Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Η είδηση έπεσε σχεδόν σαν διακοπή ρεύματος στη νυχτερινή Αθήνα. Ο Λάκης Ραπτάκης έφυγε προδομένος από την καρδιά του, στα 79 του χρόνια, στο σπίτι του στη Γλυφάδα. Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί σήμερα, Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου, στις 11 το πρωί στην εκκλησία του Αγίου Ταξιάρχη στη Γλυφάδα. Μαζί του, λένε όσοι τον έζησαν, κλείνει οριστικά ένα ολόκληρο κεφάλαιο της ελληνικής νύχτας.
Δεν υπήρξε ποτέ ο τυπικός επιχειρηματίας. Δεν τον φανταζόσουν πίσω από γραφείο, με κοστούμι και χαρτοφύλακα. Το φυσικό του περιβάλλον ήταν το ημίφως πριν ανάψουν τα φώτα, ο ήχος των δοκιμών από τα ηχεία, η αγωνία της πρώτης εισόδου. Ήξερε να «διαβάζει» τον κόσμο με μια ματιά. Να καταλαβαίνει αν μια βραδιά θα απογειωθεί ή θα σβήσει άδοξα. «Δεν υπήρξα ποτέ μπάρμαν, ούτε πορτιέρης, ούτε DJ. Έγινα κατευθείαν επιχειρηματίας», έλεγε με εκείνο το μισό χαμόγελο που δεν ξεχώριζες αν ήταν αυτοσαρκασμός ή περηφάνια.
Η ιστορία του ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη. Στο σχολείο στην Ικτίνου, στις πρώτες παρέες, στα ξενύχτια που οργάνωνε ο ίδιος για να μη βαριέται κανείς. Από μικρός ήταν ο αρχηγός της εξόδου. Επιχείρησε να σπουδάσει αρχιτεκτονική στο Λονδίνο, όμως δεν έμεινε για πολύ. «Δεν ήταν για μένα», παραδεχόταν αργότερα. Από εκεί, ωστόσο, πήρε κάτι πιο ουσιαστικό από ένα πτυχίο: την εμπειρία των μεγάλων ευρωπαϊκών club. Σκοτεινές αίθουσες με καθρέφτες, ντισκομπάλες, DJ που έπαιζαν βινύλια μέχρι το πρωί, ανθρώπους που χόρευαν ασταμάτητα. Κατάλαβε ότι αυτό έλειπε από την Ελλάδα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, με δανεικά χρήματα και περισσότερο θράσος παρά ασφάλεια, άνοιξε το Tiffany’s. Ένα υπόγειο που έμελλε να γίνει η πρώτη πραγματική ντίσκο της Θεσσαλονίκης. Σε μια εποχή που κυριαρχούσαν ακόμη οι ζωντανές ορχήστρες, εκείνος έβαζε δίσκους, φώτα και ρυθμό. Ο κόσμος έκανε ουρές. Ακολούθησαν η Disco 51 στην Προξένου Κορομηλά, το Prive και μια σειρά από χώρους που κάθε φορά έμοιαζαν με μικρή επανάσταση. Καλλιτέχνες, ποδοσφαιριστές, μοντέλα, επιχειρηματίες περνούσαν από τα μαγαζιά του για να φανούν, να συζητηθούν, να ζήσουν τη στιγμή.
Ο Ραπτάκης δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Έπαιρνε αεροπλάνα για Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Λονδίνο μόνο και μόνο για να δει πώς είναι στημένο ένα μπαρ, τι υλικά χρησιμοποιούν, τι μουσική παίζουν. Γύριζε με σημειώσεις και ιδέες, τις προσαρμόζε στα ελληνικά δεδομένα και ξαναέστηνε τον χάρτη της διασκέδασης από την αρχή.
Το 1988 αποφάσισε ότι η Θεσσαλονίκη δεν τον χωρούσε άλλο. Κατέβηκε στην Αθήνα για το μεγάλο στοίχημα. Εκεί τον περίμενε η Αίγλη του Ζαππείου, ένας κουρασμένος χώρος που έμοιαζε ξεχασμένος. Οι σερβιτόροι ήταν ηλικιωμένοι, το μαγαζί έδειχνε να σβήνει. Εκείνος, όμως, είδε κάτι άλλο: ένα σκηνικό έτοιμο για αναγέννηση. Έφερε αρχιτέκτονα φίλο του από την Ιταλία, άλλαξε τα πάντα, έβαψε, φώτισε, έστησε έναν κοσμοπολίτικο χώρο με βαμμένα αντίγραφα αρχαίων αγαλμάτων, ζωντανά χρώματα και σικ έπιπλα. Η «Αίγλη» μετατράπηκε σε place to be.
Και ξαφνικά, όλη η Αθήνα ήταν εκεί. Πολιτικοί, εκδότες, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, διεθνείς προσωπικότητες. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Δημήτρης Χορν, ο Μάνος Χατζιδάκης, η Ειρήνη Παππά, ο Χρήστος Λαμπράκης, ο τότε Γάλλος πρεσβευτής Φρανσουά Καντέ. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, το ζεύγος Θόδωρου και Γιάννας Αγγελοπούλου, η Ζωή Λάσκαρη με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο. Λίγο πιο πέρα ο Νίκος Κούρκουλος με τη Μαριάννα Λάτση, ο Σωκράτης Κόκκαλης, η Έλλη Στάη, ο Χρήστος Κοπελούζος. Ο Μπίλι Μπο, ο Αλέκος Αλεξανδράκης με τη Νόνικα Γαληνέα, η Αγνή Μπάλτσα, η Μονσερά Καμπαγιέ, η Κάτια Δανδουλάκη. Ένα μωσαϊκό προσώπων που σήμερα μοιάζει σχεδόν κινηματογραφικό.
Οι ιστορίες της Αίγλης έγιναν θρύλος. Στα γενέθλια της Έλενας Ματθαιοπούλου επιστρατεύτηκαν πιάνο και δύο τενόροι, με τον Γιώργο Χατζηνάσιο να της παίζει το «Happy Birthday». Ένα άλλο βράδυ, η Αλίκη Βουγιουκλάκη προσπαθούσε να φωνάξει την Άννα Βέλτσου για να της γνωρίσει τον Τζιανφράνκο Φερρέ, μόνο που εκείνη έκανε πως δεν άκουγε, σε ένα μικρό κοινωνικό δράμα που σχολιάστηκε για εβδομάδες. Στην «Αίγλη» γυρίστηκε και το «13ο Κιβώτιο», ενώ πάρτι για το «Mediterraneo» και για μια νέα ταινία του James Bond κατέληξαν σε πανικό, με κόσμο να κουνάει πεντοχίλιαρα στην πόρτα για μια θέση μέσα.
Ο ίδιος είχε εισαγάγει και τα πριβέ σημεία, όπου οι διάσημοι ήταν ορατοί αλλά απρόσιτοι, σαν σκηνικό θεάτρου. Ο dj Άκης Σωτηρίου έντυνε τις βραδιές με μουσικές, ενώ το καλοκαίρι ο συνωστισμός στην είσοδο έμοιαζε ατελείωτος.
Παράλληλα, ήξερε να βλέπει το επόμενο βήμα. Όταν η ξένη μουσική άρχισε να κουράζει, έστησε τις «Χάντρες» στο Θησείο μαζί με τον Μάριο Παπαδάτο, επενδύοντας σε ένα τότε νεανικό σχήμα: Λιβιεράτος, Θεοδωρίδου, Ρέμος. Το μαγαζί δούλεψε 120 συνεχόμενες ημέρες χωρίς ρεπό. Έκλεινε στις 8 το πρωί. «Δεν μπορούσαμε να κλείσουμε ούτε Καθαρά Δευτέρα», θυμόταν γελώντας.
Το Loft στο Θησείο, με τα τρία επίπεδα και τους τεράστιους πολυελαίους, έγινε αμέσως must. Το Roman Loft στη λεωφόρο Ποσειδώνος είχε ουρές που έφταναν μέχρι τη Shell. Ο ίδιος είχε πάντα έναν καναπέ για φίλους, αλλά δεν καθόταν ποτέ. Γύριζε ασταμάτητα στον χώρο, ελέγχοντας αν όλα λειτουργούν, αν ο κόσμος περνάει καλά.
Λέγεται πως έστησε συνολικά 48 μαγαζιά σε όλη τη χώρα. Ένα νούμερο σχεδόν αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα. Από το Κολωνάκι μέχρι τη Ρόδο, το όνομά του είχε γίνει brand πριν ακόμη χρησιμοποιηθεί η λέξη.
Κι όμως, πίσω από τη λάμψη, παρέμενε ανήσυχος. «Είμαι μαγαζοπαίκτης», έλεγε. Του άρεσε το ρίσκο. Δοκίμασε ακόμη και τη Νέα Υόρκη, αφήνοντας τα πάντα πίσω. Το στοίχημα δεν βγήκε, έχασε χρήματα, κουράστηκε, αλλά δεν το μετάνιωσε. Προτιμούσε την αποτυχία από την ακινησία.
Η προσωπική του ζωή απασχόλησε επίσης τα πρωτοσέλιδα. Ο θυελλώδης έρωτάς του με τη Βάνα Μπάρμπα στα τέλη των ’90s είχε πάθος, συγκρούσεις, δικαστήρια. Αργότερα όμως οι τόνοι έπεσαν και οι δυο τους ξαναβρέθηκαν ως φίλοι. Όσοι τον γνώριζαν μιλούσαν για έναν άνθρωπο παρεΐστικο, δοτικό, σχεδόν ρομαντικό με τη δουλειά του. Δεν πουλούσε απλώς ποτά. Έφτιαχνε στιγμές και αναμνήσεις.

Σήμερα, πολλοί σαραντάρηδες και πενηντάρηδες ξεκινούν ιστορίες με τη φράση «θυμάσαι τότε στην Αίγλη;» ή «στη Disco 51…». Ένα φλερτ, ένας μεγάλος έρωτας, ένα ξενύχτι μέχρι το πρωί. Στο φόντο, σχεδόν πάντα, υπήρχε το όνομα του Ραπτάκη.
Η νύχτα άλλαξε. Τα club έγιναν μικρότερα, τα ωράρια πιο αυστηρά, η διασκέδαση πιο ψηφιακή. Εκείνη η εποχή της υπερβολής, των μεγάλων ουρών και της λάμψης μοιάζει σήμερα μακρινή. Ίσως γιατί χτίστηκε από ανθρώπους που δεν ακολουθούσαν τις τάσεις, τις δημιουργούσαν.
Ο Λάκης Ραπτάκης ήταν ένας από αυτούς. Ένας σκηνοθέτης της νύχτας που ήξερε να ανάβει τα φώτα την κατάλληλη στιγμή. Και τώρα που έφυγε, η πόλη μοιάζει για λίγο πιο σκοτεινή. Όχι επειδή δεν υπάρχουν πια μαγαζιά, αλλά επειδή λείπει εκείνος που ήξερε να τα κάνει ιστορίες.
Διαβάστε επίσης:
Ευρυτανία: Αυτοκίνητο έπεσε σε γκρεμό 300 μέτρων – Νεκρός ο οδηγός
Χανιά: Εξιχνιάσθηκε υπόθεση εμπρησμού – Τρεις συλλήψεις για συμμετοχή σε συμμορία εκβιαστών
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.