Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΑνδρέας Βενιανάκης
Εαμοκρατία στη Θεσσαλονίκη (1944 – 1945)
Εκδόσεις: Επίκεντρο
Σελ.: 336
Στις 30 Οκτωβρίου 1944 οι τελευταίες γερμανικές δυνάμεις εγκατέλειπαν τη Θεσσαλονίκη και τα τμήματα του ΕΛΑΣ έμπαιναν στην πόλη. Η Κατοχή τελείωνε, χωρίς ακόμη να έχει αρχίσει πραγματικά η ειρήνη. Οι παλαιοί διοικητικοί μηχανισμοί είχαν αποσυντεθεί, η κυβέρνηση της Αθήνας βρισκόταν μακριά, οι Βρετανοί διέθεταν περιορισμένη στρατιωτική παρουσία και το ΕΑΜ αποτελούσε τη μόνη δύναμη που είχε τη δυνατότητα να μετατρέψει αμέσως τη στρατιωτική της κυριαρχία σε πολιτική εξουσία.
Αυτό το σύντομο και εξαιρετικά πυκνό διάστημα εξετάζει ο Ανδρέας Βενιανάκης στην «Εαμοκρατία στη Θεσσαλονίκη (1944 – 1945)». Η μελέτη αρχίζει από τους τελευταίους μήνες της γερμανικής κατοχής, παρακολουθεί τη διοίκηση της πόλης από το ΕΑΜ έως τον Ιανουάριο του 1945 και ολοκληρώνεται με τη σταδιακή απομάκρυνση των ΕΑΜικών μηχανισμών και την εγκατάσταση της μεταβαρκιζιανής τάξης πραγμάτων. Στην πραγματικότητα, όμως, το βιβλίο αφηγείται κάτι ευρύτερο: τη στιγμή κατά την οποία ένα αντιστασιακό κίνημα καλείται να κυβερνήσει.
Η έκδοση έχει μια ιδιαιτερότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ο Βενιανάκης δεν πρόλαβε να δει τη μελέτη του τυπωμένη. Όπως εξηγούν στον πρόλογό τους οι Στράτος Δορδανάς και Βάιος Καλογρηάς, το χειρόγραφο παρέμεινε ανολοκλήρωτο και εκδόθηκε στην πρώτη επεξεργασμένη μορφή που είχε παραδώσει ο συγγραφέας, με περιορισμένες φιλολογικές παρεμβάσεις. Η επισήμανση αυτή εξηγεί ορισμένες επαναλήψεις, την άνιση ανάπτυξη επιμέρους θεμάτων και κυρίως τη σχετική απροθυμία του βιβλίου να καταλήξει σε μια συνολική ερμηνευτική σύνθεση. Δεν ακυρώνει, ωστόσο, την ιστορική και τεκμηριωτική αξία του. Αντίθετα, δείχνει πόσο σημαντική υπήρξε η απόφαση να διασωθεί και να δημοσιευθεί ένα υλικό που διαφορετικά θα παρέμενε απρόσιτο.
Η κύρια αρετή της μελέτης βρίσκεται στην κλίμακά της. Η Εαμοκρατία δεν παρουσιάζεται μέσα από τις μεγάλες διακηρύξεις του ΕΑΜ, τις αποφάσεις της κομματικής ηγεσίας ή τις γενικές αφηγήσεις για την Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Εξετάζεται στο επίπεδο της πόλης: στα γραφεία του Δήμου, στα αστυνομικά τμήματα, στα νοσοκομεία, στα τυπογραφεία, στις αποθήκες τροφίμων, στα κρατητήρια, στις αίθουσες συνεδριάσεων και στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.
Από τις πρώτες ώρες της απελευθέρωσης, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ εγκαθίστανται στα κεντρικά κτήρια της πόλης. Η ΕΠΟΝ καταλαμβάνει τη ΧΑΝΘ, η Πολιτοφυλακή και η Λαϊκή Ασφάλεια αποκτούν τα δικά τους γραφεία, οι στρατιωτικές υπηρεσίες του ΕΛΑΣ στεγάζονται σε δημόσια κτήρια και ιδιωτικά μέγαρα. Παράλληλα διακόπτεται η έκδοση των κατοχικών και αντιΕΑΜικών εφημερίδων, ενώ τα τυπογραφεία και οι εγκαταστάσεις τους περνούν στη διάθεση του ΕΑΜικού Τύπου. Η κατάληψη της εξουσίας πραγματοποιείται ταυτόχρονα στον διοικητικό χώρο και στον χώρο της δημόσιας πληροφόρησης.
Ο Βενιανάκης αποφεύγει να περιγράψει αυτή τη διαδικασία ως πραξικοπηματική ενέργεια ή ως αυτονόητη έκφραση της λαϊκής βούλησης. Καταγράφει τη μετάβαση χωρίς να την υποτάσσει πλήρως σε μία από τις δύο αντίπαλες αφηγήσεις που κυριάρχησαν μεταπολεμικά. Το ΕΑΜ διέθετε τεράστια κοινωνική επιρροή, ένοπλη δύναμη και πραγματική δυνατότητα να επιβάλλει τις αποφάσεις του. Ταυτόχρονα, επιδίωξε να προσδώσει στη νέα εξουσία μια μορφή θεσμικής και κοινωνικής νομιμοποίησης.
Η Προσωρινή Δημοτική Επιτροπή Θεσσαλονίκης συγκροτήθηκε μέσα από εκπροσώπους επαγγελματικών, επιστημονικών και «λαϊκών» οργανώσεων, πολλές από τις οποίες βρίσκονταν υπό άμεση ή έμμεση ΕΑΜική επιρροή. Η σύνθεσή της περιλάμβανε κομματικά στελέχη, ανθρώπους της Αντίστασης, επαγγελματίες, επιστήμονες και προσωπικότητες με ευρύτερη κοινωνική αναγνώριση. Η πολιτική της νομιμοποίηση στηριζόταν επομένως λιγότερο στην προπολεμική θεσμική συνέχεια και περισσότερο στη μαζική παρουσία του ΕΑΜ και στον ρόλο του στην απελευθέρωση.
Αυτή η αμφίσημη νομιμότητα βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου. Η ΕΑΜική διοίκηση εκτός από ένας κομματικός μηχανισμός που επιβλήθηκε σε μια εχθρική πόλη, διέθετε κοινωνικές ρίζες, πολιτική δυναμική και την υποστήριξη σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Συγχρόνως, δεν λειτουργούσε μέσα σε ένα καθεστώς πολιτικού πλουραλισμού όπου οι αντίπαλες δυνάμεις είχαν ίσες δυνατότητες οργάνωσης, έκφρασης και συμμετοχής. Η νέα εξουσία αντλούσε τη νομιμοποίησή της από την Αντίσταση και την απελευθέρωση, ενώ ταυτόχρονα καθόριζε η ίδια τους όρους με τους οποίους θα εκφραζόταν αυτή η νομιμοποίηση.
Η επίσημη τελετή στην Αγία Σοφία αποτυπώνει εύγλωττα αυτήν τη στιγμή προσωρινής ενότητας. Ο μητροπολίτης, οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης, το ΕΑΜ, το ΚΚΕ, ο ΕΛΑΣ, η ΕΠΟΝ και οι Βρετανοί εμφανίζονται μαζί μπροστά σε ένα πλήθος που γιορτάζει την απελευθέρωση. Οι παρελάσεις, οι σημαίες, τα τραγούδια και οι λόγοι δημιουργούν την εικόνα μιας πόλης που έχει επανακτήσει την ελευθερία της. Κάτω από αυτή την εικονική συμφιλίωση, όμως, υπήρχαν ήδη δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το ποιος θα κυβερνούσε τη χώρα και από πού θα αντλούσε την εξουσία του.
Ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός όταν εγκαταλείπει την υψηλή πολιτική και ακολουθεί τη διοίκηση στις καθημερινές της υποχρεώσεις. Η Θεσσαλονίκη που παραλαμβάνει το ΕΑΜ είναι μια πόλη εξαντλημένη. Η αγορά υπολειτουργεί, τα τρόφιμα σπανίζουν, το σιδηροδρομικό δίκτυο έχει καταστραφεί, τα καύσιμα δεν επαρκούν, τα νοσοκομεία χρειάζονται φάρμακα και ο Δήμος δεν διαθέτει χρήματα για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του. Το γερμανικό μάρκο εξακολουθεί να κυκλοφορεί, η χρυσή λίρα έχει μετατραπεί σε πραγματικό μέτρο αξίας και η αποστολή νέου νομίσματος από την Αθήνα καθυστερεί.
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσιαστικότερη συμβολή της μελέτης. Ο Βενιανάκης δείχνει ότι η εξουσία, πέρα από τις διακηρύξεις ή τις στρατιωτικές επιτυχίες, κρίνεται στην ικανότητά της να λειτουργήσει τους μύλους, να φωτίσει τους δρόμους, να τροφοδοτήσει τα νοσοκομεία, να πληρώσει τους δημοτικούς υπαλλήλους και να εξασφαλίσει καύσιμα και τρόφιμα. Το ΕΑΜ, μαθημένο να οργανώνει την Αντίσταση, όφειλε τώρα να οργανώσει την καθημερινότητα.
Οι οικονομικές λύσεις που προτάθηκαν φανερώνουν τόσο τη φιλοδοξία όσο και τα όρια του εγχειρήματος. Συγκροτήθηκαν επιτροπές με τη συμμετοχή εμπόρων, βιομηχάνων, τραπεζικών στελεχών και οικονομικών παραγόντων. Συζητήθηκαν έκτακτες εισφορές, αναγκαστικά δάνεια, φορολόγηση όσων είχαν πλουτίσει στη διάρκεια της Κατοχής, ακόμη και καταναγκαστικά μέτρα εναντίον όσων αρνούνταν να πληρώσουν. Η ΕΑΜική διοίκηση αντιμετώπιζε τους οικονομικά ισχυρούς με καχυποψία, αλλά χρειαζόταν τη συνεργασία, την τεχνογνωσία και τα κεφάλαιά τους.
Η αντίφαση είναι εμφανής. Το ΕΑΜ επιθυμούσε να παρουσιάσει μια διαφορετική κοινωνική τάξη, βασισμένη στη λαϊκή συμμετοχή και στην αναδιανομή των βαρών. Για να λειτουργήσει όμως η πόλη, έπρεπε να αξιοποιήσει τους παλαιούς οικονομικούς και διοικητικούς μηχανισμούς. Ακόμη και η προσπάθεια αντικατάστασης των κρατικών στελεχών συναντούσε ένα πρακτικό εμπόδιο: το ΚΚΕ και το ΕΑΜ δεν διέθεταν επαρκή αριθμό εξειδικευμένων ανθρώπων για να αναλάβουν όλες τις υπηρεσίες. Έτσι επιστρατεύθηκαν επαγγελματίες, επιστήμονες και διανοούμενοι που δεν ανήκαν υποχρεωτικά στον στενό κομματικό πυρήνα.
Η εικόνα αυτή απομακρύνει τη μελέτη από την απλουστευτική αντίληψη μιας πλήρως ομοιογενούς κομματικής διοίκησης. Χωρίς να αναιρεί τον κυρίαρχο ρόλο του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, φανερώνει όμως ότι η άσκηση της εξουσίας απαιτούσε συμβιβασμούς, συνεργασίες και πρακτικές προσαρμογές που η επαναστατική ρητορική δυσκολευόταν να παραδεχθεί.
Το κρισιμότερο μέρος του βιβλίου αφορά τη «λαϊκή δικαιοσύνη». Εδώ η μελέτη εγκαταλείπει το πεδίο της διοικητικής ανεπάρκειας και εισέρχεται στο ζήτημα της πολιτικής βίας. Η αποχώρηση των Γερμανών άφησε πίσω της μια κοινωνία γεμάτη μίσος, προσωπικές εκκρεμότητες και μια δικαιολογημένη απαίτηση τιμωρίας των συνεργατών των κατακτητών. Υπήρχαν πραγματικοί βασανιστές, καταδότες, μαυραγορίτες και ένοπλοι δωσίλογοι που είχαν συμμετάσχει σε διώξεις και εκτελέσεις. Η ανάγκη απονομής δικαιοσύνης ήταν αδιαμφισβήτητη.
Το ερώτημα ήταν ποιος θα την απέδιδε και με ποιους κανόνες.
Η Πολιτοφυλακή, η Λαϊκή Ασφάλεια, οι υπηρεσίες της XI Μεραρχίας, οι στρατιωτικές αρχές του ΕΛΑΣ και τα κομματικά όργανα συγκρότησαν ένα σύνθετο σύστημα συλλήψεων, ανακρίσεων και κρατήσεων. Οι αρμοδιότητές τους δεν ήταν πάντοτε σαφείς. Συχνά ο καταγγέλλων, ο ανακριτής, ο δεσμοφύλακας και ο πολιτικός φορέας που αποφάσιζε για την τύχη του κρατουμένου ανήκαν στον ίδιο μηχανισμό εξουσίας.
Ο Βενιανάκης παραθέτει πλήθος περιστατικών από την Κατερίνη, το Κιλκίς, τα γύρω χωριά και το στρατόπεδο Παύλος Μελάς. Καταγράφει εκτελέσεις αιχμαλώτων, νυχτερινές μεταγωγές, εξαφανίσεις, βασανισμούς και περιπτώσεις ανθρώπων που οδηγήθηκαν στον θάνατο χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνωρίσιμη δικαστική διαδικασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι κατηγορίες αφορούσαν αποδεδειγμένη συνεργασία με τις κατοχικές αρχές. Σε άλλες προέρχονταν από προσωπικές καταγγελίες, τοπικές αντιπαλότητες ή ασαφή στοιχεία.
Η ισχυρότερη πλευρά της αφήγησης είναι ότι δεν μετατρέπει κάθε μεταγενέστερη μαρτυρία σε βεβαιότητα. Οι πηγές συχνά αντιφάσκουν ως προς τους αριθμούς, τις συνθήκες των εκτελέσεων και την ευθύνη των επιμέρους οργάνων. Ο συγγραφέας καταγράφει τις διαφορές, συγκρίνει τα αρχεία και αφήνει ορατή την αβεβαιότητα. Η συνολική εικόνα, ωστόσο, δεν αλλάζει: υπό την ΕΑΜική διοίκηση δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός καταστολής, ο οποίος διέθετε τη δυνατότητα να στερεί την ελευθερία και τη ζωή χωρίς αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο.
Παράλληλα, υπήρξαν προσπάθειες θεσμοποίησης της απονομής δικαιοσύνης. Συγκροτήθηκαν φάκελοι, ορίστηκαν ανακριτές, αναζητήθηκαν χώροι για λαϊκά δικαστήρια και ζητήθηκε η συμμετοχή νομικών. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάρτυρες κατέθεσαν υπέρ κατηγορουμένων ή ανακριτές πρότειναν την απαλλαγή τους. Η πραγματικότητα δεν ήταν επομένως μια αδιάκοπη αλυσίδα αυθαίρετων εκτελέσεων. Μέσα στον ίδιο μηχανισμό συνυπήρχαν η προσπάθεια συγκρότησης μιας νέας δικαστικής νομιμότητας και η εξωδικαστική βία.
Ακριβώς αυτή η συνύπαρξη καθιστά το ζήτημα ιστορικά σοβαρότερο. Η αυθαιρεσία αναπτύχθηκε μέσα σε ένα σύστημα εξουσίας όπου οι πολιτικοί, στρατιωτικοί και δικαστικοί ρόλοι δεν είχαν σαφή όρια. Η ηγεσία μπορούσε άλλοτε να καταδικάζει τις εκτελέσεις, άλλοτε να δηλώνει άγνοια και άλλοτε να αποδίδει τις ευθύνες σε τοπικά στελέχη. Η διάχυση των αρμοδιοτήτων επέτρεπε και τη διάχυση της ευθύνης.
Οι παρεμβάσεις του Γεωργίου Μόδη, των κυβερνητικών εκπροσώπων και των Βρετανών αξιωματικών αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα ήταν γνωστό. Οι επισκέψεις στα κρατητήρια, οι διαμαρτυρίες, οι απαιτήσεις για διακοπή των εκτελέσεων και οι διαβεβαιώσεις των ΕΑΜικών αρχών δείχνουν μια διαρκή σύγκρουση γύρω από το ποιος ασκούσε τη νόμιμη εξουσία. Οι διαβεβαιώσεις ότι η βία θα σταματούσε δεν τη σταματούσαν πάντοτε. Αυτό υποδηλώνει είτε αδυναμία της ηγεσίας να ελέγξει πλήρως τους μηχανισμούς της είτε απροθυμία να αποκηρύξει πρακτικές που θεωρούνταν πολιτικά χρήσιμες.
Στην απονομή «λαϊκής δικαιοσύνης» στο περιβάλλον της ΕΑΜικής κυριαρχίας, η απόσταση ανάμεσα στην τιμωρία του δωσιλογισμού και στην πολιτική εκκαθάριση έγινε επικίνδυνα μικρή. Όταν η εξουσία που είχε πολεμήσει τους κατακτητές απέκτησε συγχρόνως τον έλεγχο της αστυνομίας, της ανάκρισης, της φυλακής και της πολιτικής απόφασης, η ηθική νομιμοποίηση της Αντίστασης κινδύνευε να μετατραπεί σε απεριόριστη εξουσιοδότηση.
Το τέλος της Εαμοκρατίας παρουσιάζεται από τον Βενιανάκη με την ίδια προσοχή στη διοικητική λεπτομέρεια. Μετά την αποχώρηση του ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ εξακολουθούσε να ελέγχει τον Δήμο, εργατικά κέντρα, σωματεία και σημαντικό μέρος της πολιτικής ζωής της πόλης. Οι Βρετανοί και οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης άρχισαν σταδιακά να αποκαθιστούν τους μηχανισμούς του κεντρικού κράτους. Τα ΕΑΜικά γραφεία εκκενώθηκαν, οι εφημερίδες της αντίπαλης παράταξης επανεκδόθηκαν και η διοίκηση πέρασε σε πρόσωπα που συνδέονταν με την κυβέρνηση των Αθηνών.
Η μετάβαση αυτή δεν έγινε σε κλίμα πολιτικής ομαλότητας. Η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη εισερχόταν σε μια νέα περίοδο αποκλεισμών, αντεκδίκησης και αντικομμουνιστικής κινητοποίησης. Ο Βενιανάκης κλείνει τη μελέτη του επισημαίνοντας ότι η χώρα περνούσε σε μια πολιτική κατάσταση που ετοιμαζόταν να εξοβελίσει όσους έφερναν αντιρρήσεις ή εμπόδια. Η παρατήρηση αυτή εμποδίζει μια μονομερή ανάγνωση του βιβλίου. Η κριτική της ΕΑΜικής αυθαιρεσίας δεν μετατρέπεται σε δικαίωση του καθεστώτος που τη διαδέχθηκε.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι απέφυγε να μεταφέρει τη γνώμη του και άφησε τον αναγνώστη να διαμορφώσει τη δική του. Η δήλωση αυτή εκφράζει μια μάλλον παλαιότερη αντίληψη της ιστορικής αντικειμενικότητας. Τα αρχεία δεν διαθέτουν αυτόνομη φωνή. Η επιλογή τους, η σειρά παρουσίασής τους, τα ερωτήματα που τους απευθύνει ο ερευνητής και τα γεγονότα που θεωρεί σημαντικά αποτελούν ήδη ερμηνεία. Ο αναγνώστης καλείται έτσι να απαντήσει μόνος του σε ερωτήματα που το ίδιο το υλικό θέτει επιτακτικά: υπήρξε η Εαμοκρατία μια μορφή λαϊκής αυτοδιοίκησης, μια έκτακτη διοίκηση ανάγκης, ένα επαναστατικό καθεστώς ή μια απόπειρα κομματικής κατάληψης του κράτους;
Η ανολοκλήρωτη μορφή του βιβλίου «Εαμοκρατία στη Θεσσαλονίκη», η άνιση ανάπτυξη των κεφαλαίων και η επιφυλακτικότητα της ερμηνείας της δεν το επιτρέπουν. Μια απάντηση που προκύπτει από τη μελέτη είναι ότι υπήρξε κάτι από όλα αυτά. Η ΕΑΜική διοίκηση στηρίχθηκε σε πραγματική λαϊκή επιρροή και ανέλαβε μια πόλη που διαφορετικά θα κινδύνευε να βυθιστεί στο διοικητικό κενό. Παράλληλα περιόρισε τον δημόσιο λόγο των αντιπάλων της, κατέλαβε τους βασικούς μηχανισμούς εξουσίας και ανέχθηκε ή δεν κατόρθωσε να αποτρέψει σοβαρές πράξεις πολιτικής βίας.
Η σημαντικότερη συμβολή του βιβλίου βρίσκεται στην πυκνή αρχειακή ανασύνθεση των εβδομάδων κατά τις οποίες η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε εργαστήριο εξουσίας, πράγμα που μας υποχρεώνει να δούμε την Εαμοκρατία έξω από τις μεταγενέστερες μυθολογίες της. Η Αντίσταση είχε προσφέρει στο ΕΑΜ τεράστιο ηθικό κύρος.
Η εξουσία το υπέβαλε σε μια δυσκολότερη δοκιμασία. Γιατί η ικανότητα να πολεμά κανείς μια κατοχή δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ικανότητα να κυβερνά μια ελεύθερη πόλη. Και η πεποίθηση ότι εκπροσωπεί τον λαό δεν του παραχωρεί το δικαίωμα να αποφασίζει χωρίς όρια ποιος ανήκει σε αυτόν.
Διαβάστε επίσης:
Τα καλοκαίρια που μας χάρισαν τα βιβλία
Βιβλίο: Το υπουργείο της πιο αθόρυβης κρίσης
Έξι ελληνικά βιβλία για το φετινό καλοκαίρι
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.