Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Μέσα στο συγκρουσιακό περιβάλλον της ιρανικής κρίσης του 2026, οι σχέσεις της Τεχεράνης με τη Μόσχα και το Πεκίνο απέκτησαν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η Ρωσία και η Κίνα αναγνώρισαν τη στρατηγική σημασία του Ιράν στην προσπάθεια περιορισμού της δυτικής επιρροής. Την ίδια στιγμή οι αραβικές χώρες του Κόλπου βρέθηκαν αντιμέτωπες με σοβαρές προκλήσεις, καθώς η σύγκρουση επηρέασε άμεσα τις ενεργειακές ροές, τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας της περιοχής.
Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις Ιράν – Ρωσίας εξελίχθηκαν σε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές συνεργασίες της Ευρασίας. Αν και ιστορικά οι δύο χώρες χαρακτηρίζονταν από αμοιβαία καχυποψία και ανταγωνισμό επιρροής στον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή, εντούτοις η σταδιακή επιδείνωση των σχέσεών τους με τη Δύση οδήγησε σε σημαντική διμερή στρατηγική συνεργασία.
Ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία το 2022, η Μόσχα και η Τεχεράνη ενίσχυσαν τη συνεργασία τους σε στρατιωτικό, ενεργειακό, οικονομικό και τεχνολογικό επίπεδο, επιδιώκοντας να διαμορφώσουν έναν κοινό άξονα αντίστασης απέναντι στις δυτικές κυρώσεις και την αμερικανική επιρροή. Σύμφωνα με αναλύσεις των δυτικών δεξαμενών σκέψης Chatham House και Carnegie Endowment, η πολυεπίπεδη συνεργασία Μόσχας – Τεχεράνης βασίζεται περισσότερο σε κοινά στρατηγικά συμφέροντα και λιγότερο σε σχέση εμπιστοσύνης.
Πριν από την κρίση του 2026, οι σχέσεις Ρωσίας – Ιράν κινούνταν σε τροχιά συνεχούς αναβάθμισης. Η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών ενισχύθηκε ιδιαίτερα μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, όταν η Ρωσία άρχισε να αξιοποιεί ιρανικής τεχνολογίας drones και άλλα οπλικά συστήματα στο ουκρανικό μέτωπο. Παράλληλα, οι δύο χώρες εμβάθυναν τη συνεργασία τους στους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας, της κυβερνοασφάλειας και της ανταλλαγής τεχνογνωσίας για την παράκαμψη των δυτικών οικονομικών κυρώσεων.
Η προσέγγιση αυτή επισημοποιήθηκε περαιτέρω τον Ιανουάριο του 2025 με την υπογραφή της «Συνολικής Συνθήκης Στρατηγικής Συνεργασίας» μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης. Σύμφωνα με το Reuters, η συμφωνία προέβλεπε διεύρυνση της συνεργασίας στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας, της ενέργειας, των μεταφορών, της τεχνολογίας και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ενώ περιλάμβανε και κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών απειλών.
Παράλληλα, οι δύο χώρες δεσμεύθηκαν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους στο πλαίσιο οργανισμών, όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών και εθνικών νομισμάτων, ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από το δολάριο και το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η συνεργασία τους στη Μέση Ανατολή. Στη Συρία, η Ρωσία και το Ιράν στήριξαν από κοινού το καθεστώς Άσαντ διαμορφώνοντας για αρκετά χρόνια έναν λειτουργικό στρατιωτικοπολιτικό άξονα. Ωστόσο, παρά τη συνεργασία, η σχέση τους δεν εξελίχθηκε ποτέ σε πλήρη στρατηγική συμμαχία. Η Μόσχα επιδίωκε να διατηρεί ισορροπίες τόσο με το Ισραήλ όσο και με τις αραβικές χώρες του Κόλπου, αποφεύγοντας να εξαρτηθεί υπερβολικά από την Τεχεράνη. Από την πλευρά του, το Ιράν αντιμετώπιζε διαχρονικά τη Ρωσία ως αναγκαίο αλλά όχι απολύτως αξιόπιστο στρατηγικό εταίρο, διατηρώντας επιφυλάξεις απέναντι στις μακροπρόθεσμες επιδιώξεις της Μόσχας στην περιοχή.
Η κατάσταση μεταβλήθηκε δραματικά μετά την έναρξη των κοινών αμερικανοϊσραηλινών επιθετικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν το 2026. Η Μόσχα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα σύνθετο στρατηγικό δίλημμα. Από τη μία πλευρά η αποδυνάμωση του Ιράν θα περιόριζε σημαντικά έναν από τους βασικότερους γεωπολιτικούς εταίρους της στη Μέση Ανατολή και θα ενίσχυε την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά η άμεση στρατιωτική εμπλοκή υπέρ της Τεχεράνης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνη σύγκρουση με τη Δύση, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρωσία παρέμενε ήδη στρατιωτικά και οικονομικά επιβαρυμένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το Chatham House περιέγραψε τη ρωσική στάση ως «προσεκτικά υπολογισμένη εμπλοκή», που στόχευε στη διατήρηση της επιρροής της Μόσχας, χωρίς άμεση στρατιωτική σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Κρεμλίνο επέλεξε τελικά μια πολιτική ελεγχόμενης υποστήριξης προς το Ιράν. Συγκεκριμένα:
● Καταδίκασε δημόσια τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις.
● Χαρακτήρισε την περιφερειακή κλιμάκωση ως απειλή για τη διεθνή σταθερότητα.
● Ενίσχυσε τις διπλωματικές επαφές με την Τεχεράνη.
● Παρείχε στρατιωτικές πληροφορίες και τεχνολογική υποστήριξη,ιδιαίτερα για drones, ηλεκτρονικό πόλεμο και κυβερνοασφάλεια.
Η στάση αυτή ανέδειξε τα όρια της ρωσοϊρανικής συνεργασίας και επιβεβαίωσε ότι η μεταξύ τους σχέση, παρά τη στρατηγική της διάσταση, δεν συνιστά πλήρη στρατιωτική συμμαχία αντίστοιχη με εκείνες που διατηρεί η Μόσχα με τη Λευκορωσία ή τη Βόρεια Κορέα. Όπως επισημαίνει η «Le Monde», κατά την υπογραφή της συμφωνίας του 2025, Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν ήδη ξεκαθαρίσει ότι η Τεχεράνη δεν επιθυμούσε να ενταχθεί σε επίσημο αμυντικό μπλοκ υπό ρωσική ηγεσία.
Παράλληλα η κρίση δημιούργησε και ορισμένα βραχυπρόθεσμα οφέλη για τη Ρωσία. Η αποσταθεροποίηση στον Περσικό Κόλπο και τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ προκάλεσαν άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας, γεγονός που ενίσχυσε τα ρωσικά ενεργειακά έσοδα και ανακούφισε προσωρινά τα δημοσιονομικά της Ρωσίας. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με αναλύσεις του International Energy Agency (IEA) και του Chatham House, η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή απορρόφησε σημαντικό μέρος της δυτικής πολιτικοστρατιωτικής προσοχής, περιορίζοντας σε κάποιον βαθμό την πίεση προς τη Ρωσία στο ουκρανικό μέτωπο.
Τελικά, η κρίση του 2026 οδήγησε σε περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης. Ωστόσο η σχέση τους παρέμεινε περισσότερο πραγματιστική παρά συμμαχική, καθώς και οι δύο πλευρές συνέχισαν να λειτουργούν κυρίως με βάση τα εθνικά τους συμφέροντα και όχι στη βάση αμοιβαίων δεσμεύσεων συλλογικής άμυνας.
Οι σχέσεις συνεργασίας Ιράν – Κίνας στηρίζονται κυρίως στην οικονομία, την ενέργεια και την κοινή επιδίωξη περιορισμού της δυτικής επιρροής.
Όπως επισημαίνει το Carnegie Endowment, το Πεκίνο θεωρεί το Ιράν έναν κρίσιμο εταίρο στην εφαρμογή της πρωτοβουλίας «Belt and Road». Αυτή η πρωτοβουλία,η οποία ξεκίνησε το 2013 από την Κίνα, αποτελεί μια παγκόσμια στρατηγική ανάπτυξης εμπορικών, ενεργειακών και τεχνολογικών δικτύων που συνδέουν την Ασία, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ευρώπη μέσω μεγάλων έργων υποδομής, με στόχο την ενίσχυση της οικονομικής και γεωπολιτικής επιρροής της Κίνας.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη βλέπει στην Κίνα μια μεγάλη αγορά και έναν στρατηγικό σύμμαχο, για την αντιστάθμιση της δυτικής πίεσης και των κυρώσεων.
Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ιρανικού πετρελαίου. Μάλιστα, όπως αναφέρει η «China Daily», το Πεκίνο επένδυσε σε υποδομές μεταφορών και λιμένων στο Ιράν, ενισχύοντας τη στρατηγική διασύνδεση των δύο χωρών. Επιπρόσθετα, η «South China Morning Post» τονίζει ότι η Κίνα ενίσχυσε την τεχνολογική συνεργασία με το Ιράν, κυρίως στις τηλεπικοινωνίες, στα ψηφιακά δίκτυα και στη διαχείριση των ενεργειακών πόρων, με στόχο την ενίσχυση της οικονομικής σταθερότητας του Ιράν και τη διεύρυνση του ρόλου της στην περιοχή.
Αναλύσεις του Carnegie Endowment και του Chatham House αναφέρουν ότι, κατά τη διάρκεια της ιρανικής κρίσης (2025 – 2026), το Πεκίνο:
● Διατήρησε ανοιχτούς διπλωματικούς διαύλους με την Τεχεράνη.
● Καταδίκασε τις αμερικανοϊσραηλινές επιθετικές επιχειρήσεις.
● Ζήτησε αποκλιμάκωση της έντασης και σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας του Ιράν.
● Συνέχισε να εισάγει πετρέλαιο, τουλάχιστον μέχρι τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών από τις αμερικανικές αεροναυτικές δυνάμεις.
● Προώθησε επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, προκειμένου να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και την εμπορική ροή.
● Απέφυγε άμεση στρατιωτική εμπλοκή διατηρώντας ένα προσεκτικό προφίλ που στοχεύει στη διασφάλιση των οικονομικών και ενεργειακών συμφερόντων του στη Μέση Ανατολή.
Το 2026, οι σινοϊρανικές σχέσεις διατηρούν έντονο στρατηγικό και οικονομικό χαρακτήρα, χωρίς όμως να συνιστούν επίσημη στρατιωτική συμμαχία. Η διμερής συνεργασία τους βασίζεται σε οικονομικά συμφέροντα, ενεργειακή ασφάλεια και γεωπολιτική ισορροπία. Η Κίνα στηρίζει το Ιράν κυρίως με οικονομικά και διπλωματικά μέσα, αποφεύγοντας οποιαδήποτε στρατιωτική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ. Παρά τις όποιες περιφερειακές εντάσεις, η σχέση τους παραμένει λειτουργική και αμοιβαία επωφελής.
Οι σχέσεις μεταξύ του Ιράν και των αραβικών χωρών του Κόλπου αποτελούν διαχρονικά έναν από τους πιο ευαίσθητους άξονες ισορροπίας στη Μέση Ανατολή. Παρά τον έντονο γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ιδίως μεταξύ Τεχεράνης και Ριάντ, οι σχέσεις τους δεν υπήρξαν ποτέ πλήρως συγκρουσιακές, αλλά διαμορφώνονταν από περιόδους έντασης και αποκλιμάκωσης, με ισχυρό υπόβαθρο την οικονομική αλληλεξάρτηση και την ενεργειακή ασφάλεια. Όπως σημειώνει το International Crisis Group (ICG), η περιοχή του Κόλπου λειτουργούσε ήδη πριν από το 2026 ως «εύθραυστο σύστημα αποτροπής», όπου η σύγκρουση αποφεύγεται όχι λόγω εμπιστοσύνης, αλλά λόγω τουυψηλού κόστουςμιας κλιμάκωσης.
Πριν από την κλιμάκωση της τρέχουσας συγκρουσιακής κατάστασης, το Ιράν και τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) καλλιεργούσαν εκ νέου τη βελτίωση των σχέσεων συνεργασίας, έπειτα από χρόνια εντάσεων, που είχαν κορυφωθεί σε περιόδους όπως ο πόλεμος στην Υεμένη και οι περιφερειακές αντιπαραθέσεις στη Συρία και τον Λίβανο. Η σταδιακή αποκλιμάκωση, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2020, αποσκοπούσε κυρίως στη σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών.
Η International Energy Agency (IEA) υπογραμμίζει ότι οι χώρες του Κόλπου και το Ιράν μοιράζονταν έναν κρίσιμο παράγοντα αλληλεξάρτησης, που δεν είναι άλλος από την ασφάλεια των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ, τα οποία αποτελούν τον σημαντικότερο κόμβο μεταφοράς πετρελαίου και LNG παγκοσμίως. Παρά τις πολιτικές εντάσεις, η οικονομική πραγματικότητα επέβαλε συνθήκες σχετικής σταθερότητας, τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο του 2026, καθώς οποιαδήποτε διαταραχή θα είχε άμεσο αντίκτυπο στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Η έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής σύγκρουσης με το Ιράν το 2026 προκάλεσε μια πρωτοφανή συστημική κατάρρευση του οικονομικού μοντέλου του Κόλπου. Μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ (4 Μαρτίου 2026), οι εξαγωγές πετρελαίου και LNG διακόπηκαν, οδηγώντας αρκετές φορές την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 120 δολάρια το βαρέλι. Αυτό το «ενεργειακό – οικονομικό σοκ» ανέδειξε τη δομική αδυναμία των οικονομιών του GCC, οι οποίες παραμένουν βαθιά εξαρτημένες από τη σταθερότητα των θαλάσσιων ενεργειακών διαδρόμων.
Η σύγκρουση του 2026 μετέτρεψε τις χώρες του Κόλπου από περιφερειακούς παρατηρητές σε άμεσους στόχους, καθώς δέχθηκαν περίπου το 83% των συνολικών πυραυλικών και drone επιθέσεων. Μάλιστα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στοχοποιήθηκαν περισσότερο και από το Ισραήλ.
Η ερευνήτρια Στεφανί Χάουσχερ Άλι στο Πρόγραμμα για τη Μέση Ανατολή του Atlantic Council επισημαίνει ότι «το σοκ του πολέμου υπονόμευσε το αφήγημα ασφάλειας και ευημερίας, που είχαν οικοδομήσει τα κράτη του Κόλπου τα τελευταία χρόνια, μέσω τεράστιων επενδύσεων με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από τους υδρογονάνθρακες».
Οι γεωστρατηγικοί αναλυτές Γιόελ Γκουζάνσκι και Ρον Τάιρα του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS) του Ισραήλ υποστηρίζουν ότι, παρά τη σημαντική στρατιωτική και οικονομική πίεση που δέχθηκε το Ιράν, η συνολική στρατηγική θέση των χωρών του Κόλπου δεν έχει βελτιωθεί. Αντιθέτως, έχει επιδεινωθεί λόγω:
● Της συνεχιζόμενης ιρανικής απειλής.
● Της επισφαλούς θέσης των ενεργειακών υποδομών.
● Του αυξημένου κινδύνου για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
● Της περιορισμένης – όπως αποδείχθηκε – αξιοπιστίας της αμερικανικής αποτροπής.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι χώρες του GCC δεν συμμετείχαν ενεργά στις επιθετικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Όπως αναφέρουν οι Γκουζάνσκι και Τάιρα, ακολούθησαν μια πολιτική «ελεγχόμενης εμπλοκής», παρέχοντας περιορισμένη επιχειρησιακή υποστήριξη στις ΗΠΑ, αλλά αποφεύγοντας άμεση στρατιωτική σύγκρουση με την Τεχεράνη, λόγω του αυξημένου κινδύνου αντιποίνων και της γεωγραφικής εγγύτητας.
Αντίθετα, το Ιράν έπληξε τις χώρες του Κόλπου, στοχεύοντας ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές, όπως διυλιστήρια, εγκαταστάσεις LNG και κρίσιμα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας. Μέσω αυτής της στρατηγικής, επιδίωξε να αυξήσει το κόστος ασφάλειας των κρατών του Κόλπου και να αποσταθεροποιήσει τη ροή των ενεργειακών εξαγωγών τους. Παράλληλα, η απειλή κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής πίεσης, επηρεάζοντας όχι μόνο τις περιφερειακές οικονομίες, αλλά και την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.
Όπως σημειώνει το Chatham House, η απουσία ενιαίας στρατηγικής αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό των χωρών του GCC.Αυτή η διαφοροποίηση καθιστά δύσκολη τη δημιουργία ενιαίου μετώπου. Σε μια εποχή αυξανόμενης αβεβαιότητας, το διακύβευμα για τα κράτη του Κόλπου δεν είναι απλώς η ασφάλεια ή η οικονομική ανάπτυξη, αλλά η ίδια η δυνατότητά τους να καθορίζουν το μέλλον τους σε ένα μεταβαλλόμενο και ολοένα πιο απειλητικό διεθνές περιβάλλον.
* O Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])
Διαβάστε επίσης:
Πυρηνικά και Ορμούζ παρατείνουν την κρίση
Εκλογικά καυτό το τρίγωνο Μητσοτάκη – Σαμαρά – Καραμανλή
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.