search
ΚΥΡΙΑΚΗ 11.10.2026 10:27
MENU CLOSE

Μεγαλώνει ο τζίρος, δεν αλλάζει το μοντέλο

11.10.2026 09:28
ioanna liouta

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει την αύξηση του τζίρου ως απόδειξη παραγωγικής επιτυχίας, ακόμη κι όταν παραμένουν ανοιχτά τα μεγάλα ζητήματα της παραγωγικότητας, της βιομηχανικής ανάπτυξης και της διάχυσης του πλούτου. Οι αριθμοί αυξάνονται, οι επιχειρηματικοί κύκλοι ευημερούν, οι επενδύσεις καταγράφουν άνοδο. Το βασικό, όμως, δεν είναι αν η οικονομία κινείται. Είναι προς ποια κατεύθυνση κινείται και ποια παραγωγική βάση οικοδομεί.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ «Αποτελέσματα Στατιστικών Διάρθρωσης Επιχειρήσεων» για το 2024 αποτυπώνουν μια οικονομία με σχεδόν ένα εκατομμύριο επιχειρήσεις, αυξανόμενο κύκλο εργασιών και ενισχυμένη ακαθάριστη προστιθέμενη αξία. Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρατίθενται, ο αριθμός των επιχειρήσεων ανήλθε σε 966.366, αυξημένος κατά 3,5%, ενώ ο συνολικός κύκλος εργασιών έφτασε τα 447,5 δισ. ευρώ, με ετήσια άνοδο 6,5%. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε κατά 11,9%, στα 114 δισ. ευρώ, και οι επενδύσεις κατά 25%, στα 21,3 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για σημαντικές μεταβολές. Δεν αποτελούν, ωστόσο, από μόνες τους απόδειξη παραγωγικού μετασχηματισμού. Ο κύκλος εργασιών και οι επενδύσεις σε τρέχουσες τιμές επηρεάζονται από τις μεταβολές των τιμών, ενώ η αύξηση της προστιθέμενης αξίας χρειάζεται να εξετάζεται σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, την πραγματική παραγωγή και την εξέλιξη της απασχόλησης. Χωρίς αυτή τη διάκριση, η ονομαστική μεγέθυνση κινδυνεύει να εμφανίζεται ως πραγματική οικονομική πρόοδος, ακόμη και όταν το παραγωγικό αποτέλεσμα δεν αυξάνεται αναλογικά. Η αύξηση του τζίρου δεν είναι συνώνυμη της αύξησης της παραγωγικότητας. Και η παραγωγικότητα δεν μετριέται με πανηγυρικές ανακοινώσεις.

Το εμπόριο εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στην ελληνική οικονομία, με κύκλο εργασιών 167,7 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 37,5% του συνολικού τζίρου, ακαθάριστη προστιθέμενη αξία 22,3 δισ. ευρώ και 846.889 εργαζομένους.

Το μέγεθος αυτό αποτυπώνει την οικονομική βαρύτητα του κλάδου, όχι όμως κατ’ ανάγκη την παραγωγική ισχύ της χώρας. Το εμπόριο επιτελεί κρίσιμη λειτουργία στην οικονομική δραστηριότητα, αλλά η διαμεσολάβηση αγαθών δεν υποκαθιστά την παραγωγή τους. Μια οικονομία που καταγράφει υψηλές εμπορικές πωλήσεις δεν είναι αυτομάτως μια οικονομία με ισχυρή βιομηχανία, τεχνολογική επάρκεια ή αυξημένη εξαγωγική ικανότητα.

Η διάκριση γίνεται ακόμη πιο ουσιαστική όταν εξετάζεται η σύνθεση της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Εάν η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε δραστηριότητες εμπορίου, τουρισμού, ακινήτων και κατασκευών, ενώ η μεταποίηση παραμένει σχετικά περιορισμένη, τότε το ζήτημα δεν είναι η οικονομική δραστηριότητα καθαυτή. Είναι η ανθεκτικότητα και η ποιότητά της.

Η Ελλάδα χρειάζεται μια οικονομία που δεν περιορίζεται στην πώληση, στη διαχείριση και στην αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων, αλλά παράγει περισσότερα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, αναπτύσσει τεχνογνωσία και ενισχύει τη θέση της στις διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Η άνοδος του τομέα διαχείρισης ακίνητης περιουσίας ξεχωρίζει στα στοιχεία του 2024. Με βάση τα δεδομένα που παρατίθενται, ο αριθμός των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 15,2%, η απασχόληση κατά 14,2% και η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία κατά 32,2%. Παράλληλα, οι κατασκευές κατέγραψαν αύξηση κύκλου εργασιών 24,1%.

Οι μεταβολές αυτές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι η αγορά ακινήτων συγκεντρώνεται σε funds και μεγάλους ομίλους. Αναδεικνύουν, ωστόσο, τη σημασία της ακίνητης περιουσίας και των κατασκευών στην οικονομική μεγέθυνση και επιβάλλουν να εξεταστεί ποιοι ιδιοποιούνται την παραγόμενη υπεραξία, ποιο μέρος της επανεπενδύεται σε παραγωγικές δραστηριότητες και ποιες είναι οι επιπτώσεις στην πρόσβαση στη στέγη.

Όταν η άνοδος των ακινήτων αποτελεί βασικό πεδίο επενδυτικής δραστηριότητας, υπάρχει ο κίνδυνος η οικονομία να διοχετεύει κεφάλαια στην αξιοποίηση υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων αντί να ενισχύει επαρκώς νέες παραγωγικές δυνατότητες. Η κατασκευή κατοικιών, βεβαίως, δημιουργεί πραγματικό οικονομικό προϊόν και απασχόληση. Δεν ταυτίζεται, όμως, κάθε κατασκευαστική επένδυση με αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας της χώρας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ανάπτυξη των ακινήτων συμβάλλει στην κάλυψη κοινωνικών αναγκών και στην αναβάθμιση της οικονομίας ή αν τροφοδοτεί κυρίως την αύξηση των αξιών και των προσόδων. Η απάντηση απαιτεί στοιχεία για την ιδιοκτησιακή συγκέντρωση, τη χρήση των ακινήτων, την προσφορά προσιτής κατοικίας και την κατανομή των εισοδημάτων από ακίνητη περιουσία.

Μια οικονομία δεν μπορεί να θεωρεί επιτυχία κάθε αύξηση της αξίας ενός περιουσιακού στοιχείου, όταν το ίδιο στοιχείο γίνεται ολοένα λιγότερο προσιτό για όσους εργάζονται και παράγουν τον πλούτο της.

Το πιο αποκαλυπτικό εύρημα αφορά τη διάρθρωση του επιχειρηματικού ιστού. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, το 94% των επιχειρήσεων απασχολεί έως εννέα άτομα. Οι επιχειρήσεις αυτές καλύπτουν το 44% της απασχόλησης, αλλά παράγουν μόλις το 23% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Αντίθετα, 742 μεγάλες επιχειρήσεις παράγουν το 38% της προστιθέμενης αξίας, ενώ η παραγωγικότητα στις μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζεται 4,5 φορές υψηλότερη από εκείνη των πολύ μικρών.

Η απόσταση είναι ενδεικτική ενός βαθύτερου διαρθρωτικού προβλήματος. Η ελληνική οικονομία διαθέτει μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων, αλλά η μικρή κλίμακα συχνά περιορίζει τη δυνατότητα επενδύσεων σε τεχνολογία, έρευνα, εξειδικευμένο προσωπικό, αυτοματοποίηση και πρόσβαση σε διεθνείς αγορές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μικρές επιχειρήσεις είναι εκ φύσεως λιγότερο αποδοτικές ούτε ότι η συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε λίγους μεγάλους ομίλους αποτελεί λύση. Οι μεγάλες επιχειρήσεις μπορεί να διαθέτουν οικονομίες κλίμακας, αλλά η συγκέντρωση μπορεί επίσης να ενισχύσει την ισχύ τους στην αγορά, να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να επιδεινώσει τη διαπραγματευτική θέση εργαζομένων και προμηθευτών.

Η πολιτική πρόκληση είναι διαφορετική: πώς θα αποκτήσουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τεχνολογία, οργανωμένη κατάρτιση και συνεργατικά δίκτυα, ώστε να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους χωρίς να εξαναγκαστούν σε έξοδο από την αγορά ή σε δυσμενείς εξαγορές.

Η παραγωγικότητα δεν ενισχύεται με ευχολόγια ούτε με την απλή αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων. Απαιτεί επενδύσεις, καλύτερη οργάνωση, καινοτομία, δεξιότητες και ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που κατευθύνει πόρους σε βιώσιμες παραγωγικές δραστηριότητες.

Η μεταποίηση αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με τα στοιχεία, μόλις το 5,9% των επιχειρήσεων, αλλά παράγει το 17% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Η αναλογία αυτή υπογραμμίζει τη σημασία της για την παραγωγή οικονομικής αξίας και ενισχύει το επιχείρημα υπέρ της συστηματικής βιομηχανικής και εξαγωγικής πολιτικής.

Το ζητούμενο δεν είναι να εξιδανικευθεί η μεταποίηση ούτε να υποτιμηθούν οι υπηρεσίες. Είναι να αναπτυχθούν ισχυρότερες διασυνδέσεις μεταξύ τους. Μια ανταγωνιστική μεταποιητική βάση τροφοδοτεί το εμπόριο, τον τουρισμό, τις μεταφορές και τις υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης. Δημιουργεί ζήτηση για τεχνολογία, μηχανικό εξοπλισμό, έρευνα και επαγγελματικές δεξιότητες, ενώ μπορεί να ενισχύσει την εξαγωγική ικανότητα και να περιορίσει συγκεκριμένες εισαγωγικές εξαρτήσεις.

Αυτό απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό: επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη, σύγχρονες υποδομές, σταθερούς κανόνες, πρόσβαση των παραγωγικών επιχειρήσεων σε κεφάλαια και στοχευμένη στήριξη κλάδων με δυνατότητες τεχνολογικής αναβάθμισης και εξαγωγών.

Χωρίς τέτοια στρατηγική, η χώρα κινδυνεύει να διατηρήσει ένα μοντέλο στο οποίο οι υπηρεσίες και η κατανάλωση παράγουν σημαντικό κύκλο εργασιών, αλλά η εγχώρια παραγωγική βάση δεν ενισχύεται με τον απαιτούμενο ρυθμό.

Η ουσιαστική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να εξαντλείται στον αριθμό των επιχειρήσεων, στον κύκλο εργασιών ή στην ονομαστική αξία των επενδύσεων. Χρειάζεται να εξετάζει την πραγματική προστιθέμενη αξία, την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο και ανά ώρα εργασίας, την εξαγωγική επίδοση, την τεχνολογική ένταση της παραγωγής, την ποιότητα της απασχόλησης και την κατανομή των εισοδημάτων.

Χρειάζεται, επίσης, να διακρίνει τις επενδύσεις που διευρύνουν την παραγωγική δυναμικότητα από εκείνες που αφορούν κυρίως μεταβιβάσεις υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων ή ανατιμήσεις. Η διάκριση αυτή είναι αναγκαία για να αξιολογείται όχι μόνο πόσα κεφάλαια κινούνται στην οικονομία, αλλά και τι αφήνουν πίσω τους.

Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από μια ακόμη επικοινωνιακή κατασκευή περί οικονομικού θαύματος. Έχει ανάγκη από ένα παραγωγικό υπόδειγμα που θα μειώνει την εξάρτηση από λίγους κλάδους, θα ενισχύει τη μεταποίηση, θα αναβαθμίζει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και θα μετατρέπει την επενδυτική δραστηριότητα σε διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν παράγει τζίρο. Είναι ότι ο τζίρος, οι επενδύσεις και η επιχειρηματική δραστηριότητα δεν αρκούν για να αποδείξουν πως αλλάζει το παραγωγικό της υπόδειγμα. Μια οικονομία μπορεί να μεγαλώνει σε αριθμούς, αλλά να παραμένει στάσιμη στις δομές της. Και αυτό είναι το αναπτυξιακό έλλειμμα που πρέπει να αλλάξει.

* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια

Διαβάστε επίσης:

Η φοράδα, το αλώνι και τα κριτήρια ψήφου

Το πολλαπλό έγκλημα της Χαμάς το 2023

«Η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τη Δύση»

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΚΥΡΙΑΚΗ 11.10.2026 10:27