search
ΣΑΒΒΑΤΟ 30.05.2026 08:26
MENU CLOSE

Βιβλίο: Η σκοτεινή καρδιά της ελληνικής επαρχίας

30.05.2026 07:30
vivlio_2

Λένα Κιτσοπούλου
Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης

Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελ.: 200

Η Κική έγινε Λάμπρος κι επιστρέφει έπειτα από χρόνια στα πάτρια εδάφη. Η Κική, κάποτε, αναπαύτηκε και θάφτηκε σε κλειστό άδειο φέρετρο κάτω απ’ το χώμα της γης της. Άτυχη και πολύ νέα, αναπαυμένη για τους δικούς της και τους συγχωριανούς της και την ίδια στιγμή ζωντανή, μακριά απ’ την Ελλάδα, έχοντας επιλέξει μια άλλη πορεία. Η Κική είναι ο Λάμπρος, δύο μέτρα άντρας, που κλαίει με τα δικά της κοριτσίστικα αναφιλητά, με το ψηλόλιγνο σώμα να τραντάζεται. Νεκρή και ολοζώντανη σ’ ένα κορμί μέσα σ’ ένα άλλο κορμί, μα με το ίδιο βλέμμα και τον ίδιο ιριδισμό στα μάτια, με πολλαπλά ανεπούλωτα τραύματα, με τους ίδιους ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν και τα παιδικά κι εφηβικά της χρόνια. Η Κική επιστρέφει στο χωριό της ως Λάμπρος, στην ηλικία των τριάντα τριών, ένας άντρας μορφωμένος, ευαίσθητος, οξυδερκής, σαγηνευτικός, που κουβαλάει έναν κοσμοπολίτικο αέρα και μαύρες μνήμες και με την παρουσία του ανατρέπει τις ζωές των μόνιμων κατοίκων του χωριού και τους ξυπνά ποικίλα πάθη.

Η αιρετική -όπως πολλοί την αποκαλούν-, αυθεντική, πολυτάλαντη, πολυσχιδής και σημαντική σκηνοθέτις, ηθοποιός, ερμηνεύτρια και συγγραφέας Λένα Κιτσοπούλου, με σταθερή και τακτική παρουσία στα θεατρικά μας πράγματα, επιστρέφει στην πεζογραφία ύστερα από απουσία σχεδόν έντεκα ετών. Ήταν το 2015 όταν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο είχε κυκλοφορήσει η συλλογή διηγημάτων της «Το μάτι του ψαριού», που μπήκε στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας 2016. Πέντε χρόνια πιο πριν, το 2010, μας ταρακούνησε με την προηγούμενη συλλογή ιστοριών «Μεγάλοι δρόμοι», ξανά απ’ το Μεταίχμιο. Το 2009, ο θρυλικός θεατρικός μονόλογος «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α» (εκδόσεις Κέδρος, επανέκδοση πρόσφατη από Μεταίχμιο), που ανεβαίνει συχνά έκτοτε στις αθηναϊκές θεατρικές σκηνές. Και η πρώτη εκρηκτική συλλογή διηγημάτων της Κιτσοπούλου «Νυχτερίδες» (Κέδρος, 2006 και φετινή επανακυκλοφορία από Μεταίχμιο) απέσπασε το Βραβείο του Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω»και φυσικά καθιέρωσε την Κιτσοπούλου στο εκδοτικό τοπίο, η οποία και τότε (όπως και τώρα) ήταν τολμηρή, άγρια, τρυφερή, χυδαία και άμεση σε έκφραση και θεματολογία.

Η Κιτσοπούλου μόλις επέστρεψε, λοιπόν, αφήνοντας αυτή τη φορά τη μικρή φόρμα και επιτυχώς καταπιάνεται με τη μεγαλύτερη, του μυθιστορήματος. Και τι μυθιστόρημα! Στο γνωστό «κιτσοπουλικό» ύφος, το σαρωτικό, το αυθάδες, το κόντρα στο κατεστημένο και στον συντηρητισμό, με γλώσσα που τσακίζει κόκαλα, που καταλύει ήθη και σεμνοτυφίες, πολιτική ορθότητα και κάθε στερεότυπο, με αφήγηση εναλλασσόμενη από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο, αφήγηση ιλιγγιώδη, διεστραμμένη, χειμαρρώδη, ρηξικέλευθη, ερωτεύσιμη, που ισορροπεί μεταξύ του γκροτέσκο και του σπαρακτικά τραγικού, μια αφηγηματική δίνη που σαρώνει και δεν αφήνει τίποτα όρθιο, που καρναβαλίζει την ελληνική πραγματικότητα.

Οι ήρωες της Λένας Κιτσοπούλου βρίσκονται συχνά στα όρια της παράνοιας, είναι μέλη δυσλειτουργικών οικογενειών, είναι μοναχικοί και με μυαλό θολωμένο, η μοίρα τους είναι σακατεμένη, δυσκολεύονται να υποτάξουν τα σκοτεινά τους ένστικτα, βρίζουν τον εαυτό τους και την τύχη τους, ψάχνουν αυτό το κάτι που θα τους οδηγήσει είτε στη λύτρωση είτε στην απόλυτη καταστροφή, εκφράζονται χωρίς φίλτρο, αιχμηρά, βρώμικα και δεν γνωρίζουν από λεκτικούς περιορισμούς, ισορροπούν πάνω απ’ το απύθμενο κενό σε λεπτό τεντωμένο σχοινί. Γελάνε δυνατά, κλαίνε σπαρακτικά, χάνουν κάθε ρανίδα αξιοπρέπειας, γυρεύοντας φως ή εκδίκηση, ουρλιάζοντας ή σιωπώντας. Φιγούρες οικείες εκτός εαυτού, σε ιστορίες άκρως ρεαλιστικές, βίαιες, σουρεαλιστικών στοιχείων με ψυχαναλυτικές αποχρώσεις.

Η Κιτσοπούλου πάντα κατασκευάζει στα έργα της έναν κόσμο που δεν μας είναι καθόλου ξένος. Αντιθέτως, μας είναι γνώριμος γιατί αυτός ακριβώς είναι ο κόσμος μας κι ας μην μας αρέσει κι ας μην μας βολεύει να παραδεχτούμε πως είμαστε σάρκα απ’ τη σάρκα του και αίμα απ’ το αίμα του. Άλλωστε αυτός είναι και ο ρόλος της καλής λογοτεχνίας και της τέχνης: να μας ξεβολεύει, να ενοχλεί, να γίνεται καθρέφτης μας και μέσα του ν’ αντικρίζουμε την ομορφιά και την τραγικότητά μας.

Σε αυτό το νέο της έργο η Κιτσοπούλου τοποθετεί τη δράση του σε μια μικρή επαρχιακή πόλη του νομού Λακωνίας, στην αθάνατη ελληνική επαρχία με τον ανοιχτό ουρανό, τον καθαρό αέρα, τους χαλαρούς ρυθμούς ζωής και την παντελή έλλειψη αξιών και προοπτικής. Ο Λάμπρος ξεκινάει την αφήγηση ζώντας στη Γερμανία. Ο Λάμπρος που ήταν Κική, που στα δεκατρία της ήδη είχε παραβατική συμπεριφορά, ήταν βυθισμένη στις ναρκωτικές ουσίες, πολύ ψηλή και άγρια για κορίτσι. Η μάνα της την πήρε κι έφυγαν απ’ το χωριό για την Αθήνα, για να σωθεί και να ξεμπλέξει, μόνο που και στη μεγάλη πόλη η ατίθαση έφηβη μπλέκει χειρότερα, αργότερα θα μπει σε προγράμματα απεξάρτησης, θα βρει παρηγοριά στην ανάγνωση και θα βρεθεί σε διαμάχη με τη φύση της.

Στα είκοσί της, αποφασίζει να φύγει για Γερμανία και να προχωρήσει σε μετάβαση αλλαγής φύλου. Φυσικά θα έρθει σε μεγάλη κόντρα με τη μάνα της και με τον αδελφό της τον Στράτο κι έτσι η Κική πεθαίνει για εκείνους, της κάνουν κανονική κηδεία με κλειστό φέρετρο. Η Κική γίνεται Λάμπρος, γίνεται αυτό που ήθελε να είναι κι αυτό που ταίριαζε στο ύψος, στην αγαρμποσύνη και στην ψυχοσύνθεσή της. Ζει στο Βερολίνο, ασχολείται με την κατασκευή κοσμημάτων, γράφει προσπαθώντας να αφήσει πίσω της / του το παρελθόν και τον παιδικό της απαγορευμένο έρωτα για τον Θανάση.

Όταν μαθαίνει ότι η πολυαγαπημένη του γιαγιά πέθανε πριν από πολλές μέρες, ο Λάμπρος αποφασίζει να γυρίσει πίσω στο χωριό και να ζήσει στο σπίτι της. Κι επιστρέφει σ’ αυτό το οικείο του Φαρ Ουέστ, που ο χρόνος άφησε αναλλοίωτο. Και θα βιοπορίζεται φτιάχνοντας χειροποίητα κοσμήματα, τα οποία θα πουλάει και στο χωριό αλλά και στο εξωτερικό μέσω internet. Ο αδελφός του ο Στράτος τηλεφωνικά τον προειδοποιεί να μην διανοηθεί να τον πλησιάσει. Ο Λάμπρος είναι ο «ξένος», ο αλλόκοτος, ο μαγνήτης των βλεμμάτων. Συστήνεται ως αδερφός της Κικής (από άλλη μητέρα) που ζούσε μόνιμα στη Γερμανία. Στα 33 του είναι κι αισθάνεται άχρηστος και Χριστός μαζί, έχει τα χρόνια του Χριστού, τα μακριά μαλλιά και τη γενειάδα, είναι μια φιγούρα σχεδόν ασκητική και τρομερά σαγηνευτική μ’ ένα αγιασμένο άδειο βλέμμα.

Σ’ αυτή την απεριποίητη και μουντή επαρχία ο Λάμπρος συναντά πρόσωπα απ’ τον κύκλο του αδελφού του, συναντά και τον παλιό του έρωτα, τον Θανάση, που διατηρεί το βενζινάδικο της περιοχής. Συναντά την ωραία και μοιραία Χριστίνα (θεωρείται η καλλονή του χωριού), η οποία γελά πάντα δυνατά, περπατά με αυτοπεποίθηση (γιατί ξέρει πως γυναίκα σαν αυτή δεν υπάρχει άλλη), δηλώνει με στόμφο και σιγουριά πως δεν έχει ανάγκη για έρωτες κι όμως θα πέσει θύμα της σκοτεινής γοητείας του Λάμπρου, ο οποίος θα τραυματιστεί – ξανά – βαριά από τον έρωτά του για τον Θανάση, που τελικά δεν κατάφερε να ξεπεράσει ποτέ. Ο αρσενικός εαυτός μπαίνει σε εμφύλιο πόλεμο με τον θηλυκό. Μέσα στο ίδιο σώμα.

Η Χριστίνα είναι η Ερωτευμένη που παριστάνει τη Μη Ερωτευμένη και δίνει τη δική της μάχη με τον νοσηρό έρωτα που την τσακίζει και την κάνει κομμάτια. Κι ο Θανάσης ξέρει εξαρχής ποιος είναι ποιος, ξέρει πως ο Λάμπρος κουβαλάει το σώμα και την ψυχή της Κικής που αγάπησε πολύ και στερήθηκε. Κι ενώ ο Λάμπρος – μ’ ένα δαχτυλίδι λεοπάρδαλη και μια γάτα για συγκάτοικο – μαγεύει τους πάντες με το χαμηλό προφίλ του, την ακαταμάχητη γοητεία του και τις γνώσεις του, μέσα του καίγεται κι υποφέρει, περιφέρεται στα καφενεία και στα μπαρ της επαρχίας νύχτα και σκοτάδι.

Δαίμονες κι άγγελοι τριγύρω του γεύονται τη σκέψη του, τα χείλη του, το κορμί του, τη μοναξιά του, την απόγνωση και την κραυγή γι’ αυτά που πέρασαν και δεν γυρίζουν πίσω, το μαύρο και το κόκκινο του έρωτα που ξερνάει τα σωθικά του καταμεσής του δρόμου κι οδηγεί και οδηγείται στην αυτοκαταστροφή, στην ταπείνωση, στον εξευτελισμό, στην απόλυτη ισοπέδωση, στο μέγα Κακό.

Εδώ η ελληνική επαρχία με τα πάθη και τ’ αδιέξοδά της, με τη φθηνή απομίμηση του σύγχρονου lifestyle, με την πλατεία – δικαστήριο, με το Τίποτα που μοιάζει να είναι το κέντρο του κόσμου, με τα γλέντια με κάθε αφορμή, με τη ζωή που κάνει τα στραβά μάτια και κερνάει τα ρέστα της κι ένα σπασμένο γυαλί.

Εδώ και η χαρισματική Λένα Κιτσοπούλου που, μέσω αυτού του νέου της συνταρακτικού μυθιστορήματος, χωρίς ίχνος ωραιοποίησης, εκφράζει αλήθειες που σφάζουν και ξεδιπλώνει με ωμότητα, ντομπροσύνη και ποιητικότητα πολυεπίπεδα ζητήματα για την ύπαρξη και τα σκοτάδια της.

Διαβάστε επίσης:

Βιβλίο: Οι μικροϊστορίες του Μάκη Τσίτα

Βιβλίο: Κώστας Μαυρουδής – Η αθόρυβη τέχνη της παρατήρησης

Βιβλίο: Οι γυναίκες που χάθηκαν πίσω από το «αστυνομικό δελτίο»

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΣΑΒΒΑΤΟ 30.05.2026 08:26