Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Ο αμερικανικός κινηματογράφος μας συστήνεται, κυρίως, μέσω του Χόλιγουντ, των εμπορικών ταινιών και των μεγάλων εταιρειών, έτσι που δύο ανεξάρτητα φιλμ να αποτελούν ευπρόσδεκτες γνωριμίες. Στο ένα η Ολίβια Γουάιλντ ξανασκηνοθετεί την «Πρόσκληση», μετά την πρώτη, επιτυχημένη ισπανική της έκδοση. Μια θεατρικής καταγωγής δραματική κωμωδία. Κωμωδία, ως προς το πρώτο μέρος της, με γλυκόπικρη κατάληξη. Πικρή, από την αρχή ως το τέλος, είναι η ταινία «Πανούκλα», του Τσάρλι Πόλιγκερ, όταν μια εφηβική ομάδα πόλο συμπυκνώνει τα κακώς κείμενα μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Το ρεσιτάλ του μοντέρ Γιώργου Μαυροψαρίδη
«Πρόσκληση»

Σκηνοθεσία: Ολίβια Γουάιλντ
Σύνοψη: Ένα ζευγάρι προσκαλεί τους συγκάτοικούς του σε δείπνο, το οποίο γρηλγορα χάνει την ευχάριστη ατμόσφαιρά του. Μετατρέπεται σε ένα σεξουαλικό πείραμα, μέσα στο οποίο καθένας βρίσκει τον χαρακτήρα του, μέσα από πυκνούς διαλόγους
Σκηνοθεσία: Ολίβια Γουάιλντ
Παίζουν: Έντουαρντ Νόρτον, Πενέλοπε Κρουζ, Σεθ Ρόγκεν, Ολίβια Γουάιλντ.
Δεν είναι κάτι πρωτότυπο το σενάριο της ταινίας «Η πρόσκληση», της Ολίβια Γουάιλντ, ούτε διεκδικεί δάφνες ξαφνιάσματος του θεατή, με τις εκπλήξεις που κρύβει στη σκηνοθεσία και στους πυκνούς διαλόγους. Άλλωστε, υπάρχει και η πρώτη, ισπανική εκδοχή (το «Γείτονες από πάνω»), η οποία κρίθηκε απολύτως επιτυχημένη. Τώρα, οι συμβάσεις και οι αντιγραφές άλλων παρόμοιων έργων περισσεύουν. Κάποιος μπορεί να δει ανάλογες περιπτώσεις, από τις μνημειώδεις συγκρούσεις του ζεύγους Τέιλορ- Μπράντο, στο «Ποιός φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;» ως τις πιο πρόσφατες στο «Οι τέλειοι ξένοι», αλλά και στο πιο κωμικό «Δείπνο ηλιθίων»: Ένα τραπέζι, ένα δείπνο, από το οποίο ξεπηδούν προβλήματα σχέσεων είναι μια συνταγή η οποία έχει ξαναδοκιμαστεί.
Στον πυρήνα το θέατρο, στον φλοιό ο κινηματογράφος. Ακριβώς εκεί βρίσκεται ένα πρώτο πρόβλημα: πόσο μπορεί να μεταλλάξει μια κάμερα το θεατρικό γονίδιο μιας ταινίας; Εδώ, ένα ζεύγος καλεί τους γείτονες του επάνω ορόφου σε δείπνο, ως ευκαιρία διαπροσωπικής γνωριμίας. Η γυναίκα του ζεύγους είναι η ίδια η σκηνοθέτης, φαινομενικά ανοιχτή σε προκλήσεις, ο σύζυγος ένας μίζερος γκρινιάρης (παρ’ όλα αυτά, ο Σεθ Ρόγκεν εξαιρετικός στη συγκεκριμένη ερμηνεία). Από την άλλη, ο Χοκ και η Πίνια (βαρύγδουπα, αλλά δίχως αντίκρισμα, τα ονόματα του Έντουάρντ Νόρτον και της Πενέλοπε Κρουζ στους ρόλους) έχουν μια δαιμονισμένη διάθεση για σεξουαλικούς πειραματισμούς.
Ανάλογη πειραματική διάθεση επιδεικνύει και η Ολίβια Γουάιλντ, προσπαθώντας να «σπάσει» τον χώρο, να προσδώσει κινηματογραφική διάσταση στη θεατρική καθήλωση των «τεσσάρων τοίχων». Ούτε αυτή η πράξη είναι πρωτότυπη, κουβαλάει μεγάλη ιστορία πίσω της. Για να το καταφέρει, επιστρατεύει τις ικανότητες του ελληνικής καταγωγής μοντέρ Γιώργου Μαυροψαρίδη. Προκειμένου να απελευθερώσει τη δομή του έργου από τη θεατρικότητά του, πειραματίζεται με τους φακούς, τολμάει τον ευρυγώνιο, αλλά εάν δεν υπήρχε η ευπρόσδεκτα αγχώδης σύνδεση των πλάνων, τίποτα δεν θα είχε καταφέρει.
Στο λεκτικό πολυβόλο των ηρώων, στην ανταλλαγή πυρών, μέσω λέξεων, όλα θα έμοιαζαν ακίνητα, εάν δεν υπήρχε το μοντάζ, να μπορέσει να παρακολουθήσει τις κωμικές -στο πρώτο μέρος- και τις δραματικές, στη συνέχεια, με ανάλογη ικανότητα και διάθεση. Οι συζητήσεις των τεσσάρων σταδιακά μετακυλίονται από την κωμική αμηχανία, σε μια βαθύτερη γνωριμία των σχέσεων και των χαρακτήρων. Το πέρασμα γίνεται μετά από μια τολμηρή πρόταση του Χοκ και της Πίνια για ερωτική ανταλλαγή συντρόφων. Το φυτίλι έχει ανάψει…
Εμφανώς πριμοδοτημένη η γυναικεία οπτική, μέσα από διαλόγους πυροβολά τους θεατές, υποβαθμίζοντας -σχεδόν γελοιοποιώντας- τη θέση του άνδρα στα δύο ζευγάρια. Η αναπάντεχη πρόταση που δέχονται οι οικοδεσπότες, ανοίγει το μπαουλάκι ετών και ξεπηδάει από ‘κει μέσα όλη η μούχλα της πολυετούς συμβίωσης. Τίποτα, όμως, από όσα έρχονται στα μάτια του θεατή, δεν ξεφεύγει από τα κλισέ των περιπτώσεων: το συντηρητικό ζευγάρι προσπαθεί, παλεύει, συγκρουέται με την απόφαση της αποδοχής ή μη της πρόσκλησης-πρόκλησης, ανταλλάσσοντας ευθύνες και κατηγόριες. Την ίδια στιγμή, ξεπετάγονται παράπονα, ματαιώσεις, αδυναμίες.
Ένα «κουτί της Πανδώρας», χωρίς πρωτοτυπία, δίχως έμπνευση. Όλα αναμενόμενα, ακόμη και το δήθεν αμφίσημο τέλος. Είναι η ηθική και η βαθύτερη αγάπη , η οποία συγκρατεί το συντηρητικό ζευγάρι ή η αποδοχή του φόβου, που το κρατάει ενωμένο. Οι μουσικές νότες και το πλάνο-εικαστικό κάδρο του τέλους, μάλλον η καλύτερη στιγμή του φιλμ (κυριολεκτικά, αφού η κινηματογράφηση έγινε με παραδοσιακό 35mm σελιλόιντ, κάτι που έβαλε ακόμα πιο δύσκολα στον Γιώργο Μαυροψαρίδη).
Αξιολόγηση: **
Πόσο δύσκολο να είσαι «διαφορετικός» έφηβος…
Τίτλος ταινίας: «Η πανούκλα»

Σύνοψη: Ένα κάμπιγκ, όπου πραγματοποιεί την καλοκαιρινή της προετοιμασία μια εφηβική ομάδα πόλο, συμπυκνώνει μια μικροκοινωνία. Σε αυτήν ένα αγόρι, ο Ιλάι, λόγω κάποιας ιδιομορφίας, θεωρείται φορέας πανούκλας, κι ένα άλλο, ο Μπεν, προσπαθεί να το προσεγγίσει, δίχως να βρεθεί αποσυνάγωγος της ομάδας
Σκηνοθεσία: Τσάρλι Πόλιγκερ
Παίζουν: Τζόελ Έντγκερντον, Κάγια Μάρτιν, Έβερετ Μπλανκ
Κατ’ αρχάς, ο τίτλος «Η πανούκλα» ουδεμία σχέση έχει με το λογοτεχνικό αριστούργημα του Αλμπέρ Καμί, πρόκειται για απλή…συνωνυμία, αφού εδώ θεωρητικός φορέας της είναι ένα αγόρι με δερματική νόσο. Αυτήν, οι συνομήλικοι του τη βαφτίζουν πανούκλα και θέτουν τον συμπαίκτη τους Ιλάι, στο περιθώριο μιας ομάδας εφήβων του πόλο. Δίπλα του ένα άλλο αγόρι ίδιας ηλικίας, ο Μπεν, βρίσκεται διχασμένος, ανάμεσα σε όσους ασκούνται στο νταϊλίκι, εναντίον του Ιλάι, αλλά επιθυμεί να γνωρίσει βαθύτερα και τον ταλαίπωρο αποσυνάγωγο.
Ως εδώ, έχουμε μια πολύ καλή σεναριακή ιδέα, όπου βρίσκει κάποιος τις ανασφάλειες των εφήβων, την επιθυμία τους να «ανήκουν» κάπου, έστω και σ’ ένα γκρουπ το οποίο φέρεται απορριπτικά και τρομοκρατικά. Σε αυτό το «ενδιάμεσο» πεδίο, ο Μπεν, τσουρουφλισμένος ο ίδιος από τις οικογενειακές του σχέσεις (το πρόσφατο διαζύγιο των γονιών του) προσπαθεί να επιβιώσει, να επιπλεύσει ως έφηβος και όχι μόνον ως αθλητής της υδατοσφαίρισης. Αυτός μάλλον τα καταφέρνει, ο σκηνοθέτης όμως όχι.

Ο λόγος που η ταινία βουλιάζει στην αδιαφορία είναι επειδή η πολύ καλή αρχική ιδέα δεν εξελίσσεται, δεν πρωτοτυπεί. Οι συγκρούσεις και οι απορρίψεις ανακυκλώνονται, ουσιαστικά η εσωτερική πάλη δεν βρίσκει κινηματογραφικό διέξοδο. Μπορεί η μελέτη και η αντίληψη της εφηβείας να περιγράφεται με επάρκεια, δεν δημιουργούνται, ωστόσο, πειστικοί χαρακτήρες για να γεννήσουν το συγκινησιακό κλίμα των συγκρούσεων. Μοιάζει ο σκηνοθέτης Πόλιγκερ να μην πιστεύει στο θέμα του, να προσπαθεί να το εντάξει πρόχειρα στην ατζέντα των ημερών. Εντάξει το «διαφορετικό», η προσπάθεια του Μπεν να το κατανοήσει και να το προσεγγίσει, αλλά το σινεμά χρειάζεται περισσότερη ψυχή από αυτήν που διαθέτει μια πρώτη σεναριακή ιδέα.
Οι αντιπαραθέσεις περιορίζονται στα ρηχά, χωρίς να αναδύονται στα μάτια μας τα όσα κρύβονται στο βάθος του υποσυνείδητου, αυτών των παιδιών, αυτών των ηλικιών. Εκτός αυτού, υποτίθεται ότι «Η πανούκλα» αναπαράγει το κλίμα των αρχών του 2000, τότε που συμβαίνουν όλα αυτά, χωρίς να γίνεται αντιληπτή η χρησιμότητα μιας τέτοιας χρονικής μετάθεσης. Και στενοχωριέται κάποιος, διότι η σκηνοθετική προσπάθεια δεν είναι ευκαταφρόνητη. Η κάμερα βουτάει στο νερό, μαζί με τους αθλητές, περιγράφει τη σκληρότητα των κάτω από την επιφάνεια βρώμικων χτυπημάτων και ο Πόλιγκερ διευθύνει θαυμαστά μια ομάδα νεαρών παιδιών, πράγμα πολύ δύσκολο. Με το ζόρι, όμως, αποσπά την ισοπαλία, τελικά.
Αξιολόγηση: **
Διαβάστε επίσης
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.