02/06/2020 15:32:40

Δικαστήρια και δικηγόροι

 

Τις ημέρες αυτές παρακολουθήσαμε τη δίκη για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη. Η εισαγγελέας Κας Δόγκα στην αγόρευσή της κατηγορήθηκε ως πολύ  συναισθηματική, κατηγορήθηκε και γιατί επικαλέσθηκε τη στρατηγική των συνηγόρων υπεράσπισης των δολοφόνων. Υπουργός της κυβέρνησης εξανέστη για τη συμπεριφορά της με τρόπο ιδιαίτερα απαξιωτικό –χαρακτήρισε τη δίκη «λαϊκή απογευματινή»- ο δε δικηγορικός Σύλλογος έστειλε εκπρόσωπό του για να διαμαρτυρηθεί κατά τη διάρκεια της δίκης, με το επιχείρημα πως η εισαγγελέας έθιξε τους δικηγόρους. Δεν ξέρουμε αν αυτός ο εκπρόσωπος ήταν νομιμοποιημένος εκπρόσωπος, ούτε αν δικαιούταν να διακόψει με διαμαρτυρίες μία δίκη (πάντως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου, είπε δημοσίως πως απλώς εξέφραζε την άποψη του Προέδρου).

Εδώ δεν θα προβούμε σε κρίση προσώπων και πραγμάτων, απλώς θα θέσουμε ορισμένα ερωτήματα προς κάθε αρμόδιο και κάθε θιγόμενο. 

1. Ο Δικηγορικός Σύλλογος διατείνεται πως οι δικηγόροι είναι «συν-λειτουργοί  της Δικαιοσύνης». Είναι όμως έτσι; Συν-λειτουργοί της Δικαιοσύνης θα ήταν μόνο αν στόχευαν στην αποκάλυψη της αλήθειας και μόνο, που σημαίνει πως στην εναντία περίπτωση θα έπρεπε να διώκονταν αν δεν συνέβαλαν σε αυτό. Όταν όμως ένας δικηγόρος επιχειρηματολογεί υπέρ της αθωότητας του κατηγορουμένου και πελάτη του, που όμως στο τέλος αυτός καταδικάζεται, θα έπρεπε να καταδικάζεται και ο ίδιος, καθόσον  επεδίωκε το αντίθετο από την επικράτηση της αλήθειας.   Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Αυτό δεν σημαίνει πως συχνά δεν συμβάλει στην επικράτηση της αλήθειας,  τούτο όμως δεν συμβαίνει σε κάθε δίκη. Δεν υποχρεούται γι’ αυτό ο δικηγόρος. Ο δικηγόρος έχει το ελεύθερο να λέει ότι θέλει, προς υπεράσπιση του πελάτη του, μπορεί να μεροληπτεί και να ψεύδεται χωρίς συνέπειες. Άρα απλώς συν-λειτουργεί στη διαδικασία της δίκης, όχι υποχρεωτικώς για την επικράτηση της αλήθειας. 

2. Ο δικαστής και ο εισαγγελέας γιατί δεν μπορούν να εκφράζονται συναισθηματικώς, όταν και οι ίδιοι οι νόμοι εμπεριέχουν συναισθηματισμό; Όταν λέμε «ειδεχθές» ή «ιδιαιτέρως ειδεχθές» έγκλημα, η λέξη ειδεχθές δεν περικλείει συναίσθημα; Όταν λέμε πως «λαμβάνεται υπ’ όψιν ο πρότερος έντιμος βίος», αυτή η επιείκεια δεν ενεγράφη στους νόμους    συναισθηματικώς θεμελιωμένη; Η ίδια η τιμωρία, η όποια τιμωρία, δεν είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής απόφανσης της κοινωνίας;  Ή δεν είναι τουλάχιστον και συναισθηματικής απόφανσης της κοινωνίας, καθόσον προφανώς εμπεριέχει και ιδιοτέλεια, στα πλαίσια των διαφορετικών κάθε φορά «κοινωνικών συμβολαίων», που ορίζουν όμως και την «ηθική».  Η πολυχρησιμοποιημένη έκφραση «κοινό περί του δικαίου αίσθημα» πάλι, τι είναι; Όλοι οι νόμοι προέρχονται από την επικρατούσα ηθική, υπό την έννοια του αποδεκτού από τις κοινωνίες τρόπου συμπεριφοράς.    Άλλη η ηθική των δικαστών στα πρώτα χρόνια των ΗΠΑ, που κρέμαγαν τους αλογοκλέφτες, άλλη η παλαιότερη ηθική του ακρωτηριασμού του χεριού του κλέφτη στις ισλαμικές χώρες, άλλη η ηθική   των σημερινών χρόνων στη Δύση. Αυτές τις διαφορετικές ηθικές εξυπηρετούσαν και εξυπηρετούν οι νόμοι. 

3. Στις δίκες συμμετέχουν και οι κατήγοροι και οι κατηγορούμενοι, δηλαδή και τα θύματα και οι θύτες. Όταν κάποιος εν των θυμάτων εκλείπει, οφείλει το δικαστήριο να τον θεωρήσει ως υπάρχοντα στη δίκη. Τόσο δηλαδή οι  δικηγόροι του, που επιχειρηματολογούν εναντίον του  θύτη, αλλά όσο και ο Δικαστής και ιδιαιτέρως ο Εισαγγελέας, που οφείλει να τον συμπεριλάβει στον συλλογισμό της εισήγησής του.  Ο Εισαγγελέας μάλιστα, που εκφράζει τις απόψεις του  προς τους Δικαστές και τους ενόρκους, διερευνώντας την συχνά πλήρη συναισθήματος αλήθεια,   οφείλει να  συμπεριλάβει στην εισήγησή του και αυτό το συναίσθημα, αλλά και όλες τις άλλες διαστάσεις του εγκλήματος. Στα δε εγκλήματα συμπεριλαμβάνονται τόσο οι αυτουργοί, αλλά όσο και οι ενδεχομένως ηθικοί αυτουργοί ή/και οι έχοντες προσπαθήσει να συγκαλύψουν τα εγκλήματα αυτά, ή και εξακολουθούν να  προσπαθούν να τα συγκαλύψουν. Τόσο με το γράμμα του νόμου όσο και με το εγκρυπτόμενο συναίσθημα και την ηθική θεμελίωση του νόμου.   Όλα τα ανωτέρω αποτελούν μέρος της κείμενης νομοθεσίας, είτε αμέσως είτε εμμέσως. Από αυτά πηγάζουν και τα καθήκοντα του Εισαγγελέα. 

4. Από την εισήγηση του Εισαγγελέα, που διερευνά ενδελεχώς την αλήθεια, ενδεχομένως να προκύψουν και άλλοι κατηγορούμενοι. Αν δε πράγματι υπάρχουν και άλλοι θύτες, ο Εισαγγελέας οφείλει να κατευθύνει την έρευνα και προς αυτούς. Αυτή είναι η αποστολή του.  

5. Εν ολίγοις θεωρώ πως αξίζουν συγχαρητήρια στην Κα Δόγκα, καθόσον κατανόησε πλήρως το καθήκον της. Ο δε Δικηγορικός Σύλλογος οφείλει να διευκρινίσει προς την κοινωνία τον πραγματικό ρόλο των δικηγόρων στις αίθουσες των δικαστηρίων. 

Για τα ανωτέρω δεν μίλησα ως νομικός, που δεν είμαι, αλλά ως πολίτης που επιζητώ σωστή λειτουργία του τρόπου απονομής δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου νομίζω τα ερωτήματά μου έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα, καθόσον δεν επιδιώκω την υποστήριξη κάποιας συντεχνίας,  παρά μόνο την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας μου. Κοινωνία προς την οποίαν δικαιούμαι αλλά και υποχρεούμαι να θέτω την άποψή μου, πιστός στο  «τις αγορεύει βούλεται» και όχι στο «μόνο εμείς δικαιούμεθα να μιλάμε».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.