Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Από την πρώτη μέρα του πολέμου (28 Φεβρουαρίου 2026), οι συντονισμένες αμερικανοϊσραηλινές αεροπορικές επιθέσεις εναντίον ανώτατων Ιρανών πολιτικών και στρατιωτικών ηγετικών στελεχών δημιούργησαν ένα από τα σοβαρότερα κενά εξουσίας στην ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, αντί για κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού, προέκυψε μια ταχεία ανασυγκρότηση της εξουσίας υπό στρατιωτική κυριαρχία, με κέντρο βάρους το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC).
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (IISS) και αναλύσεις του Reuters, το ιρανικό σύστημα επέδειξε υψηλή ανθεκτικότητα, αλλά με κόστος τη βαθιά στρατιωτικοποίηση της πολιτικής δομής.
Οι επιθέσεις που αποδυνάμωσαν την πολιτική και θρησκευτική ελίτ δεν οδήγησαν σε κενό εξουσίας. Αντίθετα, το IRGC ανέλαβε τον συντονισμό κρίσιμων λειτουργιών του κράτους, συμπεριλαμβανομένων της ασφάλειας, της εξωτερικής πολιτικής και της λήψης στρατηγικών αποφάσεων.
Διεθνείς αναλυτές περιγράφουν αυτή τη μετάβαση ως «συγκέντρωση εξουσίας σε έναν στρατιωτικό πυρήνα, με τους πολιτικούς θεσμούς να λειτουργούν επικουρικά».
Παρά την έντονη αποσταθεροποίηση στο ανώτατο επίπεδο, το ιρανικό κράτος δεν κατέρρευσε. Αντίθετα σημειώθηκε ενίσχυση των μηχανισμών εσωτερικής ασφαλείας και αυστηροποίηση του κοινωνικοπολιτικού ελέγχου.
Ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ παρουσιάζεται ως ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν μετά τον θάνατο του πατέρα του, Αλί Χαμενεΐ. Περιγράφεται ως κληρικός χαμηλού προφίλ, χωρίς προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία, αλλά με φημολογούμενη σημαντική επιρροή στο παρασκήνιο της ιρανικής εξουσίας. Επισημαίνεται ότι είχε κατά καιρούς κατηγορηθεί για παρέμβαση σε εκλογικές διαδικασίες και για στενές σχέσεις με ισχυρούς θεσμούς, όπως οι Φρουροί της Επανάστασης. Η ανάδειξή του στην ιρανική ηγεσία προκαλεί αντιδράσεις, καθώς η Ισλαμική Δημοκρατία βασίζεται στην αρχή ότι ο ανώτατος ηγέτης επιλέγεται λόγω θρησκευτικής και πολιτικής καταλληλόλητας και όχι κληρονομικότητας.
Σύμφωνα με το BBC εκτιμάται ότι θα αντιμετωπίσει θεσμικά και κοινωνικά εμπόδια, ενώ η επιλογή του ενισχύει την αντίληψη δυναστικής διαδοχής. Παράλληλα, τονίζεται ότι καλείται να διαχειριστεί μια χώρα σε βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση, με αυξημένες εξωτερικές πιέσεις και εσωτερική δυσαρέσκεια, ενώ η θέση του ανώτατου ηγέτη τον καθιστά πιθανό στόχο νέων επιθέσεων.
Το 2026, η εσωτερική κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν χαρακτηρίζεται από μια εύθραυστη ισορροπία. Το κράτος ασκεί κυριαρχία σε όλη την επικράτεια, αλλά αυτός ο έλεγχος στηρίζεται περισσότερο σε μηχανισμούς καταστολής και στρατιωτικοποίησης παρά σε κοινωνική συναίνεση.
Σύμφωνα με αναλύσεις του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (IISS) και του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), «το Ιράν έχει εισέλθει σε μια φάση υψηλής εσωτερικής ασφάλειας με περιορισμένη πολιτική ευελιξία». Αυτό σημαίνει ότι το κράτος έχει αυξήσει σημαντικά τον έλεγχο στο εσωτερικό του (δυνάμεις ασφαλείας, παρακολουθήσεις, καταστολή ταραχών κ.λπ.), ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν ελάχιστα περιθώρια για αλλαγές, μεταρρυθμίσεις ή διαφορετικές πολιτικές απόψεις.
Σήμερα κεντρικό ρόλο διατηρεί το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), το οποίο έχει αυξήσει την επιρροή του όχι μόνο σε στρατιωτικά ζητήματα, αλλά και στην εσωτερική πολιτική σταθερότητα. Παράλληλα, οι υπηρεσίες πληροφοριών έχουν επεκτείνει την παρακολούθηση πολιτικών ομάδων και πιθανών εστιών κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Παρά την αυξημένη καταστολή, το Ιράν δεν αντιμετωπίζει πλήρη κοινωνική αποσύνθεση. Τα βασικά χαρακτηριστικά της εσωτερικής πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης περιλαμβάνουν:
● Περιοδικές τοπικές διαμαρτυρίες με περιορισμένη διάρκεια.
● Έντονη παρουσία δυνάμεων ασφαλείας κυρίως σε αστικά κέντρα.
● Αυξημένο έλεγχο στα μέσα ενημέρωσης και στο διαδίκτυο.
● Αποτροπή οργανωμένης πανεθνικής κινητοποίησης.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ένα περιβάλλον όπου η κοινωνική ένταση δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά παραμένει κατακερματισμένη και δύσκολα οργανώσιμη.
Το IRGC έχει μετατραπεί σε κεντρικό θεσμό όχι μόνο εξωτερικής ισχύος αλλά και εσωτερικής επιτήρησης. Σύμφωνα με το IISS, ο ρόλος του πλέον συνδυάζει:
● Στρατιωτικές λειτουργίες.
● Οικονομική επιρροή.
● Εσωτερική ασφάλεια.
● Επιρροή στην εξωτερική πολιτική.
Σύμφωνα με αναλύσεις του αμερικανικού ερευνητικού κέντρου RAND Corporation, η ικανότητα του κράτους να αποτρέπει οργανωμένες εξεγέρσεις παραμένει υψηλή, κυρίως λόγω:
● Του ισχυρού μηχανισμού πληροφοριών.
● Της ταχείας κινητοποίησης των δυνάμεων ασφαλείας.
● Του περιορισμού δικτύωσης των αντιπολιτευτικών ομάδων.
Επομένως, το 2026 και μάλιστα κατά τη διάρκεια του πολέμου, η εσωτερική κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν δεν χαρακτηρίζεται από αστάθεια τύπου κατάρρευσης, αλλά από ένα μοντέλο «ελεγχόμενης σταθερότητας», μέσω της ισχυρής κρατικής επιτήρησης.
Η σύγκρουση μεταξύ Ιράν, ΗΠΑ και Ισραήλ εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές κρίσεις στη Μέση Ανατολή των τελευταίων δεκαετιών. Σύμφωνα με αναλύσεις του CSIS και του IISS, η μέχρι σήμερα συγκρουσιακή κατάσταση δεν οδήγησε σε κατάρρευση του ιρανικού κράτους, αλλά προκάλεσε σημαντική φθορά στις στρατιωτικές του δυνατότητες.
Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός κράτους που έχει υποστεί σοβαρές απώλειες σε υποδομές και μέσα, αλλά διατηρεί σημαντική επιχειρησιακή δυνατότητα.
Σύμφωνα με αναλύσεις αμυντικών ινστιτούτων και διεθνών ΜΜΕ, οι αμερικανοϊσραηλινές επιθετικές επιχειρήσεις περιελάμβαναν χιλιάδες αεροπορικά πλήγματα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα:
● Καταγράφηκαν συνολικά 7.000 – 8.000 αεροπορικές επιθέσεις.
● Στοχοποιήθηκαν περισσότερες από 1.000 στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
● Καταστράφηκε μεγάλος αριθμός κέντρων διοίκησης και ελέγχου.
Οι επιθέσεις επικεντρώθηκαν κυρίως σε:
● Συστήματα αεράμυνας (ραντάρ και αντιαεροπορικούς πυραύλους)
● Βάσεις των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC).
● Εγκαταστάσεις παραγωγής πυραύλων και drones.
● Αποθήκες καυσίμων και πυρομαχικών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Long War Journal, οι επιθέσεις προκάλεσαν απώλειες 3.000 – 5.000 στρατιωτών, εκ των οποίων δεκάδες υψηλόβαθμους αξιωματικούς του IRGC και σημαντικές απώλειες σε τεχνικό προσωπικό των πυραυλικών μονάδων.
1. Βαλλιστικό Οπλοστάσιο: Πριν από τη σύγκρουση, το Ιράν διέθετε ένα από τα μεγαλύτερα πυραυλικά οπλοστάσια στη Μέση Ανατολή. Τα βαλλιστικά βλήματα εδάφους – εδάφους μέσου βεληνεκούς (Medium Range Ballistic Missile – MRBM), δηλαδή αυτά που μπορούν να πλήξουν στόχους από τα 1.000 έως και τα 3.000 km, αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες στρατιωτικής ισχύος του Ιράν. Επιτρέπουν τη στοχοποίηση πολιτικών, στρατιωτικών και ενεργειακών υποδομών σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και όχι μόνο.
Να θυμίσουμε ότι ένας από τους αντικειμενικούς σκοπούς των επιθετικών αεροπορικών επιχειρήσεων του αμερικανοϊσραηλινού στρατιωτικού συνασπισμού κατά του Ιράν είναι η αποδόμηση του ιρανικού βαλλιστικού οπλοστασίου. Αναλύσεις διεθνών Think Tanks εκτιμούν ότι, μέχρι τις αρχές Μαΐου 2026, το 30 – 40% των πυραυλικών εγκαταστάσεων καταστράφηκε, αλλά το μεγαλύτερο μέρος παραμένει επιχειρησιακά διαθέσιμο, κυρίως λόγω των υπόγειων εγκαταστάσεων και της διασποράς των αποθηκών.
2. Πολεμική Αεροπορία: Σύμφωνα με το IISS (Military Balance 2026), πριν από τη σύγκρουση η ιρανική αεροπορία διέθετε συνολικά 550 – 630 αεροσκάφη, εκ των οποίων 170 – 190 μαχητικά παλαιάς τεχνολογίας. Υπολογίζεται ότι μόνο ένα μέρος του στόλου (περίπου 60% – 70%) ήταν πλήρως επιχειρησιακό. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η ιρανική αεροπορία αποτέλεσε δευτερεύοντα στόχο σε σχέση με την αεράμυνα και το πυραυλικό οπλοστάσιο.
Σύμφωνα με δορυφορικές πληροφορίες και εκτιμήσεις αμυντικών ινστιτούτων, 120 – 180 αεροσκάφη στοχοποιήθηκαν άμεσα ή καταστράφηκαν και αρκετές αεροπορικές βάσεις, κυρίως του δυτικού και βόρειου Ιράν, υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Η επιχειρησιακή δυνατότητα της ιρανικής πολεμικής αεροπορίας μετά τη σύγκρουση έχει περιοριστεί σημαντικά, παραμένοντας λειτουργική κυρίως σε αποστολές αεράμυνας και εγγύς αεροπορικής υποστήριξης (ΕΑΥ), χωρίς όμως ικανότητα αεροπορικής υπεροχής έναντι προηγμένων αντιπάλων.
3. Πολεμικό Ναυτικό: Σύμφωνα με εκτιμήσεις του IISS, πριν από τη σύγκρουση του 2026 η συνολική ναυτική ισχύς του Ιράν ανερχόταν σε 140 – 160 πολεμικά σκάφη χαμηλής τεχνολογικής υπεροχής. Εκτιμάται ότι σήμερα το ναυτικό του Ιράν διαθέτει 100 – 120 ενεργές ναυτικές μονάδες μάχης, 22 – 26 επιχειρησιακά υποβρύχια και σημαντικό αριθμό ταχύπλοων και παράκτιων πυραυλικών συστημάτων.
Παρά τις απώλειες, η επιχειρησιακή του δυνατότητα στη θάλασσα δεν έχει εξαλειφθεί, καθώς το δόγμα του παραμένει ο ασύμμετρος πόλεμος και συγκεκριμένα η δυνατότητα παρενόχλησης, ναρκοθέτησης και οι γρήγορες επιθέσεις στον Περσικό Κόλπο. Ήδη, από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, ο κρίσιμος ενεργειακός διάδρομος των Στενών του Ορμούζ έχει μετατραπεί σε ζώνη διαρκούς έντασης, όπου το Ιράν επιδιώκει την παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας και την αύξηση του κόστους επέμβασης για εξωτερικές δυνάμεις.
4. Χερσαίες Δυνάμεις: Σύμφωνα με το IISS (Military Balance 2026), το Ιράν διαθέτει περίπου 610.000 ενεργό στρατιωτικό προσωπικό, ενώ σε περίπτωση γενικής κινητοποίησης οι διαθέσιμες χερσαίες δυνάμεις μπορούν να ξεπεράσουν τα 1,2 – 1,5 εκατομμύρια στρατιώτες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι απώλειες σε προσωπικό κυμάνθηκαν μεταξύ 2.000 και 5.000 στρατιωτών (νεκροί και βαριά τραυματίες), ενώ καταστράφηκαν ή τέθηκαν εκτός λειτουργίας εκατοντάδες τεθωρακισμένα οχήματα και υποστηρικτικές μονάδες.
Παρά τις απώλειες, η συνολική δομή των χερσαίων δυνάμεων δεν αποδιοργανώθηκε. Όπως εκτιμά το IISS και το CSIS, οι χερσαίες δυνάμεις του Ιράν, που βασίζονται κυρίως στον ασύμμετρο πόλεμο και το εκτεταμένο δίκτυο περιφερειακών συμμάχων, διατήρησαν πάνω από το 90% της αριθμητικής τους δύναμης.
5. Αεράμυνα και ηλεκτρονικός πόλεμος: Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, η ιρανική αεράμυνα και οι δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Σύμφωνα με αναλύσεις του Jane’s Defence και του IISS, περιορίσθηκε σημαντικά η ικανότητα του Ιράν για πλήρη εθνική εναέρια κάλυψη. Ως αποτέλεσμα, το σύστημα αεράμυνας μετασχηματίστηκε σε ένα πιο αποκεντρωμένο και κινητό μοντέλο, με έμφαση στη διασπορά μονάδων και την ταχεία μετακίνηση συστημάτων.
Ο λεγόμενος σιιτικός Άξονας Αντίστασης δεν συνιστά μια επίσημη στρατιωτική συμμαχία, αλλά ένα πλέγμα κυρίως μη κρατικών ένοπλων οργανώσεων, που συνδέονται ιδεολογικά, στρατηγικά και επιχειρησιακά με το Ιράν. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως από την ίδια την Τεχεράνη και τους συμμάχους της για να περιγράψει το μέτωπο, που αντιτίθεται στην αμερικανική επιρροή, στο Ισραήλ και σε ορισμένα αραβικά καθεστώτα της περιοχής.
Λίγο πριν από τον πόλεμο του 2026 ο Άξονας Αντίστασης βρισκόταν σε μια μεταβατική περίοδο. Οι εξελίξεις στη Γάζα, οι συγκρούσεις στον Λίβανο, η αστάθεια στο Ιράκ και η αυξανόμενη ένταση στην Ερυθρά Θάλασσα είχαν ήδη δημιουργήσει ένα περιβάλλον μόνιμης συγκρουσιακής κατάστασης.
Η στρατηγική ενεργοποίησης του Άξονα Αντίστασης κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν προφανής. Να διασπαστεί η προσοχή των αντιπάλων, μέσω ταυτόχρονων επιθέσεων σε διαφορετικές περιοχές της Μέσης Ανατολής. Από τον Λίβανο, η Χεζμπολάχ επιτέθηκε εναντίον ισραηλινών στόχων. Στο Ιράκ, φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές εξαπέλυσαν πυραυλικές και drone επιθέσεις κατά αμερικανικών βάσεων. Στην Υεμένη, οι Χούθι επιχείρησαν να διαταράξουν τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα και στα Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Η λογική αυτής της στρατηγικής ήταν ότι κανένας αντίπαλος δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του σε ένα μόνο μέτωπο.
1. Χεζμπολάχ: Η λιβανέζικη Χεζμπολάχ θεωρείται η ισχυρότερη μη κρατική ένοπλη οργάνωση στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με το CSIS, πριν από τις μεγάλες συγκρούσεις 2024 – 2026, διέθετε περίπου 30.000 ενεργούς μαχητές και άλλους 20.000 εφέδρους. Ενώ λίγο πριν από την ιρανική κρίση, το Reuters εκτιμά ότι αριθμούσε 4.000 – 5.000 λιγότερους μαχητές, οι οποίοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν βαριά στις συνεχείς συγκρούσεις με το Ισραήλ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 2026 η Χεζμπολάχ βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Αφενός έπρεπε να στηρίξει το Ιράν και να διατηρήσει την αξιοπιστία της ως βασικός σύμμαχος της Τεχεράνης, αφετέρου αντιμετώπιζε σοβαρές απώλειες και πίεση στο εσωτερικό του Λιβάνου, όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού φοβόταν μια ολοκληρωτική καταστροφή.
Παρά τις δυσκολίες, η οργάνωση διατήρησε ενεργό μέτωπο εναντίον του Ισραήλ και ώς έναν βαθμό συνέχισε να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος υπέρ της Τεχεράνης.
2. Χούθι: Οι σιίτες Χούθι της Υεμένης, γνωστοί και ως Ansar Allah (Υποστηρικτές του Θεού), αποτέλεσαν ένα από τα πιο απρόβλεπτα στοιχεία της συγκρουσιακής κατάστασης στη Μέση Ανατολή των τελευταίων ετών. Το Council on Foreign Relations (CFR) αναφέρει ότι η βασική δύναμή τους ανέρχεται σε περίπου 20.000 μαχητές, με δυνατότητα κινητοποίησης έως και 350.000 ενόπλων μέσω φυλετικών δικτύων.
Έχουν εκπαιδευτεί από τη Δύναμη Al Quds του IRGC και έχουν εξοπλιστεί με βαλλιστικούς πυραύλους, βλήματα cruise και drones μεγάλης εμβέλειας. Διεξάγοντας ασύμμετρες ναυτικές επιθετικές επιχειρήσεις, κατάφεραν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές. Η δράση τους αύξησε σημαντικά το κόστος ασφάλειας στη ναυσιπλοΐα και επηρέασε τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Το κλείσιμο ή η μερική αποσταθεροποίηση βασικών θαλάσσιων οδών δημιούργησε φόβους για νέα ενεργειακή κρίση. Ωστόσο, η δράση τους κατά τη διάρκεια της ιρανικής κρίσης ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη.
3. Πολιτοφυλακές στο Ιράκ και τη Συρία: Οι ένοπλες σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και τη Συρία, που σύμφωνα με εκτιμήσεις του CSIS αριθμούν από 180.000 έως 250.000 μαχητές, λειτούργησαν ως κρίσιμος ενδιάμεσος κρίκος του Άξονα Αντίστασης. Μέσω αυτών, το Ιράν μπορούσε να ασκεί πίεση στις αμερικανικές δυνάμεις χωρίς να εμπλέκεται άμεσα, αλλά και να εξοπλίζει τη Χεζμπολάχ.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι οργανώσεις αυτές, εξοπλισμένες με πυραύλους μικρού βεληνεκούς, ρουκέτες, drones και αντιαρματικά βλήματα, εξαπέλυσαν επιθέσεις σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αποθήκες καυσίμων και κέντρα διοίκησης των αμερικανικών δυνάμεων και των συμμάχων τους στο Ιράκ και τη Συρία. Η χρήση drones και ρουκετών απέδειξε ότι ακόμη και σχετικά περιορισμένες οργανώσεις μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές σε ανώτερους στρατιωτικά αντιπάλους. Ωστόσο, οι σιιτικές πολιτοφυλακές δεν είχαν τον ίδιο βαθμό εξάρτησης από την Τεχεράνη. Ως εκ τούτου, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τοπικοί ηγέτες τους περιόρισαν αισθητά τη δράση τους.
4. Χαμάς: Η σουνιτική οργάνωση Χαμάς αποτέλεσε έναν ιδιαίτερο αλλά σημαντικό κρίκο του λεγόμενου Άξονα Αντίστασης, διατηρώντας στενές σχέσεις με το Ιράν μέσω χρηματοδότησης, εκπαίδευσης και στρατιωτικής υποστήριξης. Κατά τη διάρκεια της ιρανικής κρίσης, δεν συμμετείχε ενεργά υπέρ της Τεχεράνης, καθότι από τη Λωρίδα της Γάζας δεν διέθετε δυνατότητα διεξαγωγής περιφερειακών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η συνέχιση των συγκρούσεων στη Γάζα πίεζε στρατιωτικά και πολιτικά το Ισραήλ, εξυπηρετώντας έμμεσα έως έναν βαθμό τη στρατηγική του Ιράν, για διατήρηση πολλαπλών μετώπων στη Μέση Ανατολή.
Το μέλλον του Άξονα Αντίστασης παραμένει ρευστό. Η έκβαση του πολέμου, οι πολιτικές εξελίξεις στο Ιράν και οι νέες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή θα καθορίσουν αν το δίκτυο αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό εργαλείο περιφερειακής ισχύος της Τεχεράνης ή αν θα εισέλθει σε περίοδο σταδιακής αποδυνάμωσης.
* Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])
Διαβάστε επίσης:
Reuters: Αγώνας για να ξεμπλοκάρει η πώληση του προηγμένου τσιπ της NVidia σε κινεζικούς κολοσσούς
Αραγτσί: «Παρακμάζουσα αυτοκρατορία οι ΗΠΑ, βρυχάται από απελπισία»
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.