search
ΣΑΒΒΑΤΟ 18.07.2026 08:49
MENU CLOSE

Ύπαιθρος: Από την παραγωγική στην ψυχαγωγική φάση – Μέρος Δεύτερο

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2447
16/07/2026
18.07.2026 07:30
EKSOXIKO

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Η σημαντικότερη «μεταλλαγή» της υπαίθρου προέρχεται από την εγκατάσταση και διασπορά της εξοχικής κατοικίας. Στον ελληνικό χώρο η διασπορά αυτή θα προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις μετά τη δεκαετία του 1980, παρά τις ενστάσεις παραγόντων του ΥΧΟΠ (υπουργείο Χωροταξίας και Περιβάλλοντος) υπό τον Αντώνη Τρίτση, που υποστήριζαν την εξοχική δόμηση γύρω από τους παραδοσιακούς οικιστικούς πυρήνες της περιφέρειας.

Η εξοχική κατοικία σε εδάφη υψηλής γεωργικής γονιμότητας ή σε εδάφη δασικά, παραλιακά, υγροτοπικά, μεγάλης οικολογικής σημασίας, μπορεί να καταλαμβάνει μικρή έκταση, όμως οι συνέπειές της στη μορφική αρτιότητα και οικολογική λειτουργικότητα του χώρου είναι μεγάλες.

Στις ύστερες δεκαετίες του 20ού αιώνα η αποδυνάμωση του χωριού ως στοιχείου έλξης και ως προτύπου επανεποικισμού της φύσης θα συνδράμει ένα «νεωτεριστικό» πνεύμα κατοίκησης της υπαίθρου. Το νέο πνεύμα στη μεγαλοαστική του εκδοχή θα αποφύγει τις «προσομοιώσεις» των αγροτόσπιτων και γενικώς τις παραδοσιακές «ρουστίκ» φόρμες και θα εκφραστεί συχνά με ογκώδεις κατασκευές ανακτορικών προδιαγραφών, με την εκτόπιση των παραγωγικών φυτών και την προτίμηση «ξενοφερμένων» καλλωπιστικών φυτεύσεων, με το γκαζόν, τους φοίνικες και τις πισίνες – έστω και υπό συνθήκες εγγύτητας με τον θαλάσσιο χώρο.

Η εξοχική κατοικία ή έπαυλη θα στοχεύσει στη νομή του τοπίου κι αυτό θα εκφραστεί συχνά με την επιλογή ειδικών θέσεων στον χώρο, κυρίως με μεγάλο και ενδιαφέρον οπτικό πεδίο. Μέσα στην πορεία του εποικισμού κάποιας περιοχής η «διανομή» του τοπίου και της γραφικότητας σε όλο και περισσότερους χρήστες θα καταλήξει στην υποβάθμιση της ποιότητάς τους…

Η «άγρια φύση», οι «παρθένες» περιοχές, τα τοπία πυκνής και υψηλής βλάστησης, οι περιοχές με τους μεγάλους ορίζοντες, τα παράλια της χώρας, τα ρουστίκ σκηνικά, κάποτε τα βραχώδη «Ελ Πάσο» της ελληνικής υπαίθρου, θα πληγούν από τον «ακροβολισμό» των εξοχικών κατασκευών και από τις «διεισδύσεις» – που δηλώνουν λιγότερο ερωτική σχέση και περισσότερο βιασμό!

Ειδικά οι κατοικίες σε δάση ή σε δασικές περιοχές με τα «συμπαρομαρτούντα», όπως είναι το οδικό δίκτυο και οι άλλες υποδομές, εκτός από τα ζητήματα νομιμότητας ή συμφιλίωσης με την «κλεπταποδοχή» των δασικών κλοπιμαίων ενός μέρους της ελληνικής κοινωνίας, θα κάνουν έκδηλη την επίδραση της δόμησης στους ζωοπληθυσμούς και στους φυτικούς πληθυσμούς.

Οι επιστήμονες και τα κοινωνικά κινήματα θα υποστηρίξουν τη «σύζευξη» της οργανωμένης αστικής δόμησης με ορισμένα στοιχεία «εξημερωμένης» φύσης, όπως είναι οι πέργκολες, οι ταρατσόκηποι, οι δενδροστοιχίες, τα παρτέρια, τα πάρκα, τα περιαστικά άλση. Η συνάντηση της πόλης με τη φύση θα αποθεωθεί, η έννοια της «Οικόπολης» θα αναγορευθεί σε στρατηγικό στόχο και θα αποτελέσει πεδίον δόξης λαμπρό για την επινοητικότητα των περιβαλλοντολόγων.

Από μια άλλη όμως πλευρά, σε ένα διαφορετικό χωρικό πλαίσιο, ο συνδυασμός των ίδιων «υλικών» (δόμηση + φύση) θα καταγγελθεί ως «τραγέλαφος» με καταστρεπτικές συνέπειες για το περιβάλλον: Είναι η περίπτωση της κατοίκησης σε περιοχές δασικές, που θεωρούνται περιοχές «αμιγούς φύσης». Που μπορούν να επιτελούν τις ποιοτικές λειτουργίες τους μόνο πάνω από ορισμένο, ακέραιο ποσοτικό μέγεθος.

Στον δημόσιο λόγο δεν θα απουσιάσουν οι περιπτώσεις επιστημόνων που θα συνηγορήσουν υπέρ της πολεοδόμησης δασών και υπέρ της «εμφύτευσης» κατοικιών σε δασικούς χώρους, συνήθως με το επιχείρημα της αύξησης της δασοπροστασίας μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.1

Τη δεκαετία του 1980, στη σχετική συζήτηση διαμέσου ειδικών εντύπων, όπως η «Νέα Οικολογία», θα επιστρατευθούν επιχειρήματα για την «παραδοσιακή σχέση ανθρώπου και δάσους», θα παραγνωριστεί η έννοια της αρτιότητας του δασικού οικοσυστήματος, θα αποσιωπηθεί η επίπτωση της ανθρώπινης παρουσίας στους ζωοπληθυσμούς, οι δε υποψήφιοι εποικιστές των δασών με τα συμπαρομαρτούντα – οδικά, ηλεκτρικά και άλλα δίκτυα – θα παρουσιαστούν ως ήπιοι εποικιστές, τύπου Χιονάτης και Κοκκινοσκουφίτσας.

Η εγγύτητα της κατοικίας στην παραλιακή ζώνη πλήττει ευθέως το αίσθημα της ανοικτότητας του τοπίου, της άνεσης και μοναχικότητας, του «πρωτογονισμού» που ενδόμυχα προσδοκούν οι χρήστες του χώρου. Η διείσδυση της εξοχικής κατοικίας σε αγροτικές περιοχές «ρυτιδώνει» το αγροτικό τοπίο, υφαρπάζει πολύτιμα γεωργικά εδάφη και γενικά αποδυναμώνει τη γεωργική προοπτική, καθώς διαχέει στον πληθυσμό προσδοκίες εύκολου οικιστικού κέρδους.

Η κινητικότητα στην ύπαιθρο

Η αυξανόμενη κινητικότητα σε αναζήτηση αναψυχής αποτελεί σοβαρό παράγοντα αλλαγής της μορφής και των λειτουργιών της υπαίθρου. Υπερτοπικά και τοπικά οδικά δίκτυα αναλαμβάνουν «να φέρουν κοντά» τους πολίτες με χώρους αισθητικού, λαογραφικού, πολιτιστικού ή περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, με περιοχές «παρθένες» ή σχετικά άθικτες, με ιδιαιτερότητες και καταστάσεις «διαφορετικές» από αυτές των πόλεων.

Όμως συχνά η εγγύτητα που υπόσχονται τα οδικά δίκτυα περνάει μέσα από καταστροφές και αλλοιώσεις που κατά τα πρότυπα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης επηρεάζουν και ευτελίζουν τους προορισμούς. Τότε η αρχική στόχευση προδίδεται, η «διαφορετικότητα» γίνεται απλός αντικατοπτρισμός μέσα σε μια απεραντοσύνη κοινοτοπίας, το «κοντά» συσχετίζεται με το «πουθενά» της γραφικότητας…

Η οδοποιία βιάζει συχνά τις μορφές και τις λειτουργίες της υπαίθρου υπό το πρόσχημα της ικανοποίησης των τοπικών αναγκών, οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων επικυρώνουν μάλλον τις πρακτικές των διαχειριστών παρά σκιαγραφούν πολλαπλά σενάρια και εναλλακτικές λύσεις. Σχετικά με τα περιβαλλοντικά προβλήματα αυτής της οδοποιίας θα σημειώσει ο δασολόγος Γιώργος Ντούρος:

«Το δασικό οδικό δίκτυο επεκτείνεται σε όλο και επικλινέστερα εδάφη, κατασκευάζεται με όλο και μεγαλύτερα και βαρύτερα σκαπτικά μηχανήματα, κατά κανόνα έχει πλατύτερη ζώνη καταλήψεων, διασχίζει εκτάσεις χωρίς υψηλή δασική βλάστηση και είναι ορατό από μεγάλες αποστάσεις… Γενικά δίνεται η εντύπωση ότι οι δρόμοι είναι αυτοσκοπός». Και σημειώνει ο ίδιος συγγραφέας:

«Οι 50.000 χλμ. δασικοί δρόμοι που κατασκευάσθηκαν (μέχρι το 1990) σε παραγωγικά δάση για τις δασικές μεταφορές, σε αλπικές περιοχές για την κτηνοτροφία, σε πευκοδάση και θαμνώνες για την αντιπυρική προστασία, για τη διευκόλυνση των αναδασώσεων ή άλλων έργων, δεν φαίνεται να αυξάνουν τη δασική παραγωγή ή να λύνουν το πρόβλημα των πυρκαγιών. Αντίθετα κάνουν τη δασική εκμετάλλευση εντατικότερη, τη λιβαδοπονία εκτατικότερη, τις πυρκαγιές περισσότερες, ενώ διασπούν δασικά οικοσυστήματα, απαρτιώνουν και υποβαθμίζουν το δασικό τοπίο, διευκολύνουν τη θήρα – νόμιμη και παράνομη – και μειώνουν δραστικά τους πληθυσμούς των άγριων ζώων».2

Η οδοποιία χωρίς εκτίμηση των περιβαλλοντικών και αισθητικών επιπτώσεων θα αποτελέσει «μέσο» για μια «αστόχαστη διείσδυση» (Ζ. Κοτιώνης) στον μείζονα υπαίθριο χώρο. Έρχεται πλέον η εποχή των μεγάλων χερσαίων οχημάτων, των οποίων η διακίνηση φτάνει μέχρι του σημείου να «απελευθερώνεται» από τους περιορισμούς και τις οριοθετήσεις του οδικού δικτύου. Έρχονται τα τζιπ 4×4 με τις off road δυνατότητες, «ατσαλάκωτα» και απαστράπτοντα κάποτε ως εκ του σνομπισμού κάποιων ιδιοκτητών, ικανά κάποτε να πατούν «απάτητες» περιοχές και να συνδιαφημίζονται με τους ανθρώπους του Camel.

Το περιοδικό «4 Τροχοί» (Δεκέμβριος 2001) αναφέρεται σε μια ανάβαση στον Όλυμπο μόλις 318 μέτρα χαμηλότερα από την κορυφή του «βουνού των θεών»,3 το Cruiser της Toyota επαίρεται γιατί κυκλοφορεί στα πιο προβληματικά καιρικά σκηνικά χρησιμοποιώντας ερπύστριες και «κάνοντας τα βουνά να χάνουν τα κρυφά τους σημεία», το τζιπ της Suzuki αυτοσυστήνεται ως ικανό να πηγαίνει εκεί όπου δεν πηγαίνουν τα ανθρώπινα πόδια.4

Το πηγαίνειν οπουδήποτε παντοιοτρόπως ανάγεται σε βασικό αξίωμα μιας υποτιθέμενης ελευθεριακής αντίληψης. Από την άλλη όμως πλευρά παραγνωρίζονται οι συνέπειες αυτών των πρακτικών σε παραδοσιακές, «διατηρητέες», φυσιολατρικές και αισθητικές οδεύσεις, που ακυρώνονται άλλοτε από τη διάνοιξη δρόμων και άλλοτε από τη βαρεία όχληση κάποιων κυκλοφοριακών μέσων.

Η Ορνιθολογική Εταιρεία καταγγέλλει την καταπάτηση του υγροτόπου της Κέρκυρας στην περιοχή των Κορρυσίων για τη δοκιμή οχημάτων 4×4.5 Οι φυσιολατρικές οργανώσεις του Πηλίου καταγγέλλουν την καταστροφή των μονοπατιών,6 ο συγγραφέας Νίκος Χαρατσής αναφέρεται στη λογική της «επικάλυψης» του χερσαίου πεζοπορικού δικτύου από διάφορες δραστηριότητες – με ηθικό αυτουργό το γνωστό «εκσυγχρονιστικό» μένος τοπικών και υπερτοπικών παραγόντων.7

Οι αυτοσχέδιοι ή προγραμματισμένοι αγώνες μοτοκρός σε μονοπάτια της Πάρνηθας, τα ράλι που διοργανώνονται όχι μόνο στη διαδρομή Παρίσι – Ντακάρ αλλά και στο Ποικίλο Όρος, ακόμη και η πρόσφατη προσπάθεια για την τέλεση αυτοκινητικών αγώνων σε τμήματα του διεθνούς ορειβατικού μονοπατιού Ε4,8 πιστοποιούν ένα πνεύμα χρησιμοποίησης της υπαίθρου ως οικοπέδου γενικών χρήσεων. Ακόμη και η επικαιρική καταπάτηση του «ηχοτοπίου» των περιαστικών δασών από «μηχανόβιους» συνιστά βαρεία και κάθε άλλο παρά αμελητέα όχληση.

Το πνεύμα της νέας εποχής εκδηλώνεται πολλές φορές σε αντιπαράθεση με τα «απαράγραπτα δικαιώματα του άγριου απέναντι στο κτισμένο».9 Ο αγοραίος κυκλοφοριακός πλουραλισμός αποδεικνύεται αντιφατικός, ασυνάρτητος, προβληματικός για τα δικαιώματα του ανθρώπου στον χώρο, προβληματικός για την άγρια ζωή. Οι κυκλοφοριακές πρακτικές ορισμένων «χρηστών» της υπαίθρου θα λάβουν ελάχιστα υπόψη τους δικαιώματα του «άγριου», αλλά και οι πολιτικές διαχείρισης των μαζικών συγκοινωνιών θα παραγνωρίσουν τις επιπτώσεις τους στον υπαίθριο χώρο, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τις διαταραχές τοπικής κλίμακας από την ανάπτυξη των χερσαίων μεταφορών.

Με βάση αυτά τα ενεργειακά και «μικροπεριβαλλοντικά» κριτήρια θα υποεκτιμηθούν οι επιπτώσεις των κατακερματισμών των βιοτόπων από χαράξεις σιδηροδρομικών και οδικών δικτύων. Κι ακόμη θα παραγνωρισθεί το ότι τα «περιβαλλοντικώς ορθά» τρένα υψηλής ταχύτητας μπορεί να σημαίνουν περισσότερες οχλήσεις εις βάρος της άγριας πανίδας και του τοπίου, από ό,τι οι αεροπορικές μεταφορές.10

Δραστηριότητες και σπορ στην ύπαιθρο

Στον 21ο αιώνα η άνοδος της οικολογικής και πολιτιστικής ευαισθησίας θέτει ζητήματα διατήρησης της «πολιτιστικής» και «οικολογικής» υπαίθρου από διάφορες δραστηριότητες του πρωτογενούς ή δευτερογενούς τομέα: Οι εξορυκτικές δραστηριότητες, τα εργοστάσια σε ευαίσθητα τοπία, τα μεγάλα φράγματα με τις γνωστές συνέπειες εις βάρος του φυσικού περιβάλλοντος εγείρουν ποικίλες αντιρρήσεις.

Οι παραγωγικές λειτουργίες της υπαίθρου επιβάλλουν περιορισμούς στις ψυχαγωγικές χρήσεις, όμως και το αντίθετο αληθεύει: Οι ψυχαγωγικές χρήσεις διεκδικούν και συχνότατα κερδίζουν έδαφος από τον πρωτογενή τομέα. Παράδειγμα η περίπτωση των Άλπεων, όπου οι υποδομές των σπορ και ειδικά τα γήπεδα τένις, καταναλώνουν μεγάλο ποσοστό των επίπεδων εκτάσεων, που είναι σε σχετική σπανιότητα και προσφέρονται για γεωργικές χρήσεις.11

Σε μια εποχή ενεργειακών ελλειμμάτων και κλιματικής αποσταθεροποίησης, το ενδιαφέρον για τη μορφή και τις λειτουργίες του υπαίθριου χώρου φτάνει μέχρι του σημείου να αμφισβητεί «ενεργειακές λύσεις» που κάποτε θα μπορούσαν να είναι κοινής αποδοχής.

Τέτοια είναι η υπόθεση των χωροθετήσεων των ανεμογεννητριών, που προκαλεί συζητήσεις και συνεκτιμήσεις εξαιρετικά ετερόκλιτων στοιχείων, όπως είναι η «φυσικότητα» κάποιων ορεινών τοπίων και η ενεργειακή επάρκεια… Οι ανεμογεννήτριες διεκδικούν συχνά εξέχουσες και περίοπτες περιοχές της υπαίθρου, όμως αναμφίβολα επιφέρουν καταστροφές μεγάλης κλίμακας στη φύση λόγω της διάνοιξης δρόμων, ενώ επίσης νοθεύουν το τοπίο και ακυρώνουν τις μνημειακές λειτουργίες του.

Γράφω σε ένα σημείο: «Πώς ο επισκέπτης και ο τουρίστας να προσλάβει και να στοχαστεί την “απάτητη” και επιμελώς διαφημιζόμενη ως τέτοια βουνοκορφή, όταν εκεί έχει εναποτεθεί ένας τεράστιος χαλύβδινος τεχνοδράκος σαν κόμικς επιστημονικής φαντασίας; Πώς ένας άγριος και ανεμοδαρμένος τόπος αιγαιακού τύπου, με τις λιτές βραχώσεις και τα διάσπαρτα φρύγανα, πρόσφορος για φαντασιώσεις άλλων εποχών και διαδρομών, θα μπορούσε να “φιλοξενήσει” μια ασύμμετρη και αποξενωτική κατασκευή; Πώς ένα “βιομηχανικό τοπίο” με αλλεπάλληλες διατάξεις ανεμογεννητριών θα μπορούσε να αρθρωθεί με ένα τοπίο “ανα-ψυχής”, δηλαδή απομάκρυνσης από τα συμβατικά σκηνικά της τρέχουσας αστικής ζωής;».12

Η επίδραση των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων στην ύπαιθρο διαδραματίζεται πολύ συχνά σε προνομιακές και ιδιαίτερα «εύ-σχημες» περιοχές του χώρου. Οι επιδράσεις που έχουν τα χιονοδρομικά κέντρα στα γραφικά Χάνια του Πηλίου ή στον Χελμό της Πελοποννήσου μπορεί να καμουφλάρονται υπό συνθήκες χιονοπτώσεων, η δε συρρικνούμενη περίοδος των χειμερινών σπορ (λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου) μπορεί να παρατείνεται με την επίστρωση τεχνητού χιονιού, όμως στη μεγαλύτερη διάρκεια του έτους ο ευτελισμός του τοπίου εξ αιτίας των χιονοδρομικών εγκαταστάσεων είναι προφανής.13

Η περίπτωση των γηπέδων γκολφ στις ξηροθερμικές περιοχές του ελληνικού και μεσογειακού Νότου, μέσα σε ένα γενικό καθεστώς προσαρμογής στον διεθνή καταμερισμό των έργων, όπου η κάθε χώρα και περιοχή εξειδικεύεται στα προϊόντα και στις υπηρεσίες που μπορεί να παράγει επικερδώς, θέτει εξαρχής το ζήτημα της φυσιογνωμίας του τουριστικού προϊόντος: Τα γήπεδα γκολφ δεν είναι συμβατά με το ύφος και την παράδοση των ξηροθερμικών περιοχών, δεν συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ιδιαίτερης τουριστικής ταυτότητας, δεν παράγουν ισχυρές «ατραξιόν» στους υποψήφιους επισκέπτες μιας μεσογειακής χώρας.14

Με καθαρά οικονομικούς όρους, συνιστούν δραστηριότητα υψηλού κόστους και αμφίβολης εισπρακτικής επιτυχίας. Εξάλλου, πέρα από τη δημιουργία «τοπίων – τραγέλαφων» και ασυνάρτητων με τη γενικότερη, διαφημιστική εικονοποιία της χώρας, η υπερκατανάλωση υδάτινων πόρων για τον χορτοτάπητα των γηπέδων γκολφ δημιουργεί συγκρουσιακές καταστάσεις με δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα, όπως η γεωργία. Με τη σειρά της τώρα η αποστέρηση ζωτικών πόρων της γεωργίας εξωθεί την κοινωνία προς την «τουριστική μονοκαλλιέργεια», αν και η «όδευση» αυτή γίνεται όλο και δυσκολότερη για τα μικρομεσαία στρώματα.

Σημειώσεις

1. Αθανάσιου Κανελόπουλου, «Οικολογία και οικονομική του περιβάλλοντος», κεφ. ΙΧ, εκδ. Καραμπερόπουλος, Αθήνα 1985

2. Γιώργος Ντούρος, «Δασική οδοποιία με τι σκοπό;», περιοδικό Νέα Οικολογία, Οκτώβριος 1993

3. Άκης Τσεμπερίδης, «Παρέα με τους θεούς», περιοδικό «4 Τροχοί», Δεκέμβριος 2001

4. Γιάννης Τσιγκρής, «Ποιος φοβάται τα βουνά», περιοδικό «Autocar», 22.2.2001

5. Ανακοίνωση Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, Απρίλιος 2007

6. Περιοδικό «Οικοτοπία», τεύχος 44

7. Νίκος Χαρατσής, «Οδηγός Πηλίου για περιπατητές», εκδόσεις Γραφή, Βόλος 1995

8. Δες διαμαρτυρίες στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.pezoporia.gr (27.3.2008) για την τέλεση αγώνων οχημάτων 4×4 σε τμήμα του διεθνούς ορειβατικού μονοπατιού Ε4

9. Φώτης Τερζάκης, από περίληψη ανακοίνωσης για το συνέδριο «Η διεκδίκηση της υπαίθρου»

10. John Stewart, «Τρένα υψηλών ταχυτήτων ή πτήσεις μικρής εμβέλειας;», περιοδικό «Οικοτοπία», Ιανουάριος 2006

11. Ντέρεκ Ντένιστον, «Η προστασία των ορεινών λαών και των οικοσυστημάτων», από το συλλογικό έργο του Ινστιτούτου Worldwatsch «Η κατάσταση του πλανήτη 1995», έκδοση ΔΙΠΕ – Νέα Οικολογία

12. Γιάννη Σχίζα, «Όπου φυσάει ο άνεμος», από τον δικτυακό τόπο www.ecocrete.gr, Aπρίλιος 2008

13. Σχεδιασμός χιονοδρομικού κέντρου από ομάδα τριών σπουδαστών του ΕΜΠ με επιβλέποντα τον καθηγητή Ανδρέα Κούρκουλα, από το www.greekarchitects.gr, 16.3.2008

14. Zαν Φοσέ – Λεό Λορενζί, «Ελεύθερος χρόνος: καιρός για αλλιώτικες διακοπές», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985

* Ο Γιάννης Σχίζας είναι συγγραφέας

Διαβάστε επίσης:

Ύπαιθρος: Aπό την παραγωγική στην ψυχαγωγική φάση – Μέρος Πρώτο

Ο τουρισμός έχει τη δική του ιστορία (Μέρος Τρίτο)

Ο τουρισμός έχει τη δική του ιστορία – Μέρος Δεύτερο

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΣΑΒΒΑΤΟ 18.07.2026 08:49