Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΠλήθος διακεκριμένων φεστιβαλικών δημιουργιών και ψυχαγωγικών εμπορικών παραγωγών συνθέτουν το πλούσιο κινηματογραφικό επταήμερο, που ξεκινά απόψε.
Η τελευταία ταινία του Ιρανού πολυβραβευμένου σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί, «Παράλληλες Ιστορίες», με Ιζαμπέλ Ιπέρ, Βιρζινί Εφρά και Βενσάν Κασέλ, έχει, όπως πάντα, το ενδιαφέρον της, ενώ ο Ιταλός σταρ Πιερφραντσέσκο Φαβίνο πρωταγωνιστεί στο «Tennis Maestro».
Ωστόσο, η ταινία που ξεχωρίζει είναι η ελληνικής και ουγγρικής συμπαραγωγής «Κότα», του Γκιόρκι Πάλφι. Σε επανέκδοση και η φημισμένη καυστική σάτιρα του Κουβανού Τομάς Γκουτιέρες Αλέα «Ο Θάνατος Ενός Γραφειοκράτη».
(«Histoires Paralleles») Δραματική ταινία, γαλλικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Ασγκάρ Φαραντί, με τους Ιζαμπέλ Ιπέρ, Βιρζινί Εφιρά, Βενσάν Κασέλ, Πιερ Νινέ, Αντάμ Μπεσά, Κατρίν Ντενέβ, Βερονίκ Ρουγκιά κα.
Αν και το κινηματογραφικό στιλ του σημαντικού Ιρανού σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί έχει σημαντικές επιρροές από το ευρωπαϊκό σινεμά, από Αντονιόνι μέχρι Χάνεκε, μάλλον δεν του ταιριάζει να γυρίζει ταινίες στην Ευρώπη, εν αντιθέσει με τις έξοχες δουλειές του στο Ιράν.
Ο Φαραντί («Ένας Χωρισμός», Ένας Ήρωας», «Ο Εμποράκος»), όμως, δεν χάνει ποτέ τη διαπεραστική του ματιά, το ύφος του, το σκηνοθετικό του χάρισμα, στην τρίτη του ευρωπαϊκή, γαλλόφωνη, παραγωγή, παραδίδοντας ένα αρκούντως ενδιαφέρον ψυχολογικό σοφιστικέ δράμα.
Το φιλμ, δίχασε κριτική και κοινό, όταν πρωτοπροβλήθηκε στο φεστιβάλ των Καννών, με τους επικριτές να κάνουν λόγο για μακρόσυρτη αφήγηση και θολούς χαρακτήρες και με αυτούς που το ευχαριστήθηκαν, θαυμάζοντας την ένταση, την ατμόσφαιρα και τα σταθερά χαρακτηριστικά του σινεμά του Φαραντί.
Το περίεργο ή όχι και τόσο, είναι ότι και οι δυο πλευρές, έχουν τα δίκια τους, καθώς η ταινία του Φαραντί έχει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της και μια γοητευτική φορτισμένη ατμόσφαιρα, αλλά ταυτόχρονα αργεί να αποκαλύψει το βάθος των κεντρικών χαρακτήρων του και τις επιδιώξεις του και ορισμένες φορές φλυαρεί – ίσως για να τιμήσει και το γαλλικό σινεμά…
Η μακρά διάρκεια της ταινίας του, κοντά 2,5 ώρες, αντλεί την έμπνευσή της από το έκτο κεφάλαιο του «Δεκαλόγου» του αξέχαστου Κριστόφ Κισλόφσκι, τη «Μικρή Ιστορία για Έναν Έρωτα», χωρίς ωστόσο να εστιάζει, όπως ο αξέχαστος Πολωνός σκηνοθέτης, στην εντολή «ου μοιχεύσεις».
Αναζητώντας έμπνευση για το νέο της μυθιστόρημα, η Σιλβί κατασκοπεύει τους γείτονές της στο απέναντι κτίριο χρησιμοποιώντας ένα τηλεσκόπιο. Η νευρική Σιλβί, αλλοιώνει την πεζή καθημερινή ζωή δυο αδελφών και μιας νέας κοπέλας, που εργάζονται σε ένα στούντιο ηχοληψίας απέναντι από το παρισινό διαμέρισμά της, για να γράψει ένα βιβλίο αντάξιο της φήμης της.
Παρατηρώντας τους με το τηλεσκόπιο, που έχει ξεμείνει από την παιδική της ηλικία, βλέπει έναν οικείο χώρο, καθώς εκεί είχε μετακομίσει κάποτε η μητέρα της με τον εραστή της, κάτι που στοίχισε ανεπανόρθωτα στον πατέρα της. Με την παρότρυνση της μοναδικής ανιψιάς της, μίας νέας εγκύου, που θέλει να την ξεσπιτώσει για να πουλήσει το διαμέρισμα και να λάβει το μερίδιό της, προσλαμβάνει έναν ήσυχο άπορο νέο που τη βοηθά να συμμαζέψει αλλά και να οργανώσει το χάος της, όχι όμως τη ζωή και το έργο της.
Ο Φαραντί, επικεντρώνει την αφήγησή του στους κατοίκους τού απέναντι διαμερίσματος, ενώ η συγγραφή του μυθιστορήματος της Σιλβί μοιάζει με ένα ευφάνταστο μυθοπλαστικό κείμενο, όπου τα ψέματα κυριαρχούν στην πραγματικότητα. Αν και φαίνεται υπερβολικό, τα ψέματα και η διπροσωπία των «πρωταγωνιστών» της γεννούν μια νέα πραγματικότητα, με την έκρηξη των απωθημένων επιθυμιών να τραβούν όλο το ενδιαφέρον του Φαραντί, εν αντιθέσει με τη θρησκευτική προσέγγιση του Κισλόφσκι.
Το σενάριο, που παραδοσιακά αποτελεί ένα δυνατό χαρτί στις ταινίες του Φαραντί, μπορεί να είναι ψαγμένο και πάλι, αλλά πολλές φορές μοιάζει δαιδαλώδες, υπερβολικά βραδύκαυστο και προκαλεί ακόμη και στον ίδιο την αμηχανία, χωρίς, ωστόσο, να μειώνει την αξία του έργου του, στο οποίο συμβάλλει και το ευπρόσωπο καστ, από Ιζαμπέλ Ιπέρ, Βιρζινί Εφιρά και Πιέρ Νινέ, μέχρι Άνταμ Μπέσα και Βενσάν Κασέλ. Ένα αξιοπρόσεκτο πέρασμα κάνει και η Κατρίν Ντενέβ.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Αναζητώντας έμπνευση για το νέο της μυθιστόρημα, η Σιλβί κατασκοπεύει τους γείτονές της στο απέναντι κτίριο χρησιμοποιώντας ένα τηλεσκόπιο. Όταν προσλαμβάνει τον νεαρό Αντάμ για να τη βοηθά με την καθημερινότητά της, δεν έχει ιδέα ότι θα ανατρέψει τη ζωή και τη δουλειά της.
(«Hen») Κωμωδία, ουγγρικής και ελληνικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Γκιόργκι Πάλφι, με τους Γιάννης Κοκκιασμένος, Αργύρης Πανταζάρας, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αντώνης Καφετζόπουλος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος κα.
Την προηγούμενη εβδομάδα ανάμεσα στους δέκα τίτλους νέων ταινιών, είχαμε τον «Κόκκορα», μία συμπαθέστατη ελληνική γλυκόπικρη κωμωδία του Τάσου Γερακίνη. Αυτή τη βδομάδα, δεν είναι πλάκα, αλλά έχουμε ταινία με τίτλο «Κότα». Και είναι απ’ τις καλύτερες των τελευταίων εβδομάδων, γυρίστηκε στην Ελλάδα, παίζουν Έλληνες ηθοποιοί, είναι ουγγρική και ελληνική συμπαραγωγή και μαζεύει βραβεία σε όποιο φεστιβάλ προβάλλεται.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά πρωταγωνίστρια είναι μία περήφανη, αλανιάρα κότα (για την ακρίβεια οχτώ κότες), που προοριζόταν για το σφαγείο, δραπέτευσε και περιπλανιέται στον αλλόκοτο πλέον κόσμο μας, που είναι εύκολος στο να μισήσει, να διχαστεί, να γίνει αμείλικτος και άπληστος, αλλά και να κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει.
Ένα φιλμ, που πέρα από την ομορφιά του και την αλληγορική του σημασία, κερδίζει τον θεατή με την αυθεντικότητά του, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποιούνται ψηφιακά καλούδια και σπέσιαλ εφέ, αλλά αληθινές κότες και φυσικοί χώροι. Ένα κατόρθωμα που συμβάλει τα μέγιστα στη δύναμη της ταινίας, στο ξεδίπλωμα της ιστορίας και φυσικά, βάζει τα γυαλιά στα CGI και στους «μάγους» του Χόλιγουντ.
Μια κότα δραπετεύει από ένα εργοστάσιο εκτροφής πουλερικών και βρίσκει με τα πολλά, καταφύγιο στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου εστιατορίου. Εκεί, έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα προοπτική της ύπαρξής της, γνωρίζοντας την ιεραρχία του κοτετσιού, ενώ ανακαλύπτει ότι, εκτός από αυγά, μπορεί να αποκτήσει και νεοσσούς. Εμπόδιο στην επιθυμία της να αποκτήσει οικογένεια στέκεται ο άπληστος ιδιοκτήτης του εστιατορίου που χρησιμοποιεί καθημερινά τα αυγά προς δική του κατανάλωση.
Πίσω από την απλότητα της ιστορίας του, ο Ούγγρος σκηνοθέτης των ιδιαίτερων δημιουργιών «Hukkle» και «Taxidermia» φτιάχνει ένα σχεδόν βωβό φιλμ, στο οποίο η εικόνα αντικαθιστά τον λόγο, το βλέμμα γίνεται αφήγηση και ταυτόχρονα ένταση, αγωνία και συγκίνηση.
Η έξοχη φωτογραφία του Γιώργου Καρβέλα, γεμάτη ζωντάνια, αιχμαλωτίζει την ανεπιτήδευτη ομορφιά της ελληνικής επαρχίας, της οποίας η αυθεντικότητα σκιάζεται από τον εκφυλισμένο ανθρώπινο παράγοντα – πολλοί επιμένουν να τον λένε πολιτισμό – ενώ το χιούμορ βγάζει πηγαίο γέλιο, ιδιαίτερα όταν οι σκηνές συνδέονται με ελληνικά στοιχεία και τραγούδια και βεβαίως, με συμπρωταγωνιστές άλλα ζώα και πτηνά. Μια χρήσιμη ελαφρότητα που δίνει τις ανάσες που χρειάζονται για τα σοβαρά μηνύματα του φιλμ.
Μηνύματα για τον σύγχρονο άνθρωπο, που παλεύει να αντέξει, να επιβιώσει σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει προς το χειρότερο. Η κότα, συμβολίζει κάθε ύπαρξη που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, απέναντι στις ακραίες αντιφάσεις της ζωής, αλλά απέναντι και στους ανθρώπους που μένουν παθητικοί παρατηρητές τραγικών γεγονότων και πολλές φορές επιλέγουν να γίνουν οικειοθελώς γρανάζι σε ένα απάνθρωπο σύστημα.
Αν και χωρίς διαλόγους ή αφήγηση, το φιλμ κρατά τους ρυθμούς στα ύψη για μιάμιση ώρα, μέχρι τους τίτλους τέλους, καθώς ο Παλφί σε κάθε του πλάνο κρύβει έναν στοχασμό και χωρίς κηρύγματα και διδακτισμούς, στο φινάλε αφήνει και μερικούς σπόρους ελπίδας.
Ένα μικρό διαμαντάκι, χωρίς σπόνσορες και προώθηση εκατομμυρίων, που μιλά κατευθείαν στην καρδιά και το μυαλό.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μια κότα δραπετεύει από μια φάρμα πουλερικών, και βρίσκει καταφύγιο στην αυλή ενός ετοιμόρροπου εστιατορίου. Εκεί ανακαλύπτει τον έρωτα, έρχεται αντιμέτωπη με την ιεραρχία του κοτετσιού και παλεύει να προστατεύσει τα αυγά της από έναν άπληστο ιδιοκτήτη.
(«Gentle Monster») Δραματικό θρίλερ, γαλλικής και αυστριακής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Μαρί Κρόιτσερ, με τους Λέα Σεϊντού, Τζέλα Χάασε, Λόρενς Ρουπ, Μαλό Μπλανσέ, Αντόν Ρουμπτσόφ, Κατρίν Ντενέβ κα.
Περιμένοντας με ενδιαφέρον την τελευταία ταινία της Μαρί Κρόιτσερ, για το αιχμηρό όσο και αποτρόπαιο ζήτημα της παιδικής πορνογραφίας, έπειτα από την αντισυμβατική βιογραφία της, για την πριγκίπισσα Σίσι, πριν από τέσσερα χρόνια με τον «Κορσέ», μάλλον η αναμονή διαψεύδει τις υψηλές προσδοκίες, καθώς, από ένα σημείο και μετά, χάνει τη στόχευσή της και κυρίως την τόλμη της.
Γιατί η Αυστριακή σκηνοθέτιδα, που διακρίνεται για τον δυναμισμό της, τη χειραφετημένη προσωπικότητά της, γεμάτη τόλμη και ιδέες, με φρέσκια κινηματογραφική ματιά, τελικά αποφεύγει να μπει στα εσώψυχα ενός διεστραμμένου άντρα και περιορίζεται στο πώς μπορεί να χωνέψει ή όχι μία γυναίκα το θανάσιμο αμάρτημα του συζύγου και πατέρα του παιδιού της.
Τουλάχιστον, η ταινία της, που προβλήθηκε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών, έχει το ενδιαφέρον της, ειδικά μέχρι να αρχίσει να ανακυκλώνει τις αρχικά συναρπαστικές ιδέες της και τη συναισθηματική φόρτιση της πρωταγωνίστριας και να καταλήγει σε ευκολίες, βγαλμένες από τη συνταγογράφηση και τη ρηχότητα ενός συμβατικού χολιγουντιανού δράματος.
Η Λούσι, μια επιτυχημένη πιανίστρια, μετακομίζει με τον σύζυγό της, Φίλιπ, και τον 7χρονο τους γιο από το Μόναχο σε ένα σπίτι στην εξοχή, προκειμένου να ξεπεράσει ο άντρας της έναν πρόσφατο νευρικό κλονισμό. Η ζωή τους μοιάζει χαρούμενη, ο ερωτάς τους δείχνει να κρατά, ακόμη και η ανακαίνιση του καινούργιου σπιτιού τους να δίνει ένα τόνο αναζωογόνησης. Όμως, ξαφνικά, ο κόσμος της Λούσι θα καταρρεύσει όταν η αστυνομία χτυπήσει την πόρτα τους, με τον Φιλίπ να συλλαμβάνεται για κατοχή και αναπαραγωγή παιδικής πορνογραφίας.
Οι γοητευτικές αρχικά στιλιστικές επιλογές της Κρόιτσερ, με το εύρημα της μουσικής και τις εναλλακτικές εκτελέσεις ερωτικών επιτυχιών (γραμμένες από άνδρες), οι άδειοι χώροι, στο απομονωμένο σπίτι ή τα κομμένα στη μέση πλάνα, αποδεικνύουν την εικαστική της ικανότητα, αλλά και πώς να υφαίνει το μυστήριο της υπόθεσής της.
Αλλά μετά τα μισά της ταινίας κι ενώ έχει φωτίσει τις γκρίζες περιοχές της ψυχικής αναστάτωσης της ηρωίδας, που παραλύει, αηδιάζει αλλά και μαζί δεν μπορεί να απαρνηθεί τον έρωτά της ζωής της, έρχεται η υποϊστορία της αστυνομικού – ζει με έναν πατέρα, σε άνοια, αλλά που θυμάται πάντα να παρενοχλεί τη νοσοκόμα – να αποδυναμώνει το συνολικό στόρι. Και μαζί, να έρχεται μία μονότονη επαναληψιμότητα, για να κάνει μασημένη τροφή στο κοινό, την δυσχερή κατάσταση της πρωταγωνίστριας. Της εκπληκτικής Λέας Σεϊντού, που παραδίδει μία πολυσύνθετη δημιουργική ερμηνεία, ενώ κάτι παραπάνω από ικανοποιητική είναι και η Τζέλα Χάασε, στον ρόλο της αστυνομικού, δυο ηθοποιοί, που κάνουν ό,τι μπορούν για να καλύψουν το βραχυκύκλωμα της Κρόιτσερ, της οποίας οι υποσχέσεις για ένα συνταρακτικό φιλμ, περιορίζονται στο ελάχιστο.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η Λούσι, μια επιτυχημένη πιανίστρια, μετακομίζει με τον σύζυγό της, Φίλιπ, και τον μικρό τους γιο από την πόλη σε ένα σπίτι στην εξοχή. Όμως, πριν καν προλάβουν να εγκατασταθούν, η αστυνομία εισβάλλει ξαφνικά στο σπίτι τους, συλλαμβάνει τον Φίλιπ με την κατηγορία της παιδικής πορνογραφίας, με τη σοκαρισμένη Λούσι να διερωτάται αν πραγματικά γνώριζε τον άνδρα της.
(«Los Tigres») Δραματική περιπέτεια, ισπανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ, με τους Αντόνιο ντε λα Τόρε, Μπάρμπαρα Λένι, Χοακίν Νούνιεζ, Σέζαρ Βισέντε, Σίλβια Ακόστα κα.
Μπορεί οι τίγρεις να μην βρυχώνται όσο σε άλλες ταινίες του Αλμπέρτο Ροντρίγκες, αλλά έχουν την αξία τους και κυρίως για το πάντα κοφτερό βλέμμα ενός σκηνοθέτη, που γνωρίζει καλά να φτιάχνει μια θελκτική ατμόσφαιρα και μελετημένους χαρακτήρες.
Έχοντας ως κεντρικό ήρωα έναν ατρόμητο βιομηχανικό δύτη, το φιλμ του Ροντρίγκεζ («Απόδραση του ‘77», «Το Μικρό Νησί») καταφέρνει να ξεφύγει από τα θολά νερά, να απλωθεί σε ένα κοινωνικό, οικογενειακό δράμα που ταυτόχρονα το δένει με το θρίλερ.
Αυτό που ξεχωρίζει, επίσης, στην ταινία, είναι τα έξοχα υποθαλάσσια γυρίσματα (βραβείο ειδικών εφέ στα Γκόγια) καθώς και η πειστικότητα των ηθοποιών ως δύτες, δίνοντας μία όχι ωραιοποιημένη, αλλά ρεαλιστική απεικόνιση ενός σκληρού και επικίνδυνου επαγγέλματος.
Ο Αντόνιο και η Εστρέλα είναι δύο αδέρφια που έχουν περάσει όλη τους τη ζωή στη θάλασσα ως βιομηχανικοί δύτες. Ο Αντόνιο, είναι ο ήρωας και ηγέτης όλων των εργαζομένων, παρότι η αμοιβή του δεν επαρκεί. Όταν ένα θαλάσσιο ατύχημα απειλεί να τερματίσει την καριέρα του Αντόνιο, το μέλλον φαίνεται αβέβαιο μέχρι που ανακαλύπτει ένα κρυμμένο φορτίο κοκαΐνης στα ύφαλα ενός πετρελαιοφόρου και με την παρότρυνση ενός νεότερου συναδέλφου του, γίνεται πειρασμός και μαζί, η λύση για τα οικονομικά τους προβλήματα.
Παίζοντας με την αδρεναλίνη ενός επικίνδυνου επαγγέλματος και τις ήρεμες μελαγχολικές στιγμές των κεντρικών χαρακτήρων, ο Ροντρίγκεζ, αναδεικνύει τις σκληρές συνθήκες ενός αρρενωπού κόσμου, που πρέπει να επιβιώσει κάτω από αντίξοες συνθήκες και κυρίως στις δυσκολίες όταν χτυπά η κρίση την πετροχημική εταιρεία που τους εκμεταλλεύεται. Ο Αντόνιο, είναι ο χαρισματικός ηγέτης, ο άνθρωπος που κρατά το φρόνημα των συναδέλφων του ψηλά, ο ψυχωμένος δύτης, που δεν φοβάται τίποτα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ όταν βρίσκεται στην σιγουριά της ξηράς, είναι ανασφαλής, διστακτικός, επιπόλαιος, πίνει υπερβολικά και χάνει το μέτρο. Στην αντιπέρα πλευρά, βρίσκεται η αδελφή του, η Εστρέλα, δεινή δύτρια, σοβαρή, αυτή που προσπαθεί να μαζέψει τα αμάζευτα του αδελφού της και το βασικότερο η ηθική πυξίδα της ιστορίας, η πραγματική ηρωίδα και όπως αποκαλύπτεται η αγέρωχη γυναίκα, που θυσιάστηκε για να τονώσει τον χαρακτήρα του αδελφού της.
Παντρεύοντας ικανοποιητικά το βασικό του δραματικό, κοινωνικό στόρι με το θρίλερ, όταν μπαίνει ο πειρασμός των χρημάτων, από την κρυμμένη κοκαΐνη στα ύφαλα ενός δεξαμενόπλοιου, η ένταση ανεβαίνει, αλλά όχι τόσο όσο θα περίμενε κανείς, αφήνοντάς την στην επιφάνεια και μάλλον ανολοκλήρωτη, καθώς ο σκηνοθέτης προτιμά να διεισδύσει βαθύτερα στη σχέση των δυο αδελφών, κάτι που θέτει ως προτεραιότητα.
Στιβαρό φιλμ, με καλές ερμηνείες από τον Αντόνιο ντε λα Τόρε και την Μπάρμπαρα Λένι, το αγέρωχο βλέμμα της οποίας κερδίζει και την καρδιά μας.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο Αντόνιο και η Εστρέλα είναι δύο αδέρφια που έχουν περάσει όλη τους τη ζωή στη θάλασσα ως δύτες. Όταν ένα ατύχημα απειλεί να τερματίσει την καριέρα του Αντόνιο, το μέλλον φαίνεται αβέβαιο, μέχρι που ανακαλύπτουν ένα κρυμμένο φορτίο κοκαΐνης σε ένα πετρελαιοφόρο.
(«Il Maestro») Δραματική κομεντί, ιταλικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Αντρέα Ντι Στέφανο, με τους Πιερφραντσέσκο Φαβίνο, Τιτσιάνο Μενικέλι, Τζοβάνι Λουντένο, Ντόρα Ρομάνο, Έντβιτζε Φένεκ κα.
Μετά την πρεμιέρα της στο περσινό φεστιβάλ Βενετίας, η νέα ταινία του Αντρέα Ντι Στέφανο, με τον αδιαφιλονίκητο Ιταλό σταρ Πιερφραντσέσκο Φαβίνο, κατηφορίζει και στα μέρη μας, ικανοποιώντας τους φαν του πρωταγωνιστή και όσους έλκονται από ταινίες γύρω από το τένις, μία νέα μόδα στον κινηματογράφο.
Ωστόσο, ο Ντι Στέφανο, έπειτα από το δυνατό αστυνομικό θρίλερ, προ τριετίας και πάλι με τον Φαβίνο πρωταγωνιστή, «Η Τελευταία Νύχτα του Φράνκο Αμόρε», αν και σωστά χρησιμοποιεί το τένις απλώς ως τη βάση για να αναπτύξει μία ταινία ενηλικίωσης, δείχνει σε κάποιο βαθμό να μην μπορεί να δώσει ολοκληρωμένα τις ιδέες του, πελαγοδρομώντας συναισθηματικά και κυνηγώντας συνεχώς την ουρά του.
Το στόρι μας πάει στη δεκαετία του ‘80, με τον Φελίτσε, έναν 13χρονο, που προπονείται από τον πατέρα του στο τένις, ως αυθεντικό ταλέντο. Ο πατέρας του αποφασίζει ότι ο γιος του πρέπει να κάνει ένα σημαντικό βήμα προς τη δόξα και προσλαμβάνει γι’ αυτό, έναν γοητευτικό επαγγελματία προπονητή, τον Ραούλ Γκάτι, πρώην ταλέντο των κορτ, που πέταξε την ευκαιρία να φτάσει ψηλά, προτιμώντας τις γυναίκες και το ποτό. Ο Γκάτι, χρειάζεται απεγνωσμένα χρήματα αφού είχε προσφάτως αναρρώσει από έναν νευρικό κλονισμό, σε μια κλινική. Κι ενώ ξεκινούν, προπονητής και νεαρός παίχτης, μία περιοδεία, στο πλαίσιο μίας απαιτητικής διοργάνωσης για τενίστες κάτω των 16 χρόνων, ο Γκάτι λέει στον Φελίτσε να αφήσει ως πρότυπο τον Λεντλ και να λατρέψει τον άλλο πρωταθλητή της εποχής, τον Βίλας, τον Αργεντίνο που αγαπούσε τα κλαμπ και την έντονη ζωή, κάτι που φέρνει σε ακόμη πιο δύσκολη θέση τον μικρό, που γνωρίζει μόνο ήττες.
Αν και η ιδέα για μία ταινία ενηλικίωσης και της σχέσης μεταξύ μέντορα και μαθητή, δείχνει αρχικά ότι μπορεί να πετύχει τους στόχους της, σταδιακά χάνει τον ρυθμό της και το κυριότερο δεν μπορεί να αποτυπώσει με σαφήνεια τους περίπλοκους χαρακτήρες των δυο πρωταγωνιστών και ιδίως του Φαβίνο. Οι χιουμοριστικές στιγμές όχι πάντα πετυχημένες, όπως και ορισμένες δραματικές εξάρσεις, που μοιάζουν ξεθυμασμένες.
Πάντως, η χαρισματική παρουσία του Φαβίνο και η αρχική ιδέα, που κρατά το ενδιαφέρον ως ένα σημείο, δίνουν μία χάρη στην ταινία, που πλήττεται ομολογουμένως από τη μεγάλη διάρκειά της και το υπερφορτωμένο και συνάμα ανολοκλήρωτο σενάριο.
Στα αξιοσημείωτα, η ολιγόλεπτη εμφάνιση της Εντβίτζε Φενέκ, διάσημης σεξοβόμβας που πρωταγωνίστησε στις περίφημες ιταλικές σεξοκωμωδίες της δεκαετίας του ‘70.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένας 13χρονος, τη δεκαετία του ‘80, που ζει στην απόλυτη πειθαρχία κάτω από το βάρος των φιλοδοξιών του πατέρα του, για μια λαμπρή καριέρα στο τένις, βρίσκει τον μέντορά του σε έναν αντισυμβατικό πρώην πρωταθλητή, που κουβαλά το δικό του αινιγματικό παρελθόν.
(«The Fix») Περιπέτεια, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Γκάι Μόσε, με τους Ζάκαρι Λέβι, Λίαμ Νίσον, Γουές Τσάταμ, Νάβιντ Νεγκαχμπάν, Ανέτ Μάχεντρου κα.
Αν και πάντα ελπίζουμε σε μία επιστροφή ανάλογη του ονόματός του, ο Λίαμ Νίσον συνεχίζει να αναλώνεται σε επιεικώς αδιάφορες, δυναμικές περιπέτειες δράσης, όπως εδώ, συμπρωταγωνιστώντας δίπλα στον Ζάκαρι Λεβί κι έχοντας για σκηνοθέτη, τον μετριότατο Γκάι Μόσε.
Αν κάτι έχει ενδιαφέρον σε αυτό το κινηματογραφικό φιάσκο, εκτός από την παρουσία του Νίσον, είναι οι 46… παραγωγοί, που εμπλέκονται στην ταινία και ότι εκεί που «βλέπεις» Τεχεράνη είναι το Μισισίπι. Εντάξει, υπάρχει και η καθυστέρηση δύο χρόνων από την ολοκλήρωση της ταινίας, για να βρεθεί διανομή, κάτι που όμως «κάθισε» τώρα ιδανικά για τους παραγωγούς, λόγω επικαιρότητας στη Μέση Ανατολή και της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν.
Ύστερα από μια αποτυχημένη αποστολή, ο Τάκερ, πρώην πράκτορας της CIA, οδηγεί μια ομάδα απογοητευμένων πρώην κατασκόπων στην αναζήτηση εκατομμυρίων δολαρίων σε μετρητά, που χάθηκαν κατά την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη το 1979 και είναι κρυμμένα σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο της ιρανικής πρωτεύουσας. Ακολουθώντας μια πληροφορία από τον Λάρι -τον παλιό του μέντορα και άνθρωπο που τον στρατολόγησε- ο Τάκερ ξεκινά μια παράτολμη επιχείρηση στην καρδιά του Ιράν, που μπορεί να αλλάξει για πάντα τη ζωή του και της ομάδας του.
Και μόνο από το στόρι, γραμμένο στο γόνατο, καταλαβαίνεις τι πρόκειται να δεις, ενώ φυσικά δεν λείπουν οι χάρτινοι χαρακτήρες, οι γραφικότητες, τα κλισέ, με τις εκρήξεις, τα κυνηγητά, τις μάχες και τους σκοτωμούς, που ακολουθούνται από κάποιες σκόρπιες θεαματικές σκηνές. Ο Ισραηλινός σκηνοθέτης, βάζει στο σέικερ λίγο απ’ όλα. Τα γνωστά στερεότυπα και τις μανιέρες του συγκεκριμένου είδους, ενώ αφήνει ξεκρέμαστους τον Λέβι και τον Νίσον, να βγάλουν το φίδι-θησαυρό απ’ την τρύπα και τους θεατές στο έλεος μιας ταινίας, με πραγματικά βασανιστική διάρκεια. Κοντά δυόμιση ώρες!
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ύστερα από μια αποτυχημένη αποστολή, ένας πρώην πράκτορας της CIA, οδηγεί μια ομάδα απογοητευμένων πρώην κατασκόπων στην αναζήτηση εκατομμυρίων δολαρίων, που χάθηκαν κατά την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη το 1979.
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
Είκοσι πέντε χρόνια από την πρώτη ταινία του γνωστού φραντσάιζ τρόμου και πέντε χρόνια από την τελευταία μετριότατη ταινία, η φρίκη επιστρέφει διά χειρός του Ζακ Κρέγκερ («Weapons», «Barbarian»). Ένα φιλμ, που δεν είναι ριμέικ, σίκουελ ή πρίκουελ, αλλά ακόμη μία επανεκκίνηση, με στόχο την τόνωση του ενδιαφέροντος για τους φαν των ταινιών τρόμου και ειδικά αυτούς που όταν δεν το βλέπουν το… τελειώνουν ως βίντεο γκέιμ.
Ένας ιατρικός κούριερ, χωρίς να το θέλει βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν ασταμάτητο αγώνα επιβίωσης, καθώς μια μοιραία φρικιαστική νύχτα διαλύει τα πάντα γύρω του.
Ο Κρέγκερ, που έχει κάποιες πρωτότυπες ιδέες και έναν νέο κεντρικό χαρακτήρα, ξεκινά την ταινία του με κέφι και αρκετή πλάκα, προχωρά προς την επερχόμενη σφαγή συμπαθητικά και μετά μπαίνει λίγο πολύ στην ανακύκλωση των χαρακτηριστικών του βιντεοπαιχνιδιού και των κλισέ.
Αρκετά καλός, κυρίως στις κωμικές σκηνές, ο πρωταγωνιστής Όστιν Έιμπραμς, ενώ δίπλα του εμφανίζονται και οι Ζακ Τσέρι, Κάλι Ρέις και Πολ Γουόλτερ Χάουζερ.
(«Rosebush Pruning») Από τις ταινίες που προορίζονται για φεστιβάλ και ένα συγκεκριμένο κοινό, εξοικειωμένο στο εξεζητημένο, ιδιοσυγκρυσιακό σινεμά, γυρισμένη αλλοπαρμένα από τον Βραζιλιάνο σκηνοθέτη Καρίμ Αϊνούζ, πάνω στο σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου.
Το βρετανικής παραγωγής φιλμ (2026) (επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ Βερολίνου), είναι μία, τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, σουρεαλιστική σάτιρα, για τους τοξικούς οικογενειακούς δεσμούς, την πατριαρχία, τον πλούτο και την αστική ανία, έχοντας την πολυτέλεια ενός ετερόκλητου καστ γνωστών ηθοποιών.
Σε μια πολυτελή βίλα της Καταλονίας, μια αμερικάνικη οικογένεια ζει απομονωμένη με την άνεση μίας μεγάλης κληρονομιάς, με τον τυφλό πατέρα να τους καταπιέζει και τα τρία παιδιά του να αναζητούν αγάπη και επιβεβαίωση μέσα από τις μάρκες των τελευταίων ρούχων τους. Όταν ο μεγαλύτερος αδελφός αποφασίζει να μετακομίσει με την κοπέλα του, οι δεσμοί αίματος διακόπτονται και έρχονται στην επιφάνεια τα σκοτεινά μυστικά της οικογένειας.
Πρωταγωνιστούν: Κάλουμ Τέρνερ, Ράιλι Κίο, Ελ Φάνινγκ, Τζέιμι Μπελ, Λούκας Γκέιτζ, Τρέισι Λετς, Πάμελα Αντερσον κα.
(«Rally from Paris to the Pyramids») Ακόμη ένα φραντσάιζ, αυτή τη φορά ένα παιδικό animation, έρχεται στις μεγάλες οθόνες, νορβηγικής παραγωγής 2025 και σε σκηνοθεσία του Ράσμους Σίβερτσεν. Ακόμη μια ευχάριστη περιπέτεια, με τους Σόλαν, Λούντβιχ και Ρίοντορ να επιστρέφουν σε μια ιστορία που αυτή τη φορά ξεπερνά τα όρια του χωριού Φλάκλιπα. Το βραβευμένο ψηφιακό animation, προβάλλεται μεταγλωττισμένο στα ελληνικά, με τις φωνές των Τόνια Μαράκη, Τάκη Σακελλαρίου, Κώστα Τερζάκη, Δημήτρη Δρίβα κα.
(«Death of a Bureaucrat») Η φημισμένη μαύρη κωμωδία του Κουβανού Τομάς Γκουτιέρες Αλέα, σε επανέκδοση 60 χρόνια από την πρώτη της κυκλοφορία. Εξαιρετική καυστική κοινωνική σάτιρα, για το καθεστώς και τη νοοτροπία της γραφειοκρατίας, που αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού και θυμίζει τη χρυσή εποχή των ιταλικών κωμωδιών.
Όταν ένας σταχανοβίτης εργάτης, αφοσιωμένος στο έργο της επανάστασης, χάνει τη ζωή του εν ώρα καθήκοντος, στην κηδεία του οι σύντροφοί του τον τιμούν θάβοντάς τον μαζί με το εργατικό του βιβλιάριο. Η απώλεια του βιβλιαρίου εμποδίζει τη χήρα του να πάρει τη σύνταξή του και ένας αφελής ανιψιός της προσφέρεται να τη βοηθήσει, μπλέκοντας σε έναν απίστευτο γραφειοκρατικό λαβύρινθο.
Μία καφκική κωμωδία, με τον Αλέα, βαθιά πολιτικό σκηνοθέτη («Ο Μυστικός Δείπνος», «Μνήμες Υπανάπτυξης»), να μην αφήνει τίποτα όρθιο για την κουλτούρα γραφειοκρατίας, με τον πρωταγωνιστή Σαλβαδόρ Γουντ να μπλέκει σε ένα δαιδαλώδες γραφειοκρατικό σύστημα, όπου ο παραλογισμός κολλά στην ιλαρότητα και το τραγικό στο γκροτέσκο.
Διαβάστε επίσης:
«Alone at Dawn»: Στις αίθουσες τα Χριστούγεννα του 2027 η νέα ταινία του Ron Howard
Patricio Guzmán: Πέθανε σε ηλικία 85 ετών ο σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ-ακτινογραφιών της Χιλής του Augusto Pinochet (video)
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.