02/04/2020 16:46:57
23.1.2020 / ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2109 στις 23-1-2020

ΣΥΡΙΖΑ: Πολιτική αμηχανία, υψηλοί αντιπολιτευτικοί τόνοι

ΣΥΡΙΖΑ: Πολιτική αμηχανία, υψηλοί αντιπολιτευτικοί τόνοι  - Media

 

Συναίνεση για ΠτΔ μετά οξείας επίθεσης για την εξωτερική πολιτική

Μία μέρα πριν από την ανάδειξη στη Βουλή με ευρεία πλειοψηφία – τελικά 261 ψήφων – της Κατερίνας Σακελλαροπούλου ως νέας Προέδρου της Δημοκρατίας ο Αλέξης Τσίπρας με την ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να διευκρινίσει το πλαίσιο αλλά και τα όρια της συγκεκριμένης συναινετικής κίνησης, ώστε να μην παρερμηνευτεί ως ευρύτερη πολιτική συναίνεση.

Όμως η ανησυχία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ να μην καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών κάποια μορφή συναίνεσης αντανακλά τη γενικότερη πολιτική αμηχανία της Κουμουνδούρου σε αυτή τη φάση που ορίζεται από το πέρασμα στην αντιπολίτευση έπειτα από μια σταθερή τετραετία μνημονιακής διακυβέρνησης.

Το οικονομικό πλαίσιο αλλά και το πλαίσιο διαχείρισης του προσφυγικού σε αδρές γραμμές διαμορφώθηκε αυτή την τετραετία του ΣΥΡΙΖΑ – υπενθυμίζεται η προ μηνών κριτική της Κουμουνδούρου ότι η κυβέρνηση «τρώει απ’ τα έτοιμα» και επιχειρεί να οικειοποιηθεί τα αποτελέσματα και το θετικό κλίμα στη διεθνή σκηνή που προήλθαν από την πολιτική που εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το πλαίσιο αυτό, λοιπόν, παραδόθηκε στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία συνεχίζει πάνω στην ίδια κατεύθυνση – επιχειρώντας βέβαια να προσθέσει τις δικές της, «ιδεοληπτικές» όπως συχνά επισημαίνει ο ΣΥΡΙΖΑ, πινελιές.

Την ίδια ώρα και η παρούσα κυβέρνηση συνεχίζει την πεπατημένη στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, οι οποίες επί ΣΥΡΙΖΑ έλαβαν νέα δυναμική ώθηση υπό το θεώρημα Κοτζιά περί «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής», που στην πράξη μεταφραζόταν σε σχεδόν μονόπλευρο ποντάρισμα στις ΗΠΑ όσον αφορά τα εθνικά θέματα, τη στρατιωτικοαμυντική συνεργασία αλλά και τη συνεργασία στα ενεργειακά.

Αν τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να αναδιπλώνεται, όπως δείχνει η διαφαινόμενη μη υπερψήφιση της αμυντικής συμφωνίας και η έκφραση επιφυλάξεων, η στροφή αυτή μοιάζει να έχει συγκυριακά χαρακτηριστικά. Θα μπορούσε να μαρτυρά και μια όψιμη συνειδητοποίηση και διόρθωση στρατηγικών λαθών της κυβερνητικής περιόδου, αλλά προς το παρόν δείχνει να εκφράζει μια ανώδυνη και εκ του ασφαλούς αντιπολιτευτική γραμμή, που λέει ότι οι διεθνείς σχέσεις και συνεργασίες πρέπει να υλοποιούνται στη βάση ενός ισότιμου «δούναι και λαβείν» όσον αφορά την ικανοποίηση των εκατέρωθεν συμφερόντων. Οι επιφυλάξεις που, όπως είπαμε, διατυπώνει ο ΣΥΡΙΖΑ αναφορικά με το τελευταίο στάδιο επικύρωσης της αμυντικής συμφωνίας για τις αμερικανικές βάσεις δεν συνοδεύονται από κάποιο αίτημα για την παύση της λειτουργίας τους λόγου χάρη, από την άλλη, όπως και ο Νίκος Δένδιας επισήμανε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής που συζητείται το νομοσχέδιο, επέτρεψε να ξεκινήσει η υλοποίηση της συμφωνίας πριν καλά καλά αυτή αποκρυσταλλωθεί σε επίσημο κείμενο. Την ίδια ώρα οι καλές σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τον αμερικανικό παράγοντα αποτυπώνονται μεταξύ άλλων στο ενεργειακό σκέλος και τον αγωγό EastMed, ο οποίος επί της ουσίας αποτελεί ισραηλινοαμερικανικό πρότζεκτ.

Τακτικοί διαχωρισμοί

Εν μέσω λοιπόν αυτής της συγκυρίας, όπου από τη μία υπάρχει η συναίνεση στο πρόσωπο της Προέδρου της Δημοκρατίας, από την άλλη στο προσκήνιο βρίσκεται η συμφωνία για τις βάσεις που ο ΣΥΡΙΖΑ διαπραγματεύτηκε, προκύπτει η ανάγκη πολιτικών και τακτικών (στην περίπτωση των αμερικανικών βάσεων) διαχωρισμών.

Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ τις τελευταίες μέρες:

Υψώνει κατακόρυφα τους τόνους για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής όχι τόσο ως προς τις στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης όσο ως προς τη διαχείριση.

Ανεβάζει σταδιακά τους τόνους για εργασιακά και ασφαλιστικό αναδεικνύοντας όλη την κυβερνητική ατζέντα και ξεδιπλώνοντας την κριτική του επ’ αυτής.

Ειδικότερα, με αφορμή το ζήτημα της Λιβύης, ο ΣΥΡΙΖΑ άσκησε σφοδρή κριτική για την απουσία της χώρας από τη Διάσκεψη του Βερολίνου καταλογίζοντας ουσιαστικά ολιγωρία στην κυβέρνηση, υπό την έννοια ότι δεν κινητοποιήθηκε εγκαίρως ώστε να διεκδικήσει τη συμμετοχή της την ώρα που μετείχαν χώρες όπως π.χ. το Κονγκό και η Αλγερία.

Είχε προηγηθεί η σφοδρή κριτική για το ταξίδι στην Ουάσιγκτον, στην οποία ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ επανήλθε στο πλαίσιο της ομιλίας του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Αν λοιπόν στην αρχική του αντίδραση για τη συνάντηση Μητσοτάκη - Τραμπ ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε λόγο για «πρωτοφανές φιάσκο», προχθές ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε για «εθνική ζημία» από το ταξίδι εν αντιθέσει με την καλλιέργεια προσδοκιών για κέρδη εκ μέρους της κυβέρνησης.

Περαιτέρω, κατηγόρησε την κυβέρνηση για επικοινωνιακούς χειρισμούς στα κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής, εγκαλώντας την για υποβάθμιση της χώρας στις διεθνείς σχέσεις. «Παραδώσαμε λοιπόν τον Ιούλη μια χώρα νησίδα σταθερότητας και ασφάλειας, υπολογίσιμο και όχι προβλέψιμο εταίρο. Μια χώρα μέρος της λύσης και όχι των προβλημάτων της περιοχής. Και το ερώτημα είναι: Τι είμαστε σήμερα; Πού πηγαίνουμε σήμερα» ανέφερε χαρακτηριστικά στην ομιλία του αποδίδοντας τη σημερινή κατάσταση εξ ολοκλήρου στους χειρισμούς της σημερινής κυβέρνησης.

Την ίδια ώρα δεν φάνηκε να φέρει κάποια προωθημένη πρόταση στο τραπέζι για την αντιμετώπιση της Τουρκίας πέρα από την επιμονή στη διεκδίκηση της επιβολής κυρώσεων σε πρόσωπα και φορείς που εμπλέκονται στις παράνομες γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ και την επέκτασή τους και για την Κρήτη. Τη στιγμή που έχουν φανεί τα όρια αυτής της ιστορίας μόλις προχθές το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. κάλεσε την ομάδα εργασίας να καταρτίσει τη λίστα με τα ονόματα φυσικών και νομικών προσώπων στα οποία θα επιβληθούν οι κυρώσεις, ενώ παράλληλα είναι φανεροί οι πολιτικοί δισταγμοί δυνάμεων όπως η Γερμανία. Η τελευταία, πέρα από τις ανησυχίες για το προσφυγικό, αντιμετωπίζει την Τουρκία πρωτίστως ως μεγάλο εμπορικό εταίρο.

Επιπλέον, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ σημείωσε – επιχειρώντας μια αντίστιξη με το γνωστό απόφθεγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή – ότι «δεν πάμε καθόλου καλά έξω» πέρα από το ότι «δεν πάμε καλά μέσα».

Με άλλα λόγια, παρά τις συνεχείς επικλήσεις στη διαφορετική στάση που κρατά ο ίδιος στα εθνικά σε αντίθεση με ό,τι έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Συμφωνία των Πρεσπών, ο Αλέξης Τσίπρας χρησιμοποιεί δραματικούς τόνους στην κριτική του, υποδεικνύοντας όμως κατευθύνσεις που λίγο - πολύ είναι κοινές στην αντιμετώπιση των ελληνοτουρκικών, προτείνοντας μια πιο διεκδικητική στάση στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., πάντα όμως στο γνωστό πλαίσιο του κατευνασμού, όπως άλλωστε δείχνει και η μέχρι στιγμής στάση για τη Χάγη.

Εν ολίγοις η τακτική που ακολουθεί ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης διέπεται από την εξής αντίφαση: από τη μία χαρακτηρίζεται από τη διάθεση να εμφανίζεται στο εγχώριο και διεθνές ακροατήριο ως θεσμικός και υπεύθυνος πολιτικός παίκτης, από την άλλη οι αντιπολιτευτικές ανάγκες υπαγορεύουν οξείς τόνους ακόμη και εκεί που επί της ουσίας δεν υπάρχουν στρατηγικού χαρακτήρα διαφωνίες.

Ενδεικτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ υπερθεμάτισε για τον EastMed, συναίνεσε στο πρόσωπο της ΠτΔ (επισημαίνοντας βεβαίως ότι ο ίδιος στηρίζει από θέση αρχών, ενώ για τη Ν.Δ. ήταν θέμα επικοινωνιακής ντρίμπλας), δείχνει να συμπλέει με τις φωνές υπέρ Χάγης, δεν σχολίασε αρνητικά την αναφορά Δένδια σε αποστολή δυνάμεων στη Λιβύη και χαρακτήρισε θετική την επίσκεψη Χαφτάρ στην Αθήνα, δεν εναντιώθηκε στη συμφωνία για τα F35 (απλώς κάλεσε σε οικονομοτεχνική τεκμηρίωση) και ζητά Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών για τη χάραξη εθνικής στρατηγικής στα ελληνοτουρκικά – κάτι που δείχνει μια εκ των προτέρων διάθεση συναίνεσης.

Εργασιακά - παιδεία - ρουσφέτια

Με δεδομένο λοιπόν ότι τα παραπάνω ζητήματα παρουσιάζουν όρια ως προς την άσκηση αντιπολιτευτικής τακτικής και αποκαλύπτουν την αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ, η Κουμουνδούρου επιστρατεύει την προνομιακή της ατζέντα, δεδομένης και της επιθετικής κυβερνητικής πολιτικής σε αυτά τα πεδία, δηλαδή την παιδεία και τα εργασιακά.

Στην κορυφή της ατζέντας αυτές τις μέρες βρέθηκε το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας, με το οποίο μεταξύ άλλων εισάγεται η ρύθμιση για την εξίσωση ουσιαστικά των κολεγίων με τα ΑΕΙ. Σύμφωνα με την κριτική του ΣΥΡΙΖΑ, με τη ρύθμιση του άρθρου 50 δίνεται η δυνατότητα σε αποφοίτους κολεγίων να διορίζονται στη δημόσια εκπαίδευση χωρίς καμία πιστοποίηση και αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων, αλλά από την «πίσω πόρτα», παρακάμπτοντας και τις επιταγές του άρθρου 16 του Συντάγματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε τη Νίκη Κεραμέως ότι ψευδώς ισχυρίζεται πως τη ρύθμιση αυτή επιβάλλει η Ε.Ε. και πως, αντιθέτως, υποκρύπτεται ικανοποίηση εγχώριων επιχειρηματικών συμφερόντων σε βάρος της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης και ως εκ τούτου την κάλεσε να την αποσύρει.

Όσον αφορά τα εργασιακά, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε το θέμα των απολύσεων και της ελαστικοποίησης σε τράπεζες (Πειραιώς), ΟΤΕ και Λιπάσματα Καβάλας, ενώ υπήρξαν και συναντήσεις του Αλέξη Τσίπρα με εργαζομένους που βρίσκονται σε κινητοποιήσεις. Σε δήλωσή του μάλιστα σημείωσε ότι «η πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ. έχει δώσει ένα γενικευμένο σήμα αυθαιρεσίας στην αγορά εργασίας. Σχέδια ακραίας αυθαιρεσίας που επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ανακόπτονταν χάρη στις πολιτικές παρεμβάσεις, σήμερα, όχι απλώς νομιμοποιούνται, αλλά ενθαρρύνονται. Μεγάλες επιχειρήσεις, όπως οι τράπεζες, ο ΟΤΕ και τα Λιπάσματα Καβάλας προχωρούν σε απολύσεις, σε μειώσεις μισθών, σε ελαστικοποίηση της εργασίας και σε αναθέσεις σε εργολάβους. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα σταθεί στο πλευρό των εργαζομένων που βάλλονται από την ακραία εργοδοτική αυθαιρεσία».

Σχολιάζοντας τις δηλώσεις Πέτσα για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 700 ευρώ την επόμενη τριετία ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε λόγο για μία ακόμη προεκλογική υπόσχεση που διαψεύδεται και παραπέμπεται στις καλένδες.

Για το θέμα των εργοδοτικών αυθαιρεσιών στις απολύσεις και το γενικότερο ξήλωμα του εργασιακού νομοθετικού πλαισίου του ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο πρώτο εξάμηνο διακυβέρνησης της Ν.Δ. ο Αλέξης Τσίπρας κατέθεσε ερώτηση στη Βουλή. Δεδομένου ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν προσήλθε να απαντήσει, καθώς η συζήτηση στη Βουλή συνέπεσε με τη μέρα της επίσημης επίσκεψης στην Αθήνα του Λίβυου στρατηγού Χαλίφα Χαφτάρ, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ διαμηνύει ότι θα συνεχίσει να την επανακαταθέτει μέχρι ο πρωθυπουργός να απαντήσει.

Ψηλά βεβαίως σήκωσε ο ΣΥΡΙΖΑ και το θέμα του κομματικού κράτους. Έπειτα από δημοσίευμα της «Αυγής» το περασμένο Σάββατο για τους «γαλάζιους παππούδες», δηλαδή τη φωτογραφική διάταξη Βρούτση για «γαλάζιους» συνταξιούχους που θα μπορούν να στελεχώνουν θέσεις συμβούλων υπουργικών γραφείων χωρίς να αναστέλλεται η σύνταξή τους.

«Θα ήταν μια υπόθεση μόνο για γέλια, αν δεν συνέβαινε σε μια χώρα που οδηγήθηκε στην κρίση ακριβώς επειδή επικράτησαν αυτές οι πρακτικές της αναξιοκρατίας, της ανηθικότητας, της γεροντικής κομματοκρατίας» σημείωσε ο Αλέξης Τσίπρας κατά την ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Κάλεσε δε τον πρωθυπουργό να «συμμαζέψει το ρουσφέτι του κ. Βρούτση στους συνταξιούχους κομματικούς καρεκλοκένταυρους» θυμίζοντας και την πρόσφατη περίπτωση του Κώστα Πατέρα: «Αρκετά γελάσαμε και κλάψαμε ταυτόχρονα με τον κ. Πατέρα, δεν χρειάζεται να μας προσφέρετε και άλλο κλαυσίγελο. Μαζέψτε το, λοιπόν, πριν σας κάνει μεγαλύτερη ζημιά» ανέφερε.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.