search
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 10.07.2026 17:23
MENU CLOSE

Πώς η Τουρκία από «προβληματικό παιδί» εξελίχθηκε σε ρυθμιστή στο ΝΑΤΟ

10.07.2026 16:05
erdogan-trump-2354

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Η Άγκυρα αξιοποίησε τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ για να αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει όσα οι άλλοι αδυνατούν: Πρόσβαση, επιρροή και διαύλους επικοινωνίας με τον Τραμπ, τη Δαμασκό και τη Μόσχα.

Όταν στις 7 Ιουλίου άνοιξαν οι εργασίες της 36ης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Προεδρικό Συγκρότημα Μπεστεπέ, η επίσημη ατζέντα δεν διέφερε από εκείνες των τελευταίων ετών: αύξηση των αμυντικών δαπανών, στήριξη της Ουκρανίας, ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας και προσαρμογή της Συμμαχίας στις νέες απειλές. Για τη διοργανώτρια Τουρκία, όμως, η Σύνοδος δεν αφορούσε μόνο το τελικό ανακοινωθέν. Ήταν μια σκηνή πολιτικής προβολής, την οποία η Άγκυρα είχε προετοιμάσει επί μήνες.

Η ίδια η λίστα των προσκεκλημένων κατέδειξε τη σημασία της συνάντησης. Εκτός από τους ηγέτες και των 32 κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, η Άγκυρα υποδέχθηκε τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, τον πρόεδρο της Νότιας Κορέας Λι Τζε-Μιουνγκ, τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Στο περιθώριο της Συνόδου πραγματοποιήθηκαν επίσης συναντήσεις υπουργών με εταίρους από τις χώρες του Κόλπου, καθώς και από την Αυστραλία, την Ιαπωνία και τη Νέα Ζηλανδία.

Στο τελικό ανακοινωθέν επαναβεβαιώθηκε η δέσμευση του ΝΑΤΟ στην αρχή της συλλογικής άμυνας, όπως αυτή προβλέπεται από το Άρθρο 5 της Συμμαχίας, ενώ οι σύμμαχοι δεσμεύθηκαν να διαθέσουν περίπου 70 δισ. ευρώ (περίπου 80 δισ. δολάρια) για στρατιωτικό εξοπλισμό, βοήθεια και εκπαίδευση της Ουκρανίας το 2026.

Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν κυριάρχησε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης μετά τη λήξη της Συνόδου. Το επίκεντρο της προσοχής ήταν η ίδια η Τουρκία: ένα κράτος-μέλος που επί χρόνια αντιμετωπιζόταν ως ο πλέον δύσκολος εταίρος της Συμμαχίας και το οποίο εμφανίστηκε πλέον ως η χώρα χωρίς την οποία η Σύνοδος ίσως να μην είχε πραγματοποιηθεί καν.

Ο άνθρωπος που κράτησε τον Τραμπ στη Σύνοδο

Ο Ντόναλντ Τραμπ έφθασε στην Τουρκία έπειτα από εβδομάδες έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης με τους Ευρωπαίους συμμάχους. Είχε ήδη χαρακτηρίσει τη Μαδρίτη «απαράδεκτο εταίρο στο ΝΑΤΟ», είχε αποκαλέσει «γελοίο» τον αμυντικό προϋπολογισμό της Γερμανίας και είχε δηλώσει ότι, όταν οι Ευρωπαίοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο κατά του Ιράν, δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματά τους αλλά η «πίστη» τους στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αντέδρασε, επισημαίνοντας ότι η Γερμανία πραγματοποιεί τη μεγαλύτερη αμυντική προσπάθεια στην ιστορία της. Παρ’ όλα αυτά, το κλίμα πριν από τη Σύνοδο της Άγκυρας ήταν ήδη ιδιαίτερα τεταμένο.

Και τότε ήρθε η δήλωση που άλλαξε το αφήγημα ολόκληρης της Συνόδου. Ο Τραμπ αποκάλυψε στους δημοσιογράφους ότι ενδεχομένως να μην είχε παραστεί καθόλου, εάν η διοργάνωση δεν φιλοξενούνταν από τον «φίλο» του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο χαρακτήρισε «πολύ ισχυρό ηγέτη».

Ήταν μια εξαιρετικά ασυνήθιστη τοποθέτηση από εν ενεργεία πρόεδρο των ΗΠΑ για Σύνοδο του ΝΑΤΟ: η παρουσία του δεν εξαρτιόταν από τη Συμμαχία συνολικά, αλλά από τον άνθρωπο που φιλοξενούσε τη συνάντηση. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η εξασφάλιση της φυσικής παρουσίας του Τραμπ είχε εξελιχθεί στον βασικό στόχο της διοργάνωσης — και η Άγκυρα κατάφερε να τον πετύχει.

Ο ίδιος ο Ερντογάν υποδέχθηκε προσωπικά τον Αμερικανό πρόεδρο στον διάδρομο προσγείωσης, ενώ η τουρκική τηλεόραση μετέδωσε εικόνες από την τελετή υποδοχής με έφιππη συνοδεία, τιμητικό άγημα και αεροπορική επίδειξη με καπνούς στα χρώματα κόκκινο, λευκό και μπλε.

Στρατιωτική μπάντα εκτελούσε παραδοσιακά εμβατήρια, καθώς ο Ερντογάν και η σύζυγός του υποδέχονταν έναν προς έναν τους ηγέτες. Ο Τραμπ, παρακολουθώντας την εμφάνιση της οθωμανικής στρατιωτικής μπάντας Mehter, ύψωσε τον αντίχειρα σε ένδειξη επιδοκιμασίας.

Καθισμένος δίπλα στον Ερντογάν στο προεδρικό μέγαρο, ο Αμερικανός πρόεδρος συνόψισε τη σχέση τους με μία φράση:

«Μερικές φορές τα πηγαίνεις καλύτερα με τους πιο σκληρούς ανθρώπους, όπως εκείνος».

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες παρέμεναν τεταμένες, η Τουρκία προσέφερε κάτι που οι περισσότεροι σύμμαχοι αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν: μια υποδοχή υψηλού συμβολισμού, προσωπική σχέση με τον Αμερικανό πρόεδρο και έναν χώρο όπου, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο Τραμπ, αισθανόταν πραγματικά ευπρόσδεκτος.

Γέφυρα προς τη Δαμασκό μέσω της Άγκυρας

Ο ρόλος της Τουρκίας ως συνδετικού κρίκου δεν περιορίστηκε στη σχέση Τραμπ–Ερντογάν, αλλά επεκτάθηκε και στη Μέση Ανατολή. Στο περιθώριο της Συνόδου, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε μια συνάντηση που έτυχε ευρείας δημοσιότητας με τον πρόεδρο της Συρίας, Άχμεντ αλ Σαράα – πρώην διοικητή του Μετώπου αλ Νούσρα, για τον οποίο στο παρελθόν υπήρχε αμερικανική επικήρυξη – και δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι αναμένει την αφαίρεση της Συρίας από τον αμερικανικό κατάλογο των κρατών που θεωρούνται υποστηρικτές της τρομοκρατίας.

«Νομίζω πως θα το κάνω. Γιατί όχι;», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η Συρία έχει πλέον «σταθεροποιηθεί» υπό την ηγεσία του αλ Σαράα.

Σύμφωνα με αναλυτές της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της ανάδειξης του αλ Σαράα μετά την πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ, τον Δεκέμβριο του 2024. Ο ίδιος ο Τραμπ απέδωσε στον Ερντογάν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία διαύλου επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Δαμασκού.

Για μια χώρα της οποίας η ατζέντα ασφαλείας καθορίζεται από τον πολύχρονο πόλεμο στα σύνορα με τη Συρία, τις κουρδικές ένοπλες οργανώσεις, τις προσφυγικές ροές, η φιλοξενία αυτής της αμερικανοσυριακής επαφής στο πλαίσιο Συνόδου του ΝΑΤΟ αποτέλεσε ευκαιρία να παρουσιαστεί ταυτόχρονα ως αξιόπιστος ευρωπαϊκός σύμμαχος και ως ο αναντικατάστατος διαμεσολαβητής της Ουάσιγκτον στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής – δύο ρόλοι που μέχρι πρόσφατα σπάνια λειτουργούσαν τόσο συμπληρωματικά.

Η άρση των κυρώσεων και η προοπτική των F-35

Ακόμη και το πιο απτό αποτέλεσμα της Συνόδου αφορούσε τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας.

Κατά τη συνάντηση με τον Ερντογάν στο προεδρικό μέγαρο, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον θα άρει τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην Άγκυρα από το 2020, μετά την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Οι ίδιες κυρώσεις είχαν οδηγήσει και στον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα ανάπτυξης και προμήθειας των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35.

«Θα άρουμε τις κυρώσεις», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, διευκρινίζοντας ότι ο υπουργός Εξωτερικών και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ επεξεργάζονται τις τεχνικές λεπτομέρειες της διαδικασίας.

Όταν ρωτήθηκε αν εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες για το ενδεχόμενο η Ρωσία να αποκτήσει πρόσβαση σε ευαίσθητα τεχνολογικά στοιχεία μέσω της συνύπαρξης των S-400 με τα F-35, ο Τραμπ απέρριψε εύκολα το ζήτημα.

Όσον αφορά την πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, απέφυγε να αναλάβει σαφή δέσμευση, χωρίς όμως να κρύψει τη θετική του διάθεση. Χαρακτήρισε το F-35 «μακράν το καλύτερο μαχητικό αεροσκάφος» και υποστήριξε ότι η Άγκυρα είναι «από πολλές απόψεις πιο πιστός σύμμαχος από άλλες χώρες που θεωρούμε ότι είναι πιστές».

Από την πλευρά του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποστήριξε ότι οι δύο ηγέτες είχαν ήδη συζητήσει την προμήθεια πέντε αεροσκαφών F-35, δήλωσε ότι ο Τραμπ «τηρεί πάντα τις υποσχέσεις του» και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα είχε να ευχαριστήσει τον Αμερικανό πρόεδρο για θετικές εξελίξεις πριν από την ολοκλήρωση της Συνόδου.

Παρά ταύτα, σημαντικά εμπόδια εξακολουθούν να υπάρχουν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι περιορισμοί που θέτει ο αμερικανικός νόμος περί αμυντικού προϋπολογισμού (National Defense Authorization Act), οι αντιδράσεις του Κογκρέσου, αλλά και οι έντονες ανησυχίες του Ισραήλ ότι μια πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα μπορούσε να περιορίσει την αεροπορική υπεροχή που διαθέτει σήμερα στην περιοχή απέναντι στην κυβέρνηση Ερντογάν, την οποία χαρακτηρίζει επηρεασμένη από ακραίες ισλαμιστικές δυνάμεις.

Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν φαίνεται να επηρεάζει, τουλάχιστον δημοσίως, τη στάση του Τραμπ.

Ακόμη κι αν τελικά δεν παραδοθεί ούτε ένα F-35 στην Τουρκία, το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμψε η Σύνοδος της Άγκυρας είναι από μόνο του ιδιαίτερα σημαντικό: ένα καθεστώς κυρώσεων που καθόρισε επί έξι χρόνια τις αμερικανοτουρκικές αμυντικές σχέσεις βρίσκεται πλέον, σύμφωνα με τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ, σε διαδικασία ανατροπής, ανοίγοντας ξανά μια συζήτηση που η Ουάσιγκτον θεωρούσε εδώ και χρόνια οριστικά κλειστή.

Γιατί η Τουρκία είναι πλέον χρήσιμη στο ΝΑΤΟ

Η αυξανόμενη σημασία της Τουρκίας στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ δεν προέκυψε ξαφνικά. Τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει επενδύσει συστηματικά στην ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας και έχει ενισχύσει σημαντικά τη θέση της ως εξαγωγέας οπλικών συστημάτων, μεταξύ των οποίων και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη μάχης που έχουν επηρεάσει την έκβαση συγκρούσεων πολύ πέρα από τα σύνορά της. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ολοένα και περισσότεροι σύμμαχοι επικαλούνται όταν αναφέρονται στη σημασία της Άγκυρας για τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η φετινή Σύνοδος δεν επικεντρώθηκε τόσο στη λήψη νέων αποφάσεων όσο στην εφαρμογή όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί. Ο Οζγκιούρ Ουνλουχισαρτζικλί, του German Marshall Fund, σημείωσε ότι, μετά την απόφαση της περσινής Συνόδου της Χάγης για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ, η συνάντηση της Άγκυρας είχε ως βασικό στόχο να εξετάσει πώς οι πρόσθετοι αυτοί πόροι θα μετατραπούν σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες.

Το βασικό επιχείρημα της Τουρκίας απέναντι στους συμμάχους βασίζεται διαχρονικά σε ένα παράδοξο: ότι η ανεξάρτητη εξωτερική της πολιτική –η διατήρηση ανοικτών διαύλων με τη Μόσχα, η στρατιωτική της παρουσία στη Συρία και η δημόσια αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ για τον πόλεμο στη Γάζα– δεν μειώνει αλλά αυξάνει τη χρησιμότητά της για το ΝΑΤΟ.

Η Σύνοδος της Άγκυρας αποτέλεσε ίσως την πιο χαρακτηριστική επιβεβαίωση αυτού του επιχειρήματος. Η Συμμαχία χρειαζόταν τον Αμερικανό πρόεδρο στην αίθουσα των εργασιών και ο Ντόναλντ Τραμπ αναζητούσε ένα φιλικό πολιτικό περιβάλλον. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατάφερε να προσφέρει και τα δύο, εξασφαλίζοντας παράλληλα ως αντάλλαγμα τη δέσμευση για άρση των αμερικανικών κυρώσεων και το άνοιγμα μιας νέας συζήτησης γύρω από τα μαχητικά F-35.

Ο Αλπέρ Κοσκούν, του Carnegie Endowment, συνόψισε εύστοχα τη μεταβολή αυτή, εκτιμώντας ότι η Ουάσιγκτον θα βρει στην Τουρκία «έναν ολοένα πιο πρόθυμο εταίρο», διατεθειμένο να ακολουθήσει πολιτικές περισσότερο ευθυγραμμισμένες με τις αμερικανικές επιδιώξεις στη Μέση Ανατολή.

Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που η Άγκυρα επιδιώκει να καλλιεργήσει: όχι εκείνη ενός δύσκολου συμμάχου που χρειάζεται διαρκή διαχείριση, αλλά ενός απαραίτητου εταίρου, τον οποίο οι υπόλοιποι οφείλουν πλέον να προσεγγίζουν.

Από «πρόβλημα» σε μοχλό επιρροής

Η τουρκική εξωτερική πολιτική έχει οικοδομηθεί τα τελευταία χρόνια πάνω στη λογική της πολυδιάστατης συνεργασίας και όχι της εξάρτησης από μία μόνο δύναμη. Η χώρα διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους μόνιμους στρατούς του ΝΑΤΟ, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία, ενώ αντιμετωπίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία περισσότερο ως σύγκρουση που απαιτεί διαμεσολάβηση παρά ως ζήτημα μονοδιάστατης καταδίκης της Μόσχας.

Παράλληλα, έχει επενδύσει σημαντικά στην εγχώρια αμυντική της βιομηχανία, στις εξαγωγές οπλικών συστημάτων και στη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου σχέσεων με τις χώρες του Κόλπου, τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή, διαμορφώνοντας μια αρχιτεκτονική ασφάλειας που δεν εξαρτάται αποκλειστικά ούτε από τις Βρυξέλλες ούτε από την Ουάσιγκτον.

Αυτό που επί χρόνια αντιμετωπιζόταν στις δυτικές πρωτεύουσες ως αδυναμία –η απροθυμία της Τουρκίας να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις επιλογές της Συμμαχίας– μετατρέπεται σταδιακά στη βασική πηγή της διπλωματικής της επιρροής.

Στην πραγματικότητα, η Τουρκία δεν ήταν η μόνη που είχε ανάγκη την επιτυχία της Συνόδου της Άγκυρας· ίσως να μην ήταν καν εκείνη που την είχε περισσότερο ανάγκη.

Τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, αντιμέτωπα με έναν απρόβλεπτο Αμερικανό πρόεδρο και περιορισμένα μέσα για να διατηρήσουν ενεργό το ενδιαφέρον του για τη Συμμαχία, χρειάζονταν την τουρκική φιλοξενία, την προσωπική σχέση του Ερντογάν με τον Τραμπ, αλλά και τους διαύλους που η Άγκυρα διαθέτει τόσο προς τη Δαμασκό όσο και προς τη Μόσχα.

Υπό αυτή την έννοια, η Συμμαχία –και κυρίως οι ευρωπαϊκές χώρες– δεν βρέθηκαν στην Άγκυρα για να απευθύνουν πρόσκληση συνεργασίας στην Τουρκία, αλλά για να ζητήσουν τη συνδρομή της.

Στο τέλος, ανεξάρτητα από το αν τα F-35 θα προσγειωθούν ποτέ σε τουρκικές αεροπορικές βάσεις, η Άγκυρα είχε ήδη εξασφαλίσει αυτό που επιδίωκε περισσότερο από κάθε άλλο αποτέλεσμα της Συνόδου: την απόδειξη ότι μπορεί να εξακολουθεί να δέχεται επικρίσεις, αλλά πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Διαβάστε επίσης

Ιράν: Έκαψαν γιγαντιαίο ομοίωμα Lego του Τραμπ – Λαοθάλασσα για την κηδεία και την ταφή του Χαμενεΐ (Video)

WSJ: Το Ισραήλ προειδοποίησε τον Τραμπ ότι το Ιράν σχεδιάζει τη δολοφονία του – Επιφυλακτικό το CNN για τις στοχεύσεις του Τελ Αβίβ

Άντι Μπέρναμ: «Οι Εργατικοί δεν έκαναν το σωστό» για τη Γάζα – «Υπάρχουν αυξανόμενες αποδείξεις για εγκλήματα πολέμου»

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 10.07.2026 17:22