιξ, ενώνοντας, για πρώτη φορά σε δική του ταινία, τιτάνες όπως ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο Αλ Πατσίνο, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ, και ο Τζο Πέσι – οι δύο πρώτοι είχαν πρωταγωνιστήσει στο δεύτερο μέρος του Νονού, και είχαν μοιραστεί το πανί στο Heat.

Βασισμένο στο βιβλίο του Τσαρλς Μπραντ με τον κωδικοποιημένο τίτλο Άκουσα Ότι Βάφεις Σπίτια, για την πραγματική (τουλάχιστον όπως υποτίθεται ότι την αφηγήθηκε) ζωή του Φρανκ Σίραν (ο χαρακτήρας του Ντε Νίρο), το φιλμ Ο Ιρλανδός, διάρκειας τριών ωρών και τριάντα λεπτών, καλύπτει ένα πολύ μεγάλο, όσο και ταραχώδες κομμάτι της αμερικανικής ιστορίας, ουσιαστικά από τον Β’ Παγκόσμιο μέχρι σήμερα, μέσα από την ιστορία ενός φορτηγατζή που ανέβηκε τα σκαλιά της ιεραρχίας της μαφίας, μετά από τυχαία συνάντηση με τον αρχηγό της διαβόητης οικογένειας Μπουφαλίνο (Τζο Πέσι).

Ο Σίραν θα καταλήξει σωματοφύλακας του, επίσης θρυλικού, αρχισυνδικαλιστή Τζίμι Χόφα (ο Πατσίνο στον ρόλο του ιστορικού προσώπου που στο παρελθόν έχει υποδυθεί και ο Τζακ Νίκολσον), του οποίου η εξαφάνιση από προσώπου γης το καλοκαίρι του 1975 τροφοδοτεί ακόμα έναν από τους μεγαλύτερους μοντέρνους μύθους της Αμερικής.

Η ταινία του Σκορσέζε δίνει, μέσω του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, τη δική της εκδοχή των γεγονότων, ενώ στην πορεία απαντάει και σε μερικά ακόμα ερωτήματα που στοιχειώνουν την αμερικανική Iστορία, όπως στο ποιος, ή ποιοι, κρύβονται πίσω από τη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι.

Για περίπου δύο ώρες και κάτι ο Ιρλανδός ακροβατεί μεταξύ ευχάριστης ημι-(αυτο-)παρωδίας του είδους και φόρου τιμής στους ηλικιωμένους πρωταγωνιστές/συντελεστές. Σε αυτό το κομμάτι την ταινία την κρατάει ο Πατσίνο με τους ‘‘πατσινισμούς’’ του, τους γνωστούς μανιερισμούς και τις ξαφνικές εκρήξεις του, υποδυόμενος τον χαρισματικό, όσο και αμφιλεγόμενο Χόφα ως σταρ.  

Περίπου μία ώρα και δέκα λεπτά πριν από το τέλος, και πιο συγκεκριμένα από τη σκηνή της βράβευσης του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα και ύστερα, ο Ιρλανδός γίνεται αριστούργημα. Σε αυτήν τη σκηνή, η οποία είναι ίσως η κορυφαία υποκριτικά για τον ηθοποιό στη συγκεκριμένη ταινία, ο Πατσίνο λέει με ανεπανάληπτο τρόπο στον αρχιμαφιόζο Ράσελ Μπουφαλίνο την ατάκα: ‘‘είναι δικό μου σωματείο/συνδικάτο’’ – εννοώντας τους θρυλικούς Teamsters. Μία και μόνο φράση αποκαλύπτει την ασυμβίβαστα ιδεαλιστική, όσο και (αυτο)καταστροφική πλευρά του  διεφθαρμένου και σκληροτράχηλου Χόφα, και έναν από τους λόγους για τους οποίους υπήρξε αντικείμενο λατρείας από τα μέλη τους συνδικάτου του και όχι μόνο, παρά τις απατεωνιές, τις ρατσιστικές εκρήξεις, και την παράνοιά του.  

Από εκεί και μετά, το σόου ανήκει στον Ντε Νίρο, ο οποίος είναι καταπληκτικός στην τρίτη πράξη, που καλύπτει τον πρωταγωνιστή από τη μέση έως την τρίτη ηλικία και τα βαθιά γεράματα (υπάρχουν αρκετά χρονικά ‘μπρος-πίσω’ στην ταινία). Στην τελευταία ώρα και κάτι, το φιλμ γίνεται αναπάντεχα φιλοσοφικό, συγκινητικό, ελεγειακό. Δεν είναι πια καθόλου η στερεοτυπική ‘‘γκανγκστερική’’ ταινία. Γίνεται αυτό που θα περίμενε κανείς από τον Σκορσέζε και τον Ντε Νίρο. Κάτι που υπερβαίνει τόσο τα όρια του είδους, όσο και τον άσχετο ντόρο για τους ψηφιακά ‘‘ξανανιωμένους’’ σταρ.

Είναι ωραίο να βλέπεις τον παλιό καλό Ντε Νίρο να επιστρέφει μετά από τόσα σκουπίδια στα οποία έχει πρωταγωνιστήσει τα τελευταία χρόνια. Το ότι επιλέγει εδώ για τον εαυτό του τον φαινομενικά μη αβανταδόρικο ρόλο ενός όχι ιδιαίτερα έξυπνο μπράβου, ενός ‘‘άχρωμου’’ επαγγελματία δολοφόνου και ανώνυμου μέλος συνδικάτου έχει πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς ο χαρακτήρας βρίσκεται στον αντίποδα των έξυπνων μαφιόζων που έχει υποδυθεί ο ηθοποιός, π.χ., στο Καζίνο, ή και στο Heat.

Ο Τζο Πέσι είναι επίσης πολύ καλός ως αναπάντεχα συγκρατημένος – σε σχέση με τους μανιακούς, ανεξέλεγκτους χαρακτήρες για τους οποίους έγινε διάσημος σε προηγούμενες ταινίες του Σκορσέζε (βλ. Τα Καλά Παιδιά, Καζίνο) –, αλλά πάντα ‘‘υπόγεια’’ απειλητικός, ‘‘δον’’ της μαφίας.

Ο Σκορσέζε σε γενικές γραμμές αρκείται εδώ στο να κινηματογραφεί, με κλασάτο τρόπο, όλο αυτό το καστ με ένα τέτοιο ειδικό βάρος. Παίζει κυρίως με τον ρυθμό της αφήγησης που είναι χαλαρός, αλλά στα κρίσιμα σημεία γίνεται εκρηκτικός. Ένα από αυτά είναι όταν ο χαρακτήρας του Ντε Νίρο μπουκάρει σε εστιατόριο πυροβολώντας. Εκεί, ο βετεράνος σκηνοθέτης μάς υπενθυμίζει τη βιρτουοζιτέ και την απαράμιλλη τεχνική του.

Επίσης, η ταραντινική σκηνή στο αυτοκίνητο και ο όλος διάλογος που περιστρέφεται γύρω από κάτι φαινομενικά ασήμαντο και παράταιρα αστείο όπως η αγορά ενός ψαριού και το συγκεκριμένο είδος του τελευταίου, είναι εκεί για να δείξουν τις διαφορές μεταξύ της γενιάς που εκπροσωπούν οι χαρακτήρες των Πατσίνο και Ντε Νίρο σε σχέση με τους χαρακτήρες άτσαλων νεαρών γκάνγκστερ χωρίς κώδικες ηθικής και φραγμούς, ή σε σχέση με τον (θετό) υιό Χόφα, στον οποίο ο πατριός του απευθύνει την ερώτηση, αν τη θυμάμαι σωστά: ‘‘Tί ξέρετε εσείς από ψάρι; Έχει χρειαστεί ποτέ στη ζωή σας να πιάσετε ψάρι μόνοι σας;’’.

Η φράση συνοψίζει απρόσμενα τόσο τη ζωή του Σίραν και τη θέση στην οποία θα βρεθεί πολλές φορές στη διάρκεια της ταινίας, αλλά, σε ένα βαθμό, και τη ζωή του Χόφα. Είναι προφανές όμως ότι ο Σκορσέζε, μέσω των μπαρουτοκαπνισμένων ηθοποιών του, απευθύνεται και στις νέες γενιές δημιουργών και θεατών που έχουν βρει έτοιμα πολλά από αυτά για τα οποία εκείνοι χρειάστηκε να αγωνιστούν, και για τα οποία βιάζονται δυσανάλογα να τους κρίνουν οι νεότεροι.

Η πρόσφατη σαρκαστική ατάκα που κυκλοφορεί μεταξύ των millennials ως απάντηση στις κατηγορίες της γενιάς των λεγόμενων ‘‘boomers’’ περί δήθεν τεμπελιάς των νεότερων κλπ. κλπ., είναι: ‘‘ΟΚ, boomer’’. Και θα φαινόταν να ταιριάζει εδώ, αν ο Σκορσέζε ή ο Ντε Νίρο αθώωναν τη δική τους γενιά. Αλλά δεν το κάνουν. Τους συγχωρείται εδώ, λοιπόν, λίγη νοσταλγία, λίγο πριν το λυκόφως. Οι συγκεκριμένοι, τουλάχιστον, όντως άνοιξαν δρόμους για τις νεότερες γενιές καλλιτεχνών.

Στο δε τελευταίο πλάνο, με τη μισάνοιχτη πόρτα, είναι προφανής ο συμβολισμός: αν και πολύ δύσκολο, όλοι αυτοί οι θρυλικοί συντελεστές αφήνουν μια χαραμάδα να τους δούμε να ξανασυνεργάζονται.  

Εν τω μεταξύ εσείς τρέξτε οπωσδήποτε να δείτε τον Ιρλανδό.

Βαθμολογία 4,5/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Τρία Αστέρια για τη φιλοξενία

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.