Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΟ Ντόναλντ Τραμπ εξελέγη υποσχόμενος ότι θα τερματίζει πολέμους και δεν θα ανοίγει νέα πολεμικά μέτωπα. Ωστόσο, η πολιτική του έναντι του Ιράν ενδέχεται να τον οδηγήσει στην ίδια παγίδα στην οποία βρέθηκαν επανειλημμένα Αμερικανοί πρόεδροι μετά το Βιετνάμ: Σε μια σύγκρουση χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου.
Κανείς δεν ξεκινά έναν πόλεμο θεωρώντας ότι θα διαρκέσει για πάντα. Κι όμως, από τον πόλεμο του Βιετνάμ και έπειτα, οι ΗΠΑ έχουν εμπλακεί κατ’ επανάληψη σε στρατιωτικές επιχειρήσεις που παρατάθηκαν επί χρόνια, μέχρι κάποιος επόμενος πρόεδρος να κρίνει ότι το οικονομικό και πολιτικό κόστος υπερβαίνει τα οφέλη, να διακηρύξει την επίτευξη των στόχων και να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις.
Οι επικριτές του Τραμπ υποστηρίζουν ότι το ίδιο ενδέχεται να συμβεί και με το Ιράν.
Κατά την προεκλογική του εκστρατεία είχε δεσμευθεί ότι δεν θα εμπλέξει ξανά τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν «ατέρμονο πόλεμο», πολύ περισσότερο στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, οι εξελίξεις φαίνεται να τον φέρνουν αντιμέτωπο με αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο.
Η στρατιωτική επιχείρηση που ξεκίνησαν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, εναλλάσσοντας αεροπορικά πλήγματα και διπλωματικές πρωτοβουλίες, δεν έχει επιτύχει μέχρι στιγμής τους στόχους που είχε θέσει ο Αμερικανός πρόεδρος: ούτε την αλλαγή του καθεστώτος στην Τεχεράνη ούτε τον τερματισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Αντίθετα, έχει δημιουργήσει μια νέα στρατηγική πραγματικότητα, με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένα.
Με τη διπλωματία να βρίσκεται σε αδιέξοδο, ο Τραμπ βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπος με τον πόλεμο. Η εκεχειρία έχει καταρρεύσει, η ναυσιπλοΐα στα Στενά εξακολουθεί να παρεμποδίζεται και το μνημόνιο κατανόησης, το οποίο ο ίδιος είχε παρουσιάσει ως συμφωνία που «πετυχαίνει όλα όσα επιδιώξαμε», έχει ουσιαστικά καταρρεύσει μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα.
«Και οι δύο πλευρές αντιμετώπισαν το μνημόνιο κατανόησης ως συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα και όχι ως γέφυρα προς την ειρήνη», δήλωσε ο Αλί Βάεζ, διευθυντής του προγράμματος για το Ιράν στο International Crisis Group.
Χωρίς μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που να οδηγεί σε μια βιώσιμη πολιτική διευθέτηση, προειδοποιεί, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για έναν ακόμη ατέρμονο πόλεμο, σύμφωνα με τους New York Times.
Ο όρος «ατέρμονοι πόλεμοι» καθιερώθηκε μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και τον λεγόμενο «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», όταν οι ΗΠΑ βρέθηκαν να διεξάγουν μακρόχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Και στις δύο περιπτώσεις, η ανατροπή των καθεστώτων ακολουθήθηκε από πολυετείς επιχειρήσεις αντιμετώπισης ανταρτών, οι οποίες ολοκληρώθηκαν χωρίς σαφή νίκη, ύστερα από τεράστιο οικονομικό κόστος και σημαντικές ανθρώπινες απώλειες.
Ο Λόρενς Φρίντμαν, ομότιμος καθηγητής Πολεμικών Σπουδών στο King’s College του Λονδίνου, υποστηρίζει ότι οι μεγάλες δυνάμεις πέφτουν συχνά θύματα της «πλάνης του σύντομου πολέμου».
«Πιστεύουν ότι μπορούν να νικήσουν γρήγορα χωρίς να υποστούν σοβαρές συνέπειες», σημειώνει.
Κατά τον ίδιο, τόσο ο Τραμπ στο Ιράν όσο και ο Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία υποτίμησαν τα όρια της στρατιωτικής ισχύος, θέτοντας πολιτικούς στόχους που μπορούν να επιτευχθούν, αν ποτέ επιτευχθούν, μόνο μέσα από μια μακρόχρονη σύγκρουση.
Η στρατιωτική υπεροχή, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από μια πολιτική στρατηγική που να μετατρέπει τις επιτυχίες στο πεδίο των επιχειρήσεων σε διαρκές διπλωματικό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση του Ιράν, ο Τραμπ επιχειρεί να επιβάλει τους στόχους του κυρίως μέσω αεροπορικής και ναυτικής ισχύος, αποφεύγοντας την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, μια επιλογή που θεωρείται πολιτικά εξαιρετικά δύσκολη.
Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991 θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχούς στρατιωτικής επέμβασης με περιορισμένο πολιτικό στόχο. Ο Τζορτζ Χ. Ου. Μπους επιδίωξε αποκλειστικά την απελευθέρωση του Κουβέιτ από τον Σαντάμ Χουσεΐν και πέτυχε τον στόχο του. Αντίθετα, ο δεύτερος πόλεμος στο Ιράκ, επί Τζορτζ Ου. Μπους, ενίσχυσε τελικά την επιρροή του Ιράν στην περιοχή, ενώ στο Αφγανιστάν η μακρόχρονη προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της χώρας κατέληξε στην επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι επιδίωξή του είναι να τερματίσει μια αντιπαράθεση 47 ετών μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, η οποία ξεκίνησε με την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και την ομηρία περισσότερων από 60 Αμερικανών.
Ο καθηγητής του Johns Hopkins Βάλι Νασρ εκτιμά ότι η σημερινή κρίση αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο αυτής της μακρόχρονης αντιπαράθεσης, η οποία άλλοτε οδηγεί σε κλιμάκωση και άλλοτε σε συμφωνίες, όπως εκείνη για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα το 2015, από την οποία αποχώρησε ο Τραμπ τρία χρόνια αργότερα.
Κατά τον Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ του Carnegie Endowment for International Peace, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εμπλακεί παράλληλα και σε μια δεύτερη διαρκή σύγκρουση: την αντιπαράθεση Ισραήλ-Ιράν, η οποία εξελίσσεται μέσω των συμμάχων της Τεχεράνης στον Λίβανο, στα Παλαιστινιακά Εδάφη και στην Υεμένη.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει την επέμβαση ως επιτυχία και να αποχωρήσει. Ωστόσο, προς έκπληξη πολλών αναλυτών, φαίνεται να επιλέγει την περαιτέρω στρατιωτική εμπλοκή, χωρίς να διακρίνεται αξιόπιστη διπλωματική διέξοδος. Παράλληλα, η δέσμευση της Ουάσιγκτον να διασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, την ώρα που η Τεχεράνη επιμένει να διατηρεί τον έλεγχό τους, ενδέχεται να οδηγήσει σε μια μακρά αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.
Η περίπτωση του Ιράν, πάντως, διαφέρει από το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Εκεί οι αμερικανικές δυνάμεις πολεμούσαν κυρίως αντάρτικες οργανώσεις και τρομοκρατικά δίκτυα. Στην περίπτωση του Ιράν πρόκειται για αντιπαράθεση με ένα οργανωμένο κράτος, το οποίο διαθέτει τη δυνατότητα να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό κόστος, περιορίζοντας τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους διαύλους μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως.
Η διευθύντρια Εξωτερικής Πολιτικής του Brookings Institution, Σούζαν Μαλόνεϊ, εκτιμά ότι δεν υπάρχει επιστροφή στην προπολεμική κατάσταση. Όπως συνέβη και στο Ιράκ, οι αμερικανικοί σχεδιασμοί μετατόπισαν την περιφερειακή ισορροπία ισχύος και η εποχή κατά την οποία τα Στενά του Ορμούζ θεωρούνταν δεδομένα ανοικτά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα πιθανότατα έχει παρέλθει.
«Μπορεί να διαμορφωθεί μια νέα κανονικότητα», σημειώνει, «αλλά με πολύ ισχυρότερη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή», καθώς το Ιράν διατηρεί την ικανότητα να πλήττει τη ναυσιπλοΐα όποτε το επιλέγει.
Ο Βάλι Νασρ εκτιμά ότι, επειδή τα διακυβεύματα για την Ουάσιγκτον είναι μικρότερα από εκείνα για την Τεχεράνη, η αμερικανική αποφασιστικότητα θα υποχωρεί σταδιακά, ενώ το Ιράν θα εξακολουθήσει να διατηρεί την ίδια ένταση στις επιχειρήσεις. Αντίστοιχη εξέλιξη είχε σημειωθεί, υπενθυμίζει, τόσο στο Αφγανιστάν όσο και στο Βιετνάμ.
Προς το παρόν, πάντως, μια διαπραγματευτική λύση μοιάζει μακρινή. Όπως επισημαίνει ο Βάεζ, οι δύο πλευρές απέδειξαν ότι δεν μπορούν να τηρήσουν ούτε ένα στοιχειώδες πλαίσιο συμφωνίας που θα άφηνε τα ουσιαστικά ζητήματα για μεταγενέστερο στάδιο.
«Αν δεν μπορούν να διατηρήσουν ούτε αυτή την ελάχιστη συμφωνία», καταλήγει, «τότε μπορεί να εκλείψει και το τελευταίο εμπόδιο που χωρίζει τις περιοδικές συγκρούσεις από έναν πραγματικά ατέρμονο πόλεμο».
Διαβάστε επίσης:
Αποστολή κοντά στον Πλούτωνα «ξυπνά» μετά από μακρύ «ύπνο» 9,5 δισ. χιλιόμετρα μακριά από τη Γη
Ο Ζόχραν Μαμντάνι παρακολούθησε το Μουντιάλ με κρατούμενους στις διαβόητες φυλακές του νησιού Ρίκερς
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.