Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Πάνος Σόμπολος
Γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελ.: 480
Ο Πάνος Σόμπολος ανήκει αναμφίβολα στην κατηγορία των δημοσιογράφων που καλύπτουν το αστυνομικό ρεπορτάζ έχοντας ταυτιστεί μαζί του σε τέτοιο βαθμό, ώστε η ίδια η φωνή τους να γίνεται μέρος της συλλογικής μνήμης μιας χώρας.
Για δεκαετίες ολόκληρες, το όνομά του συνδέθηκε με εγκλήματα, εξαφανίσεις, δικαστικές αίθουσες, ανακρίσεις, ανθρώπινα πάθη και οικογενειακές τραγωδίες που απασχόλησαν το πανελλήνιο. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα της παρουσίας του δεν βρισκόταν μόνο στην πληροφορία ή στην εμπειρία του, όσο στον τρόπο με τον οποίο μετέφερε τη φρίκη.
Η χαρακτηριστική χροιά της φωνής του, ο αργός και καθαρός τρόπος εκφοράς του λόγου, η αίσθηση ενός ανθρώπου οικείου και ήπιου που περιγράφει γεγονότα ακραίας βίας, δημιούργησαν μια σπάνια αντίθεση. Ο τηλεθεατής ή ο ακροατής άκουγε ιστορίες αποτρόπαιων εγκλημάτων από έναν άνθρωπο που έμοιαζε να διατηρεί ανέπαφη μια βαθιά ανθρωπιά. Αυτή ακριβώς η αντίφαση, ένας καλοσυνάτος, σχεδόν πατρικός άνθρωπος να αφηγείται τις πιο σκοτεινές όψεις της κοινωνίας χωρίς κραυγές, χωρίς χυδαιότητα και χωρίς θεατρινισμούς, υπήρξε το στοιχείο που έκανε τον Πάνο Σόμπολο σύμβολο του αστυνομικού ρεπορτάζ στην Ελλάδα.
Το βιβλίο «Γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο» φέρει ακριβώς αυτήν την ταυτότητα. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του προλόγου γίνεται σαφές ότι ο συγγραφέας δεν επιθυμεί να παρουσιάσει ένα εύκολο θέαμα τρόμου ούτε να μετατρέψει τα εγκλήματα σε λαϊκή αφήγηση φρίκης. Το αντίθετο! Επιδιώκει να καταγράψει πραγματικές υποθέσεις, να διασώσει λεπτομέρειες από το αστυνομικό και δικαστικό χρονικό τους, και ταυτόχρονα να φωτίσει ένα κοινωνικό φαινόμενο που διαπερνά δεκαετίες ολόκληρες της ελληνικής ζωής.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι πρόκειται για αληθινές υποθέσεις, χωρίς μυθοπλασία ή φανταστικές σκηνές. Η δήλωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή το βιβλίο ακουμπά ένα πεδίο όπου η πραγματικότητα συχνά ξεπερνά τη λογοτεχνία. Οι τίτλοι των κεφαλαίων, όπως εμφανίζονται στα περιεχόμενα, λειτουργούν σχεδόν σαν μικρά αποσπάσματα συλλογικού εφιάλτη. «Την έπνιξε με μαξιλάρι», «Την έθαψε και την αναζητούσε», «Την έκαψε ζωντανή», «Την σκότωσε επειδή γεννούσε μόνο κορίτσια», «Την έσφαξε γιατί αρνήθηκε να συνάψουν δεσμό». Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται αμέσως ότι καταγράφοντας ειδεχθή εγκλήματα, το βιβλίο διηγείται τη σκοτεινή ιστορία της εξουσίας πάνω στο γυναικείο σώμα μέσα στην ελληνική κοινωνία.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του προλόγου είναι η ειλικρίνεια με την οποία ο Σόμπολος μιλά για τη δική του μεταβολή απέναντι στον όρο «γυναικοκτονία». Ομολογεί ότι αρχικά δυσφορούσε με τον όρο, θεωρώντας ότι η ανθρωποκτονία αρκούσε ως περιγραφή. Η πολυετής όμως επαφή του με τα στοιχεία, τις δικαστικές υποθέσεις και τις ίδιες τις μορφές της βίας, τον οδήγησε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Η αλλαγή αυτή έχει σημασία, επειδή δεν προέρχεται από θεωρητική συζήτηση ή ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά από βιωμένη εμπειρία δεκαετιών μέσα στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Ο δημοσιογράφος, που πέρασε σαράντα πέντε χρόνια δίπλα σε δολοφόνους, ανακριτές, συγγενείς θυμάτων και δικαστικούς λειτουργούς, καταλήγει να παραδεχθεί ότι υπάρχει ένα ιδιαίτερο μοτίβο βίας απέναντι στις γυναίκες.
Αυτή η διαπίστωση αποτελεί και τον βαθύτερο πυρήνα του βιβλίου. Οι ιστορίες που παραθέτει ο Σόμπολος διαδραματίζονται στη διάρκεια ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος που αρχίζει από τη δεκαετία του 1950 και φτάνει έως τις μέρες μας. Το εντυπωσιακό στοιχείο όμως βρίσκεται αλλού: στην επαναληπτικότητα των κινήτρων. Ζήλια, έλεγχος, κτητικότητα, εμμονή, προσβολή της «τιμής», άρνηση εγκατάλειψης, σεξουαλική κυριαρχία. Οι ίδιες σχεδόν αιτίες επανέρχονται ξανά και ξανά, λες και κάτω από τις κοινωνικές αλλαγές επιβιώνει ένας παλιός και βαθιά ριζωμένος κόσμος εξουσίας.
Σε αρκετές περιπτώσεις το βιβλίο προκαλεί πραγματικό σοκ, ακριβώς επειδή αποκαλύπτει πόσο φυσιολογική θεωρείτο κάποτε η βία απέναντι στις γυναίκες… Ο σύζυγος που σκοτώνει επειδή το φαγητό άργησε. Ο άνδρας που δολοφονεί επειδή η γυναίκα του γεννούσε κορίτσια. Ο δράστης που αντιμετωπίζεται σαν «ήρωας» από το χωριό του επειδή σκότωσε άπιστη σύζυγο. Μέσα από αυτές τις ιστορίες περνά μια ολόκληρη κοινωνική ανθρωπολογία της ελληνικής επαρχίας, της οικογενειακής εξουσίας, της πατριαρχικής ηθικής και της σιωπηλής ανοχής.
Ο Σόμπολος, ωστόσο, αποφεύγει να μετατρέψει το βιβλίο σε κοινωνιολογική πραγματεία. Παραμένει δημοσιογράφος. Η δύναμή του βρίσκεται στη λεπτομέρεια του περιστατικού, στη μικρή ανθρώπινη κίνηση, στην αναπαραγωγή της φράσης που είπε ο δράστης ή του τρόπου με τον οποίο προσπάθησε να καλύψει το έγκλημα. Αυτό δίνει στο βιβλίο έναν έντονα προφορικό χαρακτήρα. Συχνά ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ακούει τον ίδιο τον Σόμπολο να αφηγείται τις υποθέσεις με εκείνη τη γνωστή ήρεμη φωνή που σημάδεψε την ελληνική τηλεόραση.
Η επιλογή του συγγραφέα να μη χρησιμοποιεί τα πλήρη ονόματα δραστών και θυμάτων σε αρκετές περιπτώσεις αποκαλύπτει επίσης έναν κώδικα δεοντολογίας που σπανίζει στον σύγχρονο τηλεοπτικό κόσμο. Ο ίδιος εξηγεί ότι επιθυμεί να προστατεύσει απογόνους και συγγενείς ανθρώπων που συνδέθηκαν με εγκλήματα δεκαετίες πριν. Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, σε μιαν εποχή όπου η τηλεοπτική και ψηφιακή υπερπροβολή συχνά μετατρέπει το έγκλημα σε καταναλώσιμο θέαμα.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και μία από τις μεγάλες αρετές του βιβλίου. Παρά το υλικό του, αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό τη χυδαιότητα. Οι περιγραφές παραμένουν σκληρές, πολλές φορές σοκαριστικές, όμως ο συγγραφέας διατηρεί έναν τόνο που θυμίζει παλαιότερη σχολή δημοσιογραφίας. Μια σχολή όπου το ρεπορτάζ είχε ακόμη σχέση με την ανθρώπινη παρατήρηση και όχι μόνο με την κραυγή ή την τηλεοπτική υπερβολή.
Ταυτόχρονα όμως το βιβλίο λειτουργεί και ως ανεπίσημη ιστορία της ελληνικής κοινωνίας. Οι υποθέσεις απλώνονται μέσα στον χρόνο και φωτίζουν διαφορετικές εποχές της χώρας. Αγροτικές κοινότητες, μικρές πόλεις, αστικά διαμερίσματα, οικογένειες της επαρχίας, κοινωνικά ήθη που αλλάζουν αργά και βασανιστικά. Η γυναικοκτονία εμφανίζεται σχεδόν σαν υπόγειο νήμα που ενώνει διαφορετικές δεκαετίες του ελληνικού βίου.
Σε αυτό το σημείο, το βιβλίο αποκτά και ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό ενδιαφέρον. Οι υποθέσεις που καταγράφει ο Σόμπολος φέρνουν στην επιφάνεια έναν κόσμο όπου η γυναικεία ζωή αντιμετωπιζόταν συχνά ως προέκταση της ανδρικής εξουσίας. Πίσω από κάθε έγκλημα αναδύεται μια κουλτούρα κατοχής: «ανήκεις σε μένα», «δεν θα φύγεις», «δεν θα σε έχει άλλος». Ακόμη και όταν οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν, το μοτίβο παραμένει τρομακτικά αναγνωρίσιμο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνδεση παλαιότερων εγκλημάτων με νεότερες υποθέσεις που συγκλόνισαν τη χώρα, όπως της Καρολάιν στα Γλυκά Νερά ή της Ελένης Τοπαλούδη. Ο Σόμπολος επιχειρεί να δείξει ότι αυτά τα εγκλήματα δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά σε μια «σύγχρονη» κοινωνία. Αποτελούν συνέχεια μιας βαθύτερης ιστορικής πραγματικότητας που απλώς σήμερα γίνεται περισσότερο ορατή.
Η εμπειρία του συγγραφέα στο αστυνομικό ρεπορτάζ προσδίδει στο βιβλίο και ένα άλλο στοιχείο: την αίσθηση του αυτόπτη μάρτυρα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ο Σόμπολος, πέρα από σχολιαστής των εγκλημάτων, κατάφερε να γίνει μέρος του τρόπου με τον οποίο τα έμαθε και τα θυμάται το ελληνικό κοινό. Για πολλές γενιές η εικόνα του αστυνομικού ρεπορτάζ είχε τη δική του φωνή. Αυτό φορτίζει το βιβλίο με μια ιδιότυπη συλλογική μνήμη.
Ο Σόμπολος ενδιαφέρεται κυρίως να αφηγηθεί, να καταγράψει και να διασώσει τη μνήμη των περιστατικών. Η ανάλυση παραμένει συνήθως σύντομη και υπαινικτική. Ωστόσο, ακριβώς εκεί βρίσκεται και η δύναμη του βιβλίου. Ο συγγραφέας αποφεύγει να μετατραπεί σε εισαγγελέα, θεωρητικό ή ιδεολογικό σχολιαστή – πράγμα που συμβαίνει κατά κόρον στη σύγχρονη αστυνομική ειδησεογραφία. Παραθέτει ιστορίες που μιλούν σχεδόν από μόνες τους. Και πολλές φορές η ωμή παράθεση της πραγματικότητας αρκεί για να αποκαλύψει το μέγεθος της κοινωνικής βίας.
Το βιβλίο διαβάζεται επίσης σαν μια ιδιότυπη χαρτογράφηση της ελληνικής σχέσης με το έγκλημα. Από τις παλαιότερες εποχές, όπου οι τοπικές κοινωνίες συχνά δικαιολογούσαν τον δράστη, έως τη σύγχρονη εποχή των τηλεοπτικών πάνελ και της δημόσιας οργής, παρακολουθούμε μια μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει τη βία απέναντι στις γυναίκες. Η ίδια η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» συμβολίζει αυτή τη μεταβολή.
Σημαντική είναι και η ανθρώπινη διάσταση του ίδιου του συγγραφέα. Ο Σόμπολος γράφει σαν άνθρωπος που κουβαλά μνήμη δεκαετιών. Πίσω από τις σελίδες διακρίνεται ένας δημοσιογράφος που έχει βρεθεί σε τόπους εγκλημάτων, έχει μιλήσει με συγγενείς θυμάτων, έχει ακούσει δολοφόνους να περιγράφουν τις πράξεις τους. Αυτή η βιωματική εμπειρία προσδίδει αμεσότητα στο κείμενο.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο του βιβλίου: η αίσθηση ότι πίσω από κάθε υπόθεση υπάρχει μια χαμένη ζωή και όχι απλώς ένας τίτλος δελτίου ειδήσεων. Ο Σόμπολος γνωρίζει πολύ καλά πόσο εύκολα το έγκλημα γίνεται τηλεοπτικό θέαμα. Ίσως γι’ αυτό επιμένει τόσο συχνά στον ανθρώπινο πόνο, στις οικογένειες, στους γονείς, στα θύματα.
Οι «Γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο» υπερβαίνουν τη συλλογή αστυνομικών ιστοριών, μετατρέποντάς τες σε ένα χρονικό της ελληνικής κοινωνίας μέσα από τις πιο σκοτεινές στιγμές της. Ένα βιβλίο που συνομιλεί με τη λαϊκή μνήμη, με την ιστορία του αστυνομικού ρεπορτάζ, με τη δημόσια συζήτηση γύρω από την έμφυλη βία, αλλά και με την ίδια τη διαδρομή του Πάνου Σόμπολου.
Και πάνω απ’ όλα, είναι ένα βιβλίο που φέρει απολύτως τη σφραγίδα του δημιουργού του: τη σπάνια ικανότητα να αφηγείται τον αποτροπιασμό χωρίς να χάνει την ανθρωπιά του.
Διαβάστε επίσης:
Βιβλίο: Η τελευταία άμυνα της σκέψης
Βιβλίο: Ιστορίες από το περιθώριο που κοιτούν κατάματα το κέντρο
Βιβλίο: Η τέχνη του δημόσιου λόγου ως πράξη ευθύνης και συγκρότησης του δημόσιου χώρου
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.