Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Η Ελλάδα του 2026 βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κοινωνική πρόκληση: το δικαίωμα στη στέγαση μετατρέπεται από θεμελιώδη ανάγκη σε είδος πολυτελείας για λίγους.
Ενώ οι μακροοικονομικοί δείκτες της χώρας παρουσιάζουν βελτίωση, η «μικροοικονομία» του νοικοκυριού καταρρέει κάτω από το βάρος των ενοικίων και των τιμών πώλησης ακινήτων, που καλπάζουν με ρυθμούς πολλαπλάσιους του μέσου μισθού. Η χώρα οδηγείται σε μια ιδιότυπη «στεγαστική εξορία» των νέων της, με δραματικές συνέπειες στο δημογραφικό και την κοινωνική συνοχή.
Η πραγματικότητα των αριθμών είναι αμείλικτη. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία (Ιανουάριος 2026), η μέση ζητούμενη τιμή πώλησης κατοικίας στην Ελλάδα έχει εκτοξευθεί στα 2.709 ευρώ/τ.μ., σημειώνοντας ετήσια αύξηση της τάξης του 6,8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Στην Αττική οι τιμές είναι ακόμη πιο δυσπρόσιτες, με τη μέση τιμή να αγγίζει τα 3.125 ευρώ/τ.μ. (+6%), ενώ σε περιοχές υψηλής ζήτησης, όπως το Ελληνικό, οι τιμές ξεπερνούν τα 5.400 ευρώ/τ.μ. καταγράφοντας άνοδο άνω του 7,4% σε 12 μήνες.
Στην αγορά των ενοικίων, η κατάσταση περιγράφεται ως «ασφυκτική». Η μέση τιμή στην Αττική έχει παγιωθεί στα 12,28 ευρώ/τ.μ., πράγμα που σημαίνει ότι για ένα τυπικό διαμέρισμα 80 τ.μ. μια οικογένεια χρειάζεται σχεδόν 1.000 ευρώ μόνο για το ενοίκιο – ποσό που συχνά ξεπερνά το 50% ή και το 60% του συνολικού μηνιαίου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Στη Θεσσαλονίκη, η μέση τιμή ενοικίασης διαμορφώνεται στα 8,63 ευρώ/τ.μ., ενώ στα Νότια Προάστια της Αθήνας οι αυξήσεις στα ενοίκια άγγιξαν το 5,5% μέσα σε ένα έτος.
Πίσω από την έκρηξη των τιμών δεν βρίσκεται μόνο η έλλειψη προσφοράς, αλλά και η δομική αλλαγή της αγοράς.
Οι μεγάλες εταιρείες real estate και οι Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία (ΑΕΕΑΠ) παίζουν το δικό τους παιχνίδι αντιμετωπίζοντας τις κατοικίες ως αμιγώς χρηματοοικονομικά προϊόντα. Η μαζική αγορά παλαιών κτηρίων και η μετατροπή τους σε πολυτελείς μονάδες ή γραφεία αφαιρεί χιλιάδες ακίνητα από τη μακροχρόνια μίσθωση.
Παράλληλα, το πρόγραμμα της Golden Visa, παρά τις πρόσφατες αυξήσεις των ορίων επένδυσης (στις 800.000 ευρώ για τις περιοχές υψηλής ζήτησης), συνεχίζει να τροφοδοτεί την κερδοσκοπία.
Οι ξένοι επενδυτές, αναζητώντας υψηλές αποδόσεις, ωθούν τις τιμές προς τα πάνω ακόμη και σε λαϊκές γειτονιές, καθώς η «εξαίρεση» για τη μετατροπή βιομηχανικών κτηρίων σε κατοικίες με όριο τις 250.000 ευρώ άνοιξε ένα νέο παραθυράκι κερδοσκοπίας.
Η βραχυχρόνια μίσθωση τύπου Airbnb συνεχίζει να δυσχεραίνει την κατάσταση. Παρά τους κυβερνητικούς περιορισμούς και το «πάγωμα» νέων αδειών σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας, η ζημιά έχει ήδη γίνει.
Χιλιάδες σπίτια έχουν βγει οριστικά από την αγορά των ενοικίων, αναγκάζοντας τους μόνιμους κατοίκους να μετακομίσουν στις παρυφές του αστικού ιστού, αυξάνοντας το κόστος μετακίνησης και διαβίωσης. Η γειτονιά χάνει τον χαρακτήρα της και μετατρέπεται σε ένα απρόσωπο ξενοδοχείο.
Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει ένα πρόγραμμα 29 παρεμβάσεων ύψους 2,6 δισ. ευρώ για τη διετία 2025 – 2026. Ωστόσο, η κριτική που ασκείται είναι δριμεία.
Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου ΙΙ» ή το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», αν και κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, θεωρούνται από πολλούς αναλυτές ως «ασπιρίνες». Η επιδότηση των επιτοκίων ή των ανακαινίσεων συχνά καταλήγει να τροφοδοτεί περαιτέρω την άνοδο των τιμών, καθώς οι πωλητές και οι ιδιοκτήτες ενσωματώνουν την κρατική ενίσχυση στην τελική τιμή.
Το βασικό πρόβλημα παραμένει: η έλλειψη κοινωνικής κατοικίας. Η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα στην Ε.Ε. χωρίς ουσιαστικό απόθεμα κοινωνικών κατοικιών, μετά την κατάργηση του ΟΕΚ την εποχή των μνημονίων. Οι εξαγγελίες για «κοινωνική αντιπαροχή» καθυστερούν στην πράξη, ενώ η γραφειοκρατία εμποδίζει την αξιοποίηση των χιλιάδων κλειστών ακινήτων του Δημοσίου.
Η πιο τραγική διάσταση της κρίσης είναι η ανθρώπινη. Σήμερα 7 στους 10 νέους έως 35 ετών αναγκάζονται να παραμένουν στο παιδικό τους δωμάτιο, καθώς ο μισθός τους δεν επαρκεί ούτε για τα βασικά έξοδα ενός σπιτιού. Η αδυναμία ανεξαρτητοποίησης οδηγεί σε μια αναπόφευκτη δημογραφική κατάρρευση. Οι νέοι δεν κάνουν οικογένεια, όχι επειδή δεν το επιθυμούν, αλλά επειδή είναι οικονομικά αδύνατον.
Η στέγαση έχει γίνει ο νούμερο ένα ανασταλτικός παράγοντας για την τεκνοποίηση. Όταν ένα ζευγάρι νέων επιστημόνων ή εργαζομένων με συνολικό εισόδημα 1.800 ευρώ καλείται να πληρώσει 700 ευρώ για ενοίκιο και 300 ευρώ για λογαριασμούς ενέργειας, η σκέψη για ένα παιδί φαντάζει σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Η χώρα «γερνάει» μέσα στα ακριβά ενοίκια.
Η στεγαστική κρίση δεν είναι μια παροδική διαταραχή της αγοράς, αλλά ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που απαιτεί γενναίες λύσεις. Αν δεν υπάρξει άμεση παρέμβαση για τον περιορισμό της ασύδοτης δράσης των επενδυτικών κεφαλαίων, αν δεν τεθούν αυστηρά πλαφόν στη βραχυχρόνια μίσθωση και αν δεν ξεκινήσει ένα μαζικό πρόγραμμα ανέγερσης κοινωνικών κατοικιών, το «δικαίωμα στη στέγη» θα παραμείνει μια κενή περιεχομένου συνταγματική πρόνοια.
Η αγορά ακινήτων μπορεί να ευημερεί, αλλά η κοινωνία ασφυκτιά. Και μια οικονομία που δεν μπορεί να στεγάσει τα παιδιά της χώρας είναι μια οικονομία χωρίς μέλλον.
Διαβάστε επίσης:
«Κολλημένοι» στο «φλερτ» Φάμελλος – Χαρίτσης εν αναμονή Τσίπρα
Τσίπρας: Ο «οδικός χάρτης» για το νέο κόμμα – Πότε είναι πιο πιθανές οι ανακοινώσεις
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.