Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Τον 19ο αιώνα ανοίγουν πρακτορεία σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, εκδίδονται οι πρώτοι συστηματικοί ταξιδιωτικοί οδηγοί και δημιουργούνται μεγάλα παραθαλάσσια θέρετρα στη Μεσόγειο, που φιλοξενούν κάθε χρόνο πλούσιους Αμερικανούς και Ευρωπαίους. Στον Καναδά ο κατασκευαστής του βορειοαμερικανικού σιδηροδρόμου Γουίλιαμ Βαν Χορν θα εκφωνήσει μια φράση μνημειώδους κερδοσκοπικής βουλιμίας, που γίνεται ορόσημο της νέας επιχειρηματικότητας: «Αν δεν μπορούμε να εξάγουμε το τοπίο, τότε θα εισάγουμε τους τουρίστες!».
Η σύνθεση του ταξιδιωτικού ρεύματος στον 19ο αιώνα είναι ελιτίστικη και αριστοκρατική. Στο Λίντο, νησί της Αδριατικής κοντά στη Βενετία, που «έμελλε να γίνει μια φρικτή συνοικία ξενοδοχείων σε στυλ 1900», ο Μπάυρον και ο Σέλλεϋ «καλπάζουν μεθυσμένοι από τον χώρο και τη μοναξιά μέσα στον άνεμο και στη μυρωδιά της θάλασσας» λέει ο Φερνάν Μπρωντέλ, κάθε άλλο παρά υποψιασμένος γι’ αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει.
Οι Φοσέ και Λορενζί παραθέτουν έναν σνομπ ορισμό του τουρίστα, που εμφιλοχωρούσε για πολλά χρόνια στο λεξικό Λιτρέ: «Εκείνος ο Άγγλος ταξιδιώτης που συναντάμε στην Ελβετία ή στη Γαλλία και που περιηγείται τις ξένες χώρες μόνο από περιέργεια και επειδή δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει».
Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ «έψαχνε παθιασμένα τη μυστική Βενετία, την αληθινή Βενετία, που βρισκόταν πάντα αλλού, που ήταν ασταμάτητα μπροστά του αλλά και μακριά του, στην άλλη όχθη» – κατά τα λεγόμενα του Μπρωντέλ –, όμως αυτές οι αναζητήσεις είχαν πολύ εκλεκτικισμό και απείχαν πολύ από τη συμπεριφορά του μέσου όρου.
Σε γενικές γραμμές οι τουρίστες πριν από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα αφήνουν άθικτο το τουριστικό προϊόν, δεν επιδρούν στις πολιτιστικές και φυσικές του ιδιαιτερότητες, δεν επιβάλλουν ταριχεύσεις και βιτρίνες. Γενικά οι τουρίστες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα δεν πλήττουν, δεν αποσυνδέουν το ταξίδι από τη γνώση, ο δε τουρίστας είναι συχνά το ίδιο πρόσωπο με τον διανοούμενο που ψάχνει ή ψάχνεται, με τον αυτο-ψυχαναλυόμενο στοχαστή, με τον ερωτοχτυπημένο που προσφεύγει στη «θεραπεία» της απόστασης.
Η συγγραφέας Κάτια Αντωνοπούλου διαλέγει να ζει ταξιδεύοντας. Γι’ αυτό και γράφει: «Γιατί μόνο τότε ζω ή τουλάχιστον μόνο ξέρω ότι ζω. Γιατί ποτέ δεν ονειρεύτηκα μιαν εύπορη ακινησία, αλλά αντίθετα μια νευρώδη κίνηση προς αναζήτηση όλων των πιθανών εαυτών που θα μπορούσα να είμαι σε όλους τους χρόνους όλων των εποχών, από μια, ας την πούμε, ρομαντική λαχτάρα να ξαναγεννηθώ επιλεκτικά… Το κύλισμα του χρόνου ήταν πάντα η μεγάλη μου αγωνία. Στο ταξίδι ο χρόνος επιμηκύνεται».
Θυμίζει έτσι τους Φοσέ και Λορενζί, οι οποίοι παραθέτουν ένα απόσπασμα του Μοντένιου, που απευθύνεται σε μία ερωμένη του σε ένα από τα δοκίμιά του: «Κυρία, αυτή τη στιγμή, που βλέπω τη ζωή μου τόσο σύντομη σε χρόνο, θέλω να τη μεγαλώσω σε βάρος. Θέλω να σταματήσω τη γρηγοράδα της φυγής της με τη γρηγοράδα της δραστηριότητάς μου και με την ένταση της χρήσης να συμψηφίσω τη βιασύνη με την οποία κυλάει». Αναμφίβολα η πρόταση αυτή ενέχει μια λογική σχετικότητας…
Ο 20ός αιώνας είναι ο αιώνας της αεροπλοΐας, το αεροπλάνο γίνεται το πρωταρχικό μέσο συγκοινωνίας. Εν τούτοις στις απαρχές αυτού του αιώνα συναντάει την κριτική των διανοουμένων. Γράφει ο ταξιδιωτικός λόγιος Κώστας Ουράνης: «Οι άνθρωποι που θέλουν να ταξιδέψουν για την ευχαρίστηση του ταξιδιού, εκείνοι που είναι ευαίσθητοι στις εναλλασσόμενες ομορφιές των τοπίων… εκείνοι που θέλγονται από το απρόοπτο και αναζητούν την περιπέτεια… δεν θα βρουν ποτέ στο ταξίδι με τ’ αεροπλάνο, ακόμη κι αν διασχίζουν ηπείρους, τις χαρές που επιφυλάσσει μια διαδρομή με αυτοκίνητο, με μουλάρι ή μια πεζοπορική διαδρομή».
Ο ίδιος συγγραφέας, που ήταν από τους πιο πρώιμους χρήστες του αεροπλάνου, αναφερόταν στον ακαδημαϊκό Ταρό, «που από μιαν εναέρια διαδρομή Μασσαλίας – Ινδοκίνας δεν μπόρεσε να δώσει περισσότερο από δυο στήλες εντυπώσεων σε μια εφημερίδα».
Η διαλεκτική της τουριστικής ανάπτυξης εκφράζεται από το ότι η αυξημένη ποσότητα του τουριστικού πληθυσμού δημιουργεί νέες ποιότητες αναψυχής, τοπικών ηθών, οικιστικού χώρου, πολιτισμού. Στη φάση του μαζικού τουρισμού ο τουρίστας – παρατηρητής τροποποιεί το παρατηρούμενο αντικείμενο.
Σ’ αυτή τη φάση, που χρονικά επακολουθεί το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, η διασκευή του τουριστικού προϊόντος από τους υποδοχείς δημιουργεί μια εικονική πραγματικότητα, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον τουρίστα και στην «πραγματική πραγματικότητα» του χώρου υποδοχής. Διότι, πολύ περισσότερο από την επέκταση των τουριστικών χώρων, η τουριστική βιομηχανία αναζητά νέες, ολοσχερώς συνθετικές μορφές.
Στην Πορτογαλία θα δημιουργήσει «γερμανοπρεπή» χωριά με μπυραρίες και τα παρεμφερή, στην κεντρική Ευρώπη θα δημιουργήσει εξειδικευμένους οικισμούς με μπανγκαλόους, οργανωμένη αγορά, θερμαινόμενες πισίνες και πυκνή βλάστηση.
Σημειώνει ο Πάρις Τσάρτας: «Αναπαριστούν πλέον ολόκληρους τροπικούς οικισμούς υπό θόλο, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, μισή ώρα μακριά από τις μητροπόλεις του Πρώτου Κόσμου… Αυτή η τάση μπορεί να σημαίνει και το τέλος της χρήσης του ελεύθερου χρόνου για αληθινά ταξίδια. Τα πολυμέσα, οι εφαρμογές της virtual reality και οι λεωφόροι της επικοινωνίας δίνουν τη δυνατότητα στον ακινητοποιημένο καταναλωτή να ‘‘ταξιδεύει’’ σαφώς φθηνότερα, αλλά με αμφίβολης ποιότητας βιώματα».
Οι προπομποί αυτής της «πλαστικής» αναψυχής είναι τα μεταλλαγμένα λούνα παρκ, όπως αυτά του Έκποτ στο Disney World της Φλώριδας, όπου μπορεί κάποιος να ανέβει σε μια διαστημική κάψουλα, να «ζήσει» σε ένα υπερμοντέρνο ηλεκτρονικό κέντρο, να κατοικήσει σε ένα ιταλικό παλάτι, να επισκεφθεί έναν γιαπωνέζικο ναό, να μπει σε ένα προϊστορικό δάσος ή ακόμη να πέσει πάνω σε έναν τεράστιο δεινόσαυρο!
Στις τουριστικές ζώνες γίνεται όλο και περισσότερο αισθητή η κυριαρχία των πελατειακών γλωσσών και η εκτόπιση της εθνικής γλώσσας. Συνήθως επικρατούν τα αγγλικά, χωρίς όμως να στερούνται από ένα στοιχείο φάρσας. Τα αγγλικά των επίσημων και παρασιτικών υποδοχέων του τουρισμού είναι συνήθως «Pigeon English» – δηλαδή κορακίστικα, μικρής νοηματικής εμβέλειας και παρεφθαρμένα μέχρι να γίνονται κωμικά. Μια ημερίδα του ΣΕΤΕ έχει τίτλο «Ο ρόλος της ποιότητας στην Country chosen by the gods»!
Αυτή η ριζική «επαναστατικοποίηση» της βιομηχανίας αναψυχής εξασθενίζει ακόμη περισσότερο τη ζωντανή και διαπροσωπική επαφή κοινωνιών που είναι διαφορετικές μεταξύ τους. Ανοίγει ο δρόμος για τη μικροεγκληματικότητα. Στο εγχειρίδιο του καλού ξεμείνη (=του άπορου που έχει ξοδέψει όλα του τα λεφτά) ο Θ. Διαμαντόπουλος παρουσιάζει έναν εντυπωσιακό κατάλογο από 40 θέσεις για την εξασφάλιση της παραμονής στον τουριστικό «παράδεισο» της Μυκόνου.
Σ’ αυτές περιλαμβάνεται: Η απαλλοτρίωση των φιλοδωρημάτων που αφήνουν οι πελάτες στους σερβιτόρους σε απόμακρα τραπέζια, η κατανάλωση εγκαταλελειμμένων μεριδίων πίτσας «από γυναίκες που το παίζουν λιτοδίαιτες», η λαθραία παρέμβαση σε μπουφέδες εγκαινιαζόμενων καταστημάτων, ο «δανεισμός» μοτοποδηλάτου εν αγνοία του ενοικιαστή κατόχου του και η γνωριμία με «φραγκάτες» (ευκατάστατες) γυναίκες για την υλοποίηση της βασικής αρχής του ξεμείνη: «Η δουλειά δεν είναι ντροπή, είναι μαλακία».
Στη Νάπολη της Ιταλίας το αγγλόφωνο περιοδικό της πόλης δημοσιεύει έναν δεκάλογο για την προστασία των τουριστών: «Μην κυκλοφορείτε με χρυσαφικά και ρολόγια… μην επιδεικνύετε τις φωτογραφικές μηχανές, τις τσάντες και τα πορτοφόλια… ντυθείτε με βερμούδες και μπλουζάκια και αφήστε στο ξενοδοχείο τα μοντέλα Βερσάτσε και Αρμάνι».
Η παραδοσιακή κοινωνία της Μυκόνου θα διαρρήξει τα ιμάτιά της μπροστά στην έντονη παρουσία του ομοφυλόφιλου στοιχείου, όμως από τη δεκαετία του 1970 και του 1980 το στοιχείο αυτό θα γίνει διακριτικά αποδεκτό στο τοπίο της τουριστικής μονοκαλλιέργειας. Όμως τα πράγματα δεν θα είναι τόσο γραφικά στις τριτοκοσμικές χώρες, όπου οι Ευρωπαίοι και Βορειοαμερικανοί γίνονται καταναλωτές του αγοραίου έρωτα.
Η οργάνωση ECPAT καταγγέλλει το εμπόριο των παιδιών και μιλάει για κορίτσια που εξάγονται από το Νεπάλ ή το Μπαγκλαντές στα πορνεία του Πακιστάν και της Μέσης Ανατολής. Οι Γερμανοί παιδεραστές θεωρούν σαν παράδεισο τη Σρι Λάνκα, αν και ο ποινικός κώδικας αυτής της χώρας δεν αφήνει την παιδεραστία χωρίς κυρώσεις.
Ο Βασίλης Βασιλικός δίνει μια αίσθηση του ανδρικού πορνοχαρακτήρα, που γίνεται κοινωνικός θεσμός. Λέει για τον Λάκη, ένα τυχαίο άτομο: «Τον κούραζε η ξενάγηση τουριστριών που προηγούμενα κοιμήθηκε μαζί τους. Ενώ κάτι τέτοιο τον διασκέδαζε όταν γινόταν πριν κοιμηθούν. Τότε έπαιζε με το υποψήφιο θύμα του, το πασπάτευε, καθυστερούσε τη στιγμή της θυσίας στο αφρολέξ του πολυτάραχου κρεβατιού του».
Ανάλογη αίσθηση για την πορνική μικροεγκληματικότητα δίνει ο Δημήτρης Κωστόπουλος, Ο οποίος και σκιαγραφεί τον Αντώνη, σεσημασμένο καμάκι κάποιου νησιού, που κυκλοφορεί με μαύρη μοτοσυκλέτα με την επιγραφή «Τόλμη και γοητεία», που κάνει στα μπαρ του νησιού τις καθιερωμένες φιγούρες του ζεϊμπέκικου χορού μπροστά σε εκστασιασμένες συνοδούς, ζαλισμένες από τις μπόμπες (νοθευμένο ουίσκι) του μπάρμαν…
Ο κόσμος των ανεπτυγμένων στρέφει τα νώτα στους υπανάπτυκτους παρίες και αδιαφορεί για την εκτατική ανάπτυξη και την πλανητική ολότητα. Όμως αυτή η συμπεριφορά έχει το τίμημά της: μακράν από το να είναι τυχαίες, οι τρομοκρατικές επιθέσεις δίνουν και παίρνουν. Λόγου χάρη στην Αίγυπτο, όπου προκαλούν 19 θανάτους σε πούλμαν με Έλληνες επισκέπτες, ενώ στις ισλαμικές χώρες ο τουρισμός κρατάει για καιρό ως ανεπιθύμητος…
Στον βαθμό που ο τουρισμός δεν είναι η ανακάλυψη του άλλου, αλλά ένα δρομολόγιο – υπνοβασία που οδηγεί σε έναν κόσμο σχεδόν φανταστικό (Εντγκάρ Μορέν), μια ακόμη κρίση θα προστίθεται στις κρίσεις της εποχής μας…
* Τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του Γιάννη Σχίζα «Ο άλλος τουρισμός»
Διαβάστε επίσης:
Ο τουρισμός έχει τη δική του ιστορία – Μέρος Δεύτερο
Ο τουρισμός έχει την ιστορία του
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.