search
ΣΑΒΒΑΤΟ 31.01.2026 08:51
MENU CLOSE

ΗΠΑ, μια χώρα των άκρων…

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2423
29/01/2026
31.01.2026 06:30
trump_3001_1920-1080_new
credit: AP

Πριν από λίγες ημέρες έκλεισε ένα χρόνος της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο «one year of Trump» θα εμφανιστεί η επίσημη σελίδα του Λευκού Οίκου με έναν μεγαλοπρεπή τίτλο «365 Wins in 365 Days: President Trump’s Return Marks New Era of Success, Prosperity» (365 Νίκες σε 365 Ημέρες: H επιστροφή του Προέδρου Τραμπ σηματοδοτεί μια καινούργια εποχή επιτυχιών και αφθονίας).

Εάν κατεβείτε λίγο πιο κάτω, πολλά μέσα ενημέρωσης διαφωνούν με αυτές τις βαρύγδουπες δηλώσεις, πόσο μάλλον εάν σκεφτεί κάποιος το χάος μόνο των τελευταίων ημερών, όπου ο Τραμπ μοιάζει να περνάει κάποιο tantrum.

Ο ένας χρόνος της δεύτερης προεδρίας του Τραμπ καταγράφηκε τελικά ως μια περίοδος ακραίων επιλογών και ως σημείο καμπής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, άλλοτε ρυθμιστής ισορροπιών και άλλοτε πηγή αποσταθεροποίησης, μοιάζουν σήμερα να έχουν εισέλθει σε μια φάση εσωτερικής και εξωτερικής απορρύθμισης χωρίς σαφή όρια. Το πολιτικό σύστημα πιέζεται στα εντός της Αμερικής, οι θεσμοί δοκιμάζονται και παραβιάζονται καθημερινά και η διεθνής σκηνή παρακολουθεί μια υπερδύναμη να δρα περισσότερο ως αστάθμητος παράγοντας παρά ως προβλέψιμος δρων.

Η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνοδεύτηκε από τη γνωστή ρητορική ισχύος, αλλά αυτή τη φορά με πολύ λιγότερα προσχήματα. Η γλώσσα της «ασφάλειας» χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει παρεμβάσεις στο εσωτερικό της χώρας, ενώ στο εξωτερικό η διπλωματία αντικαταστάθηκε από τη λογική του τετελεσμένου. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό τοπίο όπου η σύγκρουση είναι το βασικό εργαλείο της διακυβέρνησης και δεν ξέρεις «τι θα σου ξημερώσει».

Στο τέλος του πρώτου αυτού έτους το ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ έχουν αλλάξει. Είναι αν μπορούν να επιστρέψουν σε μια στοιχειώδη κανονικότητα χωρίς να αφήσουν πίσω τους βαθιές ρωγμές.

Η Μινεάπολη ως προειδοποίηση (;)

Η κρίση που ξέσπασε στη Μινεάπολη δεν ήταν τυχαία, ούτε απομονωμένη. Ήταν το αποτέλεσμα μιας συνειδητής πολιτικής επιλογής: της μαζικής ανάπτυξης ομοσπονδιακών δυνάμεων σε αστικό περιβάλλον, με στόχο την επιβολή μιας ακραίας μεταναστευτικής ατζέντας. Η πόλη μετατράπηκε σε πεδίο δοκιμής ενός μοντέλου «εσωτερικής ασφάλειας», η οποία εξασφαλίζεται με ξύλο, με τον νόμο του ισχυρότερου, με όπλα, τα οποία μάλιστα χτυπούν στο «ψαχνό», αν χρειαστεί!

Το 2025 είχαμε 32 θανάτους από την ICE (Immigration and Customs Enforcement), ενώ η χρονιά ξεκίνησε με έναν εξίσου τραγικό απολογισμό, καθώς από τα πυρά της σκοτώθηκαν η 37χρονη Ρενέ Νικόλ Γκουντ στις 7 Ιανουαρίου και ο 37χρονος Αμερικανός πολίτης και νοσηλευτής ΜΕΘ Άλεξ Τζέφρεϊ Πρέτι, που έπεσε νεκρός στις 24 Ιανουαρίου, στην προσπάθειά του να προστατέψει μια γυναίκα.

Ταυτόχρονα «εξουδετέρωσαν» μια σημαντική απειλή συλλαμβάνοντας τον πεντάχρονο Λίαμ Ράμος μαζί με τον πατέρα του κατά τη διάρκεια ευρείας επιχείρησης, ενώ τα βίντεο και οι εικόνες του τρομοκρατημένου παιδιού με το μπλε καπέλο και την τσάντα «Spider-Man» έχουν κάνει τον γύρο του διαδικτύου.

Η παρουσία χιλιάδων πρακτόρων, συχνά χωρίς επαρκή εκπαίδευση για διαχείριση πολιτών και διαδηλώσεων, δημιούργησε κλίμα φόβου. Οι δύο θανατηφόροι πυροβολισμοί πολιτών μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα ανέδειξαν το προφανές: όταν το κράτος αντιμετωπίζει τους κατοίκους του ως υπόπτους, η βία παύει να είναι εξαίρεση και νόμος γίνεται η καταστολή.

Οι αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας δεν περιορίστηκαν σε διαδηλώσεις. Αναπτύχθηκαν δίκτυα αλληλεγγύης, χώροι καταφυγίου, συλλογικές μορφές αντίστασης. Όλα αυτά σε μια δημοκρατική χώρα όπου οι άνθρωποι φοβούνται την αστυνομία. Έχει εγκατασταθεί ένα βαθύ αίσθημα εξάντλησης. Η αίσθηση ότι η πολιτεία έχει αποσυρθεί από τον ρόλο της προστασίας και έχει υιοθετήσει ρόλο καταστολής δηλητηρίασε τη σχέση πολιτών και κράτους.

Στη Μινεάπολη δεν μιλάμε επ’ ουδενί για κρίση. Μιλάμε για μια ομοσπονδιακή πολιτική που επενδύει στη σύγκρουση για να επιβεβαιώσει την εξουσία της.

Από το εσωτερικό μέτωπο στη γεωπολιτική ένταση

Η ίδια λογική της βίας επεκτάθηκε γρήγορα εκτός συνόρων. Η εμμονή του Τραμπ με τη Γροιλανδία αποτέλεσε ένα από τα πιο αποκαλυπτικά επεισόδια της νέας αμερικανικής στρατηγικής «το θέλω, το παίρνω». Το ζήτημα παρουσιάστηκε ως αναγκαιότητα εθνικής ασφάλειας, όμως στην πραγματικότητα επανέφερε μια ωμή αντίληψη κυριαρχίας: τα εδάφη, οι πόροι και οι γεωγραφικές θέσεις αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα διεκδίκησης, ανεξάρτητα από τη βούληση των λαών που κατοικούν σε αυτά.

Στο μεταξύ στο Νταβός μπερδεύτηκε και, αντί να αναφερθεί στη Γροιλανδία, επαναλάμβανε «Ισλανδία», δημιουργώντας σύγχυση για το εάν ήταν ένα απλό λάθος ή τώρα ξαφνικά του «γυάλισε» και η Ισλανδία.

Η Γροιλανδία, με τη στρατηγική της θέση και τον πλούτο φυσικών πόρων, μετατράπηκε σε σύμβολο ενός νέου ψυχρού ανταγωνισμού.

Οι πιέσεις προς τη Δανία και τους Ευρωπαίους συμμάχους, οι απειλές οικονομικών αντιποίνων και η αμφισβήτηση των υφιστάμενων συμμαχιών κλόνισαν το ήδη εύθραυστο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ενώ η πρόταση για το «Συμβούλιο Ειρήνης» ως η άλλη πρόταση αντί του ΟΗΕ πήγε άπατη, προσελκύοντας μόνο 19 «προοδευτικά» κράτη, όπως είναι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κ.λπ.

Πίσω από τη ρητορική περί προστασίας από Ρωσία και Κίνα, διαφάνηκε μια βαθύτερη αλήθεια: οι ΗΠΑ του Τραμπ δεν ενδιαφέρονται να ηγηθούν μέσω συναίνεσης, αλλά να επιβληθούν μέσω πίεσης.

Η Βενεζουέλα και το δόγμα της επιβολής

Η κορύφωση αυτής της πολιτικής ήρθε με τη Βενεζουέλα. Η στρατιωτική επιχείρηση και η σύλληψη της πολιτικής ηγεσίας της χώρας αποτέλεσαν πρωτοφανή πράξη άμεσης επέμβασης. Δεν επρόκειτο για έμμεση υποστήριξη αντιπολίτευσης ή για οικονομικές κυρώσεις, αλλά για ευθεία ανατροπή ενός δικτατορικού καθεστώτος, δημιουργώντας παράλληλα ένα επικίνδυνο προηγούμενο.

Η ανακήρυξη νέας ηγεσίας, ακόμη και σε επίπεδο διεθνών ψηφιακών πλατφορμών (ο Τραμπ αυτοανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Βενεζουέλας στη wikipedia), πριν υπάρξει στοιχειώδης σταθερότητα, αποκάλυψε την προχειρότητα αλλά και την αλαζονεία της επέμβασης.

Το πετρέλαιο βρέθηκε στο επίκεντρο. Οι ΗΠΑ επιδίωξαν να ελέγξουν πλήρως την εξόρυξη και τη διάθεση, μετατρέποντας τη χώρα σε ενεργειακό προτεκτοράτο. Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε ένα σχέδιο που παρουσιαζόταν ως ευκαιρία, αλλά στην πράξη στερείτο θεσμικών εγγυήσεων.

Η δήλωση της Exxon, που χαρακτήρισε το περιβάλλον ακατάλληλο για επενδύσεις λόγω έλλειψης ασφάλειας και σταθερότητας, λειτούργησε ως δοκιμασία ισχύος. Η απάντηση της αμερικανικής κυβέρνησης ήταν αποκαλυπτική: η εταιρεία αποκλείστηκε από τον σχεδιασμό επειδή, όπως δήλωσε ο Τραμπ, «Their being cute» (το παίζουν γλυκούληδες). Το μήνυμα ήταν σαφές. Η οικονομία οφείλει να ευθυγραμμιστεί με την πολιτική βούληση, όχι το αντίστροφο.

Η αποδόμηση της διεθνούς τάξης

Από τη Μινεάπολη μέχρι το Καράκας, η εικόνα παραμένει συνεπής. Η κυβέρνηση Τραμπ ακολουθεί μια στρατηγική αποδόμησης των περιορισμών που ιστορικά συγκρατούσαν την αμερικανική ισχύ. Θεσμοί, συμμαχίες και κανόνες αντιμετωπίζονται ως εμπόδια και όχι ως εργαλεία σταθερότητας και συνεργασίας.

Αυτή η προσέγγιση δεν οδηγεί απλώς σε μεμονωμένες κρίσεις, αλλά στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος γενικευμένης ανασφάλειας. Όταν οι σύμμαχοι αμφιβάλλουν για τις προθέσεις της Ουάσιγκτον και οι αντίπαλοι προετοιμάζονται για το χειρότερο, η πιθανότητα μιας ανεξέλεγκτης σύγκρουσης αυξάνεται.

Η σκιά ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου δεν προκύπτει από ένα μεμονωμένο γεγονός ούτε αυθαίρετα. Προκύπτει από τη σταδιακή διάβρωση των μηχανισμών αποτροπής, από την κανονικοποίηση της επιθετικής ρητορικής και από τη μετατροπή της ισχύος σε αυτοσκοπό.

Ένα επικίνδυνο μέλλον

Το «Κάτι τρέχει με τις ΗΠΑ» δεν αποτελεί μια απλή διαπίστωση ή έναν χιουμοριστικό τίτλο. Είναι προειδοποίηση. Η χώρα που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη μεταπολεμική διεθνή τάξη φαίνεται σήμερα πρόθυμη να τη διαλύσει, επειδή μπορεί. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η πορεία μπορεί να ανακοπεί πριν οι συνέπειες γίνουν μη αναστρέψιμες. Διότι, σε έναν κόσμο όπου η υπερδύναμη λειτουργεί χωρίς φρένα, το τίμημα δεν το πληρώνει μόνο η ίδια. Το πληρώνουν όλοι.

Πίσω από αυτή την πολιτική διαχείρισης μέσω έντασης διακρίνεται μια βαθύτερη αδυναμία. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν κυβερνά από θέση στρατηγικής αυτοπεποίθησης, αλλά από θέση αμυντικής επιθετικότητας. Η συνεχής επίκληση εξωτερικών και εσωτερικών «εχθρών» λειτουργεί ως μηχανισμός συσπείρωσης ενός πολιτικού ακροατηρίου που έχει πάψει να πείθεται από θετικά αφηγήματα – με δυο λόγια έχει γίνει ακραίο και εύπλαστο.

Η διάβρωση των θεσμικών αντίβαρων επιταχύνει αυτή τη δυναμική.

● Το Κογκρέσο εμφανίζεται όλο και πιο ανίκανο να λειτουργήσει ως πραγματικός ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας, είτε λόγω κομματικής πόλωσης είτε λόγω πολιτικής κόπωσης ή/και αμηχανίας.

● Παράλληλα, η Δικαιοσύνη δέχεται διαρκείς πιέσεις, όχι μόνο μέσω διορισμών, αλλά και μέσω δημόσιας απαξίωσης. Κι έτσι οι ερμηνείες που μπορεί να δώσει κάποιος στη δημοκρατία λαμβάνουν μια αυταρχική διάσταση.

Σε αυτό το πλαίσιο η έννοια της εθνικής κυριαρχίας εργαλειοποιείται επιλεκτικά.

Στο εσωτερικό χρησιμοποιείται για να περιορίσει δικαιώματα και ελευθερίες, στο όνομα της ασφάλειας και της τάξης.

Στο εξωτερικό αγνοείται πλήρως όταν πρόκειται για χώρες που θεωρούνται αδύναμες ή στρατηγικά χρήσιμες. Η αντίφαση αυτή δεν είναι τυχαία· αποτελεί δομικό στοιχείο μιας πολιτικής που αντιλαμβάνεται τη διεθνή τάξη ως πεδίο μηδενικού αθροίσματος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ρόλος της οικονομίας σε αυτή την εξίσωση. Η σύζευξη πολιτικής εξουσίας και μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων δεν είναι νέο φαινόμενο στις ΗΠΑ, ωστόσο επί Τραμπ μας σερβίρεται ωμά. Η κρατική ισχύς χρησιμοποιείται ανοιχτά για να επιβραβεύσει ή να τιμωρήσει εταιρείες, ανάλογα με τον βαθμό συμμόρφωσής τους στις κυβερνητικές επιλογές. Αυτό το μοντέλο κρατικού καπιταλισμού χωρίς θεσμικές δικλίδες δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα.

Προς έναν κόσμο με αβέβαιους κανόνες

Η διεθνής αντίδραση παραμένει αμήχανη. Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ αποφεύγουν την ανοιχτή σύγκρουση, αλλά ταυτόχρονα επενδύουν όλο και περισσότερο στη στρατηγική αυτονομία. Η Ευρώπη συζητά ξανά την ανάγκη ανεξάρτητης αμυντικής πολιτικής, ενώ χώρες της Ασίας αναζητούν νέες ισορροπίες. Η αμερικανική αποσταθεροποίηση, αντί να ενισχύει την ηγεμονία της, επιταχύνει τη μετάβαση προς έναν κόσμο με αβέβαιους κανόνες.

Σε αυτό το νέο τοπίο οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν αξιοπιστία και δεν αντιμετωπίζονται ως σύμμαχος, αλλά ως αστάθμητος παράγοντας. Και σε διεθνές επίπεδο, η αξιοπιστία είναι συχνά πιο καθοριστική από τη στρατιωτική ή οικονομική ισχύ. Η απουσία ενός συνεκτικού στρατηγικού οράματος καθιστά κάθε κίνηση πιο επικίνδυνη, κάθε κρίση πιο δύσκολα διαχειρίσιμη και κάθε λάθος δυνητικά καταστροφικό.

Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών η πόλωση παγιώνεται ως μόνιμο χαρακτηριστικό και όχι ως συγκυριακό φαινόμενο. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται πλέον με όρους προγραμμάτων ή εναλλακτικών πολιτικών προτάσεων, αλλά με όρους ταυτότητας και πίστης. Ο Τραμπ δεν μπαίνει στη διαδικασία διαλόγου, απαιτεί ευθυγράμμιση. Όσοι αποκλίνουν, ακόμη και εντός του ίδιου πολιτικού χώρου, αντιμετωπίζονται ως απειλή. Αυτή η λογική διαβρώνει κάθε δυνατότητα συναινετικής πολιτικής και μετατρέπει τη δημοκρατική διαδικασία σε πεδίο διαρκούς σύγκρουσης.

Πορεία αυταρχικής μετάλλαξης

Η διαχείριση της ενημέρωσης εντάσσεται πλήρως σε αυτή τη στρατηγική. Τα παραδοσιακά μέσα απαξιώνονται συστηματικά, όποιος δημοσιογράφος κάνει ερωτήσεις που δεν αρέσουν στον Πρόεδρο μπαίνει αυτόματα στην κατηγορία «fake news» και είναι εχθρός της σταθερότητας.

Την ίδια στιγμή η απευθείας επικοινωνία μέσω ψηφιακών πλατφορμών, όπως είναι το Truth Social, λειτουργεί ως μηχανισμός παράκαμψης κάθε φίλτρου. Η αλήθεια γίνεται σχετική, τα γεγονότα διαπραγματεύσιμα και η πολιτική αφήγηση αποκτά χαρακτηριστικά παράλληλης πραγματικότητας. Το χειρότερο είναι πως δεν λογοδοτεί σε κανέναν κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο.

Παράλληλα, οι κοινωνικές ανισότητες, που είχαν προσωρινά καλυφθεί από τον δημόσιο λόγο της «εθνικής ανάκαμψης», επανέρχονται με μεγαλύτερη ένταση. Η οικονομική ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε κοινωνική ασφάλεια για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ενώ οι περικοπές σε κοινωνικές δομές βαθαίνουν το χάσμα. Η οργή που παράγεται δεν βρίσκει πολιτική διέξοδο, αλλά κατευθύνεται είτε προς μειονότητες είτε προς το ίδιο το κράτος, τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο αποσταθεροποίησης.

Ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων (τον Νοέμβριο οι ΗΠΑ έχουν ενδιάμεσες εκλογές), το πολιτικό σκηνικό προδιαγράφεται ακόμη πιο τεταμένο. Η αμφισβήτηση της εκλογικής διαδικασίας έχει ήδη κανονικοποιηθεί, ενώ η προετοιμασία του εδάφους για απόρριψη δυσάρεστων αποτελεσμάτων αποτελεί πλέον μέρος της πολιτικής στρατηγικής. Αυτό δεν συνιστά απλώς κρίση εμπιστοσύνης, αλλά δομική απειλή για τη δημοκρατική νομιμοποίηση της εξουσίας.

Το κρίσιμο ερώτημα, τελικά, δεν αφορά μόνο τον Ντόναλντ Τραμπ ως πολιτικό πρόσωπο. Αφορά το κατά πόσο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα διαθέτει ακόμη τα αντανακλαστικά για να ανακόψει μια πορεία αυταρχικής μετάλλαξης. Αν η δεύτερη θητεία Τραμπ αφήσει ως παρακαταθήκη μια δημοκρατία παραμορφωμένη, τότε οι συνέπειες θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών – πράγμα που ήδη συμβαίνει.

Διαβάστε επίσης:

Γεωπολιτική απομόνωση των Κούρδων της Συρίας

Ο χώρος της οικολογικής ευαισθησίας

Αδύναμα διλήμματα: Προβληματισμός στην κυβέρνηση για τη δύσκολη επόμενη μέρα των εκλογών

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΣΑΒΒΑΤΟ 31.01.2026 08:45