Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ τέχνη είναι η κατεξοχήν δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί την ποιότητα και να προστατέψει το μέλλον του αστικού περιβάλλοντος. Είναι η πλέον κατάλληλη για να υπογραμμίσει την προσοχή μας σε σημεία του αστικού χώρου, να αναδείξει όσα είναι ενδιαφέροντα και να αποκρύψει άλλα, να τραβήξει το βλέμμα γενικά και να μας εμβάλει σε σκέψεις. Με αφετηρία την προεκλογική περίοδο, η τέχνη καλείται «ανεπαισθήτως» να διαμορφώσει τον χώρο, να τον κάνει πιο ευπρόσδεκτο για τους πολίτες.
Πρέπει όμως να προσέξουμε τον όρο τέχνη. Θα πρέπει έτσι:
● Να ορίζουμε όλα τα έργα της «καλλιτεχνίας» μέσα στην πόλη.
● Να αναγνωρίσουμε την ολότητα της πόλης.
● Να στοχεύσουμε την επιδερμίδα της πόλης όπως αυτή δίνεται με επιφάνειες κάθετες, με επιφάνειες επίπεδες, με επιφάνειες «υποπόδιες».
● Να αναγνωρίζουμε έτσι τις κτιριολογικές δομές, τις διακοσμήσεις με αγάλματα και εικόνες παντός είδους, τις διακοσμήσεις καθέτων επιφανειών με γκράφιτι, τις διακοσμήσεις επιφανειών που πατάμε με τα πόδια μας (επιδάφια τέχνη), τις εγκαταστάσεις (installations), ακόμη και τη μουσική που μπορεί να έρχεται στα αυτιά μας στον αστικό ιστό.
● Να αναγνωρίσουμε ταυτόχρονα και εκείνες τις δομές της διαχείρισης του νυκτερινού φωτός – που πρέπει να κινούνται μεταξύ του θάμβους και του αδύναμου ή παραπαίοντος φωτισμού – έτσι ώστε να μην τραυματίζουν την όραση με τις ορδές φωτονίων ούτε να δημιουργούν ένα απειλητικό μισοσκόταδο.
Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε τις αμφίδρομες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ του χρήστη της πόλης –ιδιαίτερα του πεζού πολίτη – και της τέχνης, που έλκουν και που απωθούν.
Διότι όσο είναι βέβαιο ότι υπάρχουν δυνάμεις αυτής της ζωοδότρας ορμής που σπρώχνουν τον πεζό στην κατάφαση του ζωντανού περιβάλλοντος, που κάνουν ένα περιβάλλον πολυσύχναστο, ευχάριστο, ελκυστικό για μια προσωρινή ή και μακροχρόνια διαμονή – παραδείγματος χάρη με την κατοίκηση –, άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι υπάρχουν σαν αρνητικές εκφράσεις τέχνης οι βανδαλισμοί, οι κάθε είδους ανόητες εγγραφές πάνω στις επιφάνειες της πόλης, οι κακοποιήσεις ή και καταστροφές αγαλμάτων, οι νοσηροί μετασχηματισμοί της όψης σπιτιών και οικοδομημάτων, που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να απωθούν, να αποδιώχνουν και να αποθαρρύνουν τον πολίτη.1
Ο πεζός είναι μια δύναμη που προκαλεί το ωραίο, που έλκεται αλλά με τη σειρά του έλκει τις κατασκευές που μετασχηματίζουν τον χώρο.
Σε μια σχέση έλξης – άπωσης, το ωραίο έλκει και το άσχημο απωθεί. Ο Γιάννης Τσαρούχης, θέλοντας να τονίσει τη συνευθύνη του λαϊκού παράγοντα στην αισθητική αλλοίωση μιας ορισμένης εποχής, εκστόμιζε τη φράση «η ασχήμια της Αττικής είναι λαϊκό αίτημα».
Στις ημέρες μας η ασχήμια πλέον προσλαμβάνει άλλα χαρακτηριστικά, γίνεται βούληση μιας μικρής αλλά ενεργού μερίδας της κοινωνίας, αφήνοντας πίσω τις προχειρότητες της εποχής του Τσαρούχη. Ταυτόχρονα όμως, ο κοινόχρηστος, συλλογικός χώρος της πόλης, αυτός που παρέμενε επί χρόνια «υποσημείωση» της κυρίαρχης πολιτικής, μπαίνει τώρα σε καθεστώς προστασίας.
Στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1980, η παρουσίαση του κιτς από το περιοδικό «Αντί» δεν αποτέλεσε μια ελιτίστικη τρομοκρατία εναντίον της κακογουστιάς, αλλά μια φωνή αισθητικής διαπαιδαγώγησης, που σχετικά αποσιωπήθηκε από τη «διαπασών» της γκλαμουριάς. Τι απομένει από την έφοδο του καλού περιοδικού στον ουρανό του καλού γούστου; Ενδεχομένως πολύ λίγα, ενδεχομένως το υπόδειγμα μιας γραφής ανατρεπτικής, έκτοτε όμως εξ αιτίας της πανταχού παρούσας παρουσίας του μεταμοντέρνου πνεύματος, του εικονικού ρελατιβισμού, έγινε μια ανατροπή της αισθητικής…
Για να απομείνει σαν συμπέρασμα: Το «έτσι θέλω» είναι πολλαπλάσια επικίνδυνο από το «υπηρετώ την τέχνη» – ή έστω διακοσμώ με βάση κάποιους κανόνες.
Η αοριστία των εγγραφών στους τοίχους παίζει έναν θετικό ρόλο, κατά το ότι διεγείρει τη σκέψη, όμως η κενότητα και η επανάληψη των εγγραφών καταπονεί τον θεατή και επί πλέον καλλιεργεί μια αίσθηση αποξένωσης: ο πολίτης που κινείται σε μια πόλη ασυναρτησίας στέκεται αμήχανος. Η πόλη αυτή δεν του ανήκει.
Η Αθήνα είναι ένα δύσκολο πεδίο για την ανάπτυξη καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων. Τα τελευταία χρόνια, η πόλη έχει υποστεί μια τραυματική εμπειρία. Τα κλεισμένα ή άδεια μαγαζιά, o υποφωτισμός που θέτει προβλήματα διαχείρισης του νυχτερινού τοπίου, σε πολύ μεγάλο βαθμό η μη ανανέωση του κτιριολογικού πλούτου της πόλης, οι νέες ιδέες που εκλείπουν, οι βανδαλισμοί που περισσεύουν, συμπλέουν με μια αίσθηση κατήφειας που γεμίζει τόσο τον καλλιτέχνη όσο και τον απλό άνθρωπο.
Μια καλλιτέχνις όπως η Θεοδώρα Τζήμου μπορεί να λέει χαρακτηριστικά ότι πρέπει να κάνεις δεκαπέντε πράγματα για να καταφέρνεις να διατηρείς αλώβητη την καλλιτεχνική σου ταυτότητα!2 Η δήλωση αυτή είναι χαρακτηριστική για τον αγώνα που κάνουν οι καλλιτέχνες για την επιβίωσή τους: Υπάρχει θέμα απασχόλησης του καλλιτεχνικού κόσμου, με την έννοια ότι δεν μπορεί να επιζήσει «πουλώντας» το προϊόν της δραστηριότητάς του!
Η ελληνική «αγορά τέχνης» είναι περιορισμένη, η δε συρρίκνωση των εισοδημάτων κατά τη μνημονιακή περίοδο θίγει πολύ περισσότερο τα εισοδήματα που κατευθύνονται για την αγορά τέχνης παρά για άλλες ανάγκες. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν δημιουργοί που επιμένουν, που με το παράδειγμά τους συμβάλλουν στην καλλιτεχνική συνείδηση και στη μετουσίωσή της σε τέχνη.

Αντικείμενό μας δεν είναι μια τέχνη «υπαίθρου», δεν είναι μια τέχνη land art, δεν είναι μια τέχνη μνημειακή και περιφερειακή – όσο το περίφημο κατασκεύασμα του Ζαλόγγου από τον Ζογγολόπουλο, το άγαλμα του γιατρού Παπανικολάου πάνω από τη γέφυρα της Χαλκίδας, το δημιούργημα του Τάσου Νυφαδόπουλου με θέμα τον χρηματιστηριακό αυτοχειριασμό της χώρας ή το μνημείο του Διστόμου.3
Δεν είναι μια τέχνη διακόσμησης εσωτερικού χώρου της φύσης – όπως η διακόσμηση σπηλαίων από τον καλλιτέχνη RaPaulette. Έργα όπως οι γραμμές Nazca στο Περού, αυτές οι αναντίρρητα land art, που συνιστούν τέχνη γειωμένη και ταυτόχρονα απογειωμένη σε αστρονομικές παρατηρήσεις και συμβολισμούς, που όταν σχεδιάστηκαν ήταν (στην ολότητά τους) αόρατες από τον επίγειο παρατηρητή, δεν μπορούν να ενταχθούν σε αυτήν εδώ την ανάλυση.4
Ακόμη δεν μπορούν να ενταχθούν στην παρούσα ανάλυση τα υποβρύχια γλυπτά του Jason deClaire Taylor, που «πατάνε στον βυθό», που έχουν την πρόσθετη ιδιότητα (σύμφωνα και με την παρατήρηση της Ε. Λεωνίδη) να «ενδύονται» με θαλάσσιους οργανισμούς και να δημιουργούν έναν νέο ζωτικό χώρο γι’ αυτούς. Όσο σπουδαία και αν είναι, δεν έχουν άλλο αισθητικό «όφελος» παρά μια πολυχρωμία, εντυπωσιακή και μεταβλητή μέσα στον χρόνο, που κάνει τους δύτες να μην πλήττουν…5
Γενικά μπορούμε να πούμε: Αντικείμενο αυτής της εργασίας δεν είναι η «εξωτερική τέχνη», η τέχνη εκτός των τειχών. Από την άλλη πλευρά δεν μας αφορά και μια τέχνη ερμητικά εσώκλειστη, περιορισμένη στις γκαλερί ή στις ιδιωτικές συλλογές, διαθέσιμη μόνο στις δυνάμεις του πλούτου ή στους «εστέτ».
Αυτή η τέχνη υπόκειται στην προστασία των γκαλερί, των μουσείων, των ιδιωτικών συλλογών, των εποπτευόμενων ή φυλασσόμενων σημείων στον ανοιχτό χώρο, όμως όλα αυτά σημαίνουν κάτι: η τέχνη έτσι κινδυνεύει να αποβεί εμπορευματοποιημένη ή τουλάχιστον διαμεσολαβημένη, αποκλεισμένη από το ευρύτερο κοινό.
Το προστατευτικό πλαίσιο αποδεικνύεται συχνά κλουβί, όπου δεσπόζει ο μαικήνας, ο χορηγός, ο επιμελητής, ο «ανιδιοτελής» κριτικός, ο κομφορμιστής φιλότεχνος, ο κυνηγός επενδυτικών ευκαιριών… Σίγουρα οι γκαλερί μπορεί να σχηματίσουν έναν προστατευτικό θύλακο της τέχνης, μπορεί να διασώσουν μεγάλα αριστουργήματα, τα οποία ούτως ή άλλως βρίσκονται υπό απειλή, όμως μπορεί να κάνουν – και κάνουν συχνά – μια αιχμαλωσία της τέχνης.
Η τέχνη πρέπει να εντάξει στην πόλη νέες μορφές και πρέπει να εκτοπίσει την κακογουστιά, τη μεγαλοστομία, τον βανδαλισμό. Πρέπει να δημιουργήσει οικειότητα και ταυτόχρονα την αίσθηση ενός ονείρου, πρέπει να δημιουργήσει ένα πνεύμα διαμαρτυρίας, να αντισταθεί σε ένα πνεύμα άρνησης των θεμελιωδών αξιών. Η τέχνη πρέπει να υπερασπισθεί «υποθέσεις» δημοκρατίας και ευζωίας των πολιτών.
Ακόμη πρέπει να δημιουργήσει την αίσθηση ενός χώρου που εκτείνεται, αν και παραμένει ο ίδιος, που υπερβαίνει τα «μικρά όνειρα», αλλά ταυτόχρονα συζεί με αυτά. Τα γκράφιτι ακριβώς μπορούν να πετύχουν αυτόν τον στόχο, επειδή έχουν την ικανότητα να προσδίδουν βάθος και πλάτος στο αστικό τοπίο – τελικά να το επεκτείνουν.
Μαζί με το γκράφιτι υπάρχουν οι επίγειες διακοσμήσεις – πατώματα – που κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα, δηλαδή βαθαίνουν και μεγαλώνουν το τοπίο. Υπάρχουν και οι installations – εγκαταστάσεις που προσφέρονται για την εκπομπή καλλιτεχνικών μηνυμάτων, μόνο που απαιτούν αυξημένη προστασία. Υπάρχει το νυκτερινό τοπίο της πόλης, που αξιώνει ειδικούς φωτισμούς, που αποστρέφεται το θάμβος, που ζητά διακριτικότητα.
Τέλος, υπάρχει και μια πρωτοποριακή διάταξη που σκορπίζει τη μουσική στους πέντε ανέμους της πόλης: είναι μια διάταξη που λειτουργεί μουσικά, που λειτουργεί μόνο με τις πατημασιές του κοινού (!), που δοκιμάστηκε στη Στοκχόλμη και προσφέρεται για σταθμούς μετρό.6
Δεν πρέπει να παραλείψουμε από αυτή την απαρίθμηση τις διατάξεις ηχείων, που συλλαμβάνουν το τυχαίο βουητό του ανέμου και το επανεκπέμπουν: αυτή η ενέργεια που δαμάζει τον τυχαίο ήχο και τον μετατρέπει σε ήχο φιλικό.
* Ο Γιάννης Σχίζας είναι συγγραφέας
Σημειώσεις
1. Όψεις τοίχων από την Κυψέλη
2. Θεοδώρα Τζήμου http://www.blog.gr/articles/1429086/THeodora-Tzimou-Kaneis-15-pragmata-tautoxrona-giati-repei-na-epibioseis.html
3. Γιώργου Ζογγολόπουλου, «Ζάλογγο»
4. Γραμμές Νacza, Περού
5. Έργο του Jason DeClaire Taylor
6. Έργο στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Στοκχόλμης
Διαβάστε επίσης:
Η αλλαγή των παραγωγικών δυνάμεων από την οικολογική σκέψη
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.