Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΠαράλληλα προς την τρομοκρατία, με την προσέγγιση της Απελευθέρωσης, αποκορυφωνόταν το οικονομικό δράμα του πληθυσμού των πόλεων και ιδίως της πρωτεύουσας.
Παράλληλα προς την τρομοκρατία, με την προσέγγιση της Απελευθέρωσης, αποκορυφωνόταν το οικονομικό δράμα του πληθυσμού των πόλεων και ιδίως της πρωτεύουσας. Η ύπαιθρος είχε ήδη προσαρμοστεί προς ορισμένη εξισορρόπηση. Η ελεύθερη περιοχή, που τον Σεπτέμβριο του 1944 περιλάμβανε πια το 85% της έκτασης της Ελλάδας, είχε δημιουργήσει μια δική της, ανεκτή οικονομική πραγματικότητα. Οι μικρές επαρχιακές πόλεις είχαν υπεισέλθει και αυτές στο σύστημα της ελεύθερης περιοχής. Αλλά στις μεγάλες πόλεις, με αποκορύφωμα την Αθήνα και τον Πειραιά, η οικονομική τραγωδία προσέλαβε διαστάσεις απίθανες.
Δεν είχε χειροτερέψει ακόμη περισσότερο η επισιτιστική κατάσταση. Έως τις τελευταίες ημέρες της Κατοχής έφταναν στον Πειραιά τα ξένα πλοία με φορτία τροφίμων. Η τελευταία άφιξη έγινε την 20ή Σεπτεμβρίου, με τα σουηδικά φορτηγά «Φορμόζα» και «Σάγκατ», που είχαν 16.527 τόνους ειδών διατροφής. Αλλά τώρα μια νέα καταιγίδα σάρωνε τα πάντα, συνέτριβε ό,τι είχε απομείνει και βύθιζε το σύνολο στο χάος: ο πληθωρισμός.
Η δραχμή είχε ήδη καταρρεύσει εξευτελιστικά, όπως είδαμε. Αλλά κανένας δεν μπορούσε να προμαντεύσει έως τα τέλη του 1943 το κύμα του πληθωρισμού που θα κατακάλυπτε το κατεχόμενο τμήμα της Ελλάδας, και προπαντός την πρωτεύουσα. Είχε εκμηδενιστεί σε τέτοιο βαθμό η δραχμή, ώστε τα τυπογραφεία που λειτουργούσαν για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος, εργαζόμενα νύχτα και ημέρα με τρεις βάρδιες, δεν πρόφταιναν να παράγουν τα χαρτονομίσματα που ήταν αναγκαία. Αλλά η τράπεζα αντιμετώπιζε ένα ασύγκριτα μεγαλύτερο πρόβλημα: πώς να κάνει την κατανομή εκείνων των αστείρευτων χειμάρρων τραπεζογραμματίων, που ήταν κατά βάση απλό τυπωμένο χαρτί, αλλά το οποίο εξακολουθούσε να είναι απαραίτητο για την οικονομική λειτουργία. Δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμοί, ιδιωτικές επιχειρήσεις, και προπαντός στρατιωτικές υπηρεσίες των δυνάμεων κατοχής, απαιτούσαν τεράστιες ποσότητες χαρτονομισμάτων, που ήταν αδύνατον να ικανοποιηθούν. Και φυσικά οι Γερμανοί οικονομικοί αξιωματικοί που ήταν εγκατεστημένοι στην Τράπεζα της Ελλάδος είχαν την προτεραιότητα. Όταν ήθελαν, άρπαζαν όσα τραπεζογραμμάτια υπήρχαν στα ταμεία, αδιαφορώντας για κάθε άλλη ανάγκη.
Τον Μάιο του 1944 το υπουργείο Οικονομικών επιχείρησε να βάλει κάποια τάξη στη διανομή του χρήματος. Συγκρότησε μια «Επιτροπή εγκρίσεως χορηγήσεως μετρητών», η οποία καθόριζε τα ποσά που δικαιούνταν να λάβει κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Και κάθε ημέρα συντασσόταν από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, έπειτα από συνεννόηση με τους Γερμανούς παρατηρητές Χαν και Φόκμερ, κατάσταση των ποσοτήτων τραπεζογραμματίων που έπρεπε να δοθούν στους διάφορους δικαιούχος. Η κατάσταση αυτή, κάθε πρωί, παρουσίαζε ιλιγγιώδεις αλλαγές, καθώς από ώρα σε ώρα ο πληθωρισμός ακράτητος, πραγματοποιούσε νέο γιγαντιαίο άλμα.
Αναρχία στην τράπεζα
Τα πράγματα επιδεινώθηκαν σε εφιαλτικό βαθμό τον Σεπτέμβριο του 1944, όταν οι Γερμανοί ανέλαβαν τον απόλυτο έλεγχο στην παραγωγή και διανομή των τραπεζογραμματίων και των χρηματαποστολών στις επαρχίες. Αυτές οι τελευταίες, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις, ελάχιστα πραγματοποιούνταν. Και, καθώς οι γερμανικές Αρχές άρπαζαν το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου χρήματος, δεν υπήρχε περιθώριο για στοιχειώδη ικανοποίηση των ελληνικών αναγκών.
Μέσα στην τράπεζα άρχισαν να γίνονται βίαια επεισόδια. Συχνά η τάξη διασαλεύτηκε, ενώ οι ταμίες υφίσταντο προσωπικά κινδύνους και απειλές. Ακόμη και διαρπαγές από τα ταμεία ήταν συνηθισμένες. Και στις 8 Σεπτεμβρίου ο διευθυντής Στυλιανός Γρηγορίου υπέβαλε προς τον διοικούντα τότε την τράπεζα την εξής χαρακτηριστική αναφορά (Ηλία Βενέζη, Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήναι 1955, σελ. 304):
«Προπηλακίζομαι και απειλούμαι τηλεφωνικώς, πολιορκείται το Γραφείον μου καθημερινώς, και απειλείται η βιαία εισροή εντός αυτού αλλοφρόνων ανθρώπων αξιούντων από εμέ άμεσον πληρωμήν. Καταγγέλλομαι εγγράφως υπό των αστυνομικών αρχών, υπό των αρχών χωροφυλακής, υπό των στρατιωτικών, εν ενί λόγω όχι μόνον απειλείται πλέον σοβαρώς η προσωπική μου ακεραιότης αλλ’ όπερ σπουδαιότερον, η διατάραξις της τάξεως εν αυτή τη Τραπέζη ως και εις τα Δημόσια Ταμεία. Ως εικός, δε, υπό τας σημερινάς κρισίμους συνθήκας τοιαύτη διατάραξις δυνατόν να έχη ανυπολογίστου εκτάσεως συνεπείας.
Αισθάνομαι διά τούτο την υποχρέωσιν και το καθήκον όπως και εγγράφως, εν συνεχεία, προς τα επανειλημμένα συνεχή, έντονα, και μετά φορτικότητος γενόμενα παρ’ υμίν διαβήματά μου, επικαλεσθώ την άμεσον και άνευ αναβολής, ουδ’ επί μίαν στιγμήν, υμετέραν ενέργειαν παρά τω κ. Υπουργώ των Οικονομικών και τω κ. Γερμανώ Επιτρόπω παρά τη Τραπέζη, προς εξεύρεσιν αμέσου λύσεως προς θεραπείαν της τοιαύτης καταστάσεως. Αύριον, 9 Σεπτεμβρίου, ημέραν Σάββατον, εάν δεν θα ήτο δυνατόν όπως διατεθώσιν διά τας ενεργουμένας υπό της Διευθύνσεώς μου πληρωμάς τουλάχιστον 30 τρισεκατομμύρια δραχμών, η Τράπεζα ημών δέον να κλείση τας πύλας αυτής εις το κοινόν, να επιτρέψη δε μόνον την είσοδον εις τους διαχειριστάς των υπηρεσιών εκείνων του Δημοσίου ων η λειτουργία επιβάλλεται να μη ανακοπή ίνα εις αυτούς και μόνον διατεθώσιν όσα θα υπήρχον διαθέσιμα μετρητά…».
153 εκατομμύρια το ψωμί
Η τραγωδία όμως ήταν μεγαλύτερη στην αγορά. Οι τιμές ανέβαιναν από ώρα σε ώρα. Κατέβαινε κανείς να ψωνίσει και έβλεπε να ανατρέπονται οι υπολογισμοί του, ακόμη και στη διάρκεια του χρόνου που παρέμενε μέσα σε ένα κατάστημα. Ήταν αδύνατος πια οποιοσδήποτε υπολογισμός σε δραχμές μέσα στην οικονομική διαδικασία. Και η τιμή του ψωμιού (μια οκά) είχε την εξής διακύμανση στη διάρκεια της Κατοχής:
Δραχμές
1941 Απρίλιος: 10
1942 Ιανουάριος: 230
1943 Ιούλιος: 2.000
1944 Ιανουάριος: 38.000
1944 Σεπτέμβριος: 153.000.000
Η ζοφερή κατάσταση της Ελλάδας στους τελευταίους δραματικούς μήνες της Κατοχής φαίνεται από τους εξής ψυχρούς αριθμούς. Είναι οι δείκτες κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων της τιμής χρυσής λίρας και του τιμάριθμου κόστους ζωής στην Αθήνα (Ηλ. Βενέζη, στο ίδιο έργο, σελ. 305):
Κυκλοφορία τραπεζο-γραμματίων Τιμή χρυσής λίρας Τιμάριθμος κόστους ζωής
Απρίλιος 1941 1 1 1
Δεκέμβριος 1942 15,7 127,7 156,5
Δεκέμβριος 1943 135,5 1.319,2 1.522,7
Οκτώβριος 1944 8.276.320 1.633.540.989 2.305.984.911
Σε καμιά κατεχόμενη χώρα της Ευρώπης ο πληθωρισμός δεν προσέλαβε τέτοιες διατάσεις. Όπως και η τρομοκρατία και η πείνα. Η Ελλάδα κατείχε ατράνταχτα αυτά τα ρεκόρ σε παγκόσμια κλίμακα. Μετά τη Μεγάλη Πείνα, η Μεγάλη Τρομοκρατία. Μετά τη Μεγάλη Τρομοκρατία, ο Μεγάλος Πληθωρισμός.
«Δισ.» και «τρισ.»
Το κοινό είχε εθιστεί με το φοβερό χάος. Και νέα μεγέθη υπεισήλθαν στην κοινή χρήση. Τα «δισ.» και τα «τρισ.» (δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια). Όροι που χρησιμοποιούσαν με άνεση και οι τελευταίες νοικοκυρές. Φυσικά, μέσο συναλλαγών και μέτρο αξιών είχε γίνει η χρυσή λίρα, με ουραγό το χρυσό εικοσόφραγκο. Ακόμη και οι Γερμανοί, όταν πια δεν μπορούσαν να συνεχίσουν την απομύζηση της οικονομίας με χαρτονομίσματα, άρχισαν από τον Νοέμβριο του 1943 να πουλούν στην αγορά των Αθηνών χρυσά νομίσματα. Και υπήρξε ευτύχημα για την Ελλάδα ότι το βρετανικό θησαυροφυλάκιο είχε διοχετεύσει στη χώρα, χάριν της Αντίστασης, πάνω από 1,5 εκατομμύριο χρυσές λίρες. Η χρυσή εκείνη βροχή επέτρεψε να διατηρηθεί στη ζωή η διψασμένη ελληνική οικονομία, μέσα στους τελευταίες οδυνηρούς σπασμούς της Κατοχής.
Μέσα σε εκείνο το χάος, δεν έπαψε ούτε στιγμή η ανηλεής αφαίμαξη της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Από το Βερολίνο είχε σταθεί με απεριόριστες εξουσίες στην οικονομική σφαίρα – όπως έχουμε γράψει – ως Έκτακτος Πληρεξούσιος του Ράιχ ο Νιμπάχερ, που έλαβε διάφορα μέτρα για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Στην ουσία όμως οργάνωσε συστηματικότερα την απορρόφηση της ελληνικής παραγωγής, η οποία, εκτός από τις απευθείας επιτάξεις και αγορές, διεξαγόταν μέσω του ελληνογερμανικού «κλήριγκ». Υποτίθετο, δηλαδή, πως οι Γερμανοί αντάλλασσαν τα προϊόντα μας όχι με χρήματα, αλλά με δικά τους προϊόντα. Έτσι, υποτίθετο πάλι, δεν απογύμνωναν τη χώρα και διενεργούνταν ζωηρό εμπόριο «επ’ ωφελεία και των δύο χωρών».
Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για άλλη μια μορφή αρπαγής. Γιατί, έναντι των ελληνικών προϊόντων, η Γερμανία μας απέστελλε ελάχιστα δικά της. Τη διαφορά την καταχωρούσε ως «χρέος του Ράιχ προς την Ελλάδα». Το «κλήριγκ», δηλαδή, απέβαινε υπερβολικά παθητικό εις βάρος της ελληνικής οικονομίας. Αλλά και εκείνη η χορήγηση λίγων γερμανικών προϊόντων ήταν εικονική. Γιατί τα έπαιρναν και τα κατανάλωναν οι γερμανικές δυνάμεις Κατοχής.
Πηγή: Σόλων Νεοκ. Γρηγοριάδης
Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974
Τόμος Ά
Εκδόσεις: Polaris
Σελ.: 706
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.