search
ΚΥΡΙΑΚΗ 01.11.2026 07:48
MENU CLOSE

Από τη σταθερότητα στη διαρκή κρίση η Ευρώπη

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2462
29/10/2026
01.11.2026 06:45
ecb_3010_1920-1080_new
credit: AP

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη δομική μετάλλαξη της νεότερης ιστορίας της. Η περίοδος της αφέλειας, της φθηνής ρωσικής ενέργειας, των μηδενικών επιτοκίων και των ανοιχτών αγορών έχει περάσει ανεπιστρεπτί στο παρελθόν. Η παρατεταμένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι πολεμικές συρράξεις στα ανατολικά σύνορα της ηπείρου και η διαρκής ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή έχουν μετατρέψει την ευρωπαϊκή οικονομία σε μια εξίσωση υψηλού ρίσκου και μόνιμης μεταβλητότητας.

Το νέο δόγμα που επικρατεί πλέον στους διαδρόμους των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης δεν είναι η ανάπτυξη με κάθε κόστος, αλλά η «οικονομική οχύρωση». Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα έναν πρωτοφανή συνδυασμό προκλήσεων:

● την ανάγκη για τεράστιες αμυντικές δαπάνες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ,

● το τεράστιο κόστος της πράσινης μετάβασης

● και έναν επίμονο «πολεμικό» πληθωρισμό, ο οποίος αρνείται να υποχωρήσει στα επίπεδα που θεωρούνται ασφαλή για τη διατήρηση της νομισματικής ισορροπίας.

Το «πάγωμα» της ΕΚΤ

Στο επίκεντρο αυτής της ευρωπαϊκής περιπέτειας βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Διά στόματος των κορυφαίων αξιωματούχων της, η Φρανκφούρτη κατέστησε σαφές ότι τα βασικά επιτόκια του ευρώ θα παραμείνουν «παγωμένα» προς ώρας, διαψεύδοντας τις προσδοκίες της αγοράς για μια γρήγορη και επιθετική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.

Η ΕΚΤ βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα οριακό δίλημμα:

1. Από τη μία πλευρά, η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα αποτελεί το μοναδικό κλασικό εργαλείο για τη συγκράτηση των τιμών και την αποτροπή της αποκλιμάκωσης των πληθωριστικών προσδοκιών.

2. Από την άλλη πλευρά, η διατήρηση του κόστους χρήματος σε αυτά τα επίπεδα λειτουργεί ως ασφυκτικό «φρένο» στην παραγωγική δραστηριότητα, απειλώντας τις ευρωπαϊκές οικονομίες με παρατεταμένη αναιμική ανάπτυξη.

Ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού – δηλαδή του συνδυασμού χαμηλής ανάπτυξης (με τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη να κινούνται οριακά πέριξ του 1%) και υψηλού τιμάριθμου – δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό θεωρητικό σενάριο, αλλά τη νέα κανονικότητα για τη βιομηχανική καρδιά της Ευρώπης.

Το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις παραμένει σταθερά ακριβό, την ώρα που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να πειθαρχήσουν στο νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας. Το πλαίσιο αυτό επιβάλλει αυστηρούς περιορισμούς στα ελλείμματα, αποστερώντας από τα κράτη – μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόσουν επεκτατική δημοσιονομική πολιτική ή να μοιράσουν οριζόντιες επιδοτήσεις.

Εκτίναξη σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο

Ο βασικός τροφοδότης του ευρωπαϊκού πληθωρισμού παραμένει η ενέργεια. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένουν ευάλωτες, ενώ οι τιμές των υδρογονανθράκων αντιδρούν ακαριαία σε κάθε γεωπολιτική έξαρση:

● Πετρέλαιο Brent: Σε περιόδους κλιμάκωσης των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν προς τα 90 έως 95 δολάρια το βαρέλι, συμπαρασύροντας το κόστος των καυσίμων κίνησης και θέρμανσης σε ολόκληρη την Ευρώπη.

● Φυσικό Αέριο (TTF): Η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου στον ολλανδικό κόμβο TTF κατέγραψε απότομα άλματα, με τις τιμές να σημειώνουν ευκαιριακές αυξήσεις άνω του 40% με 50%, ξεπερνώντας τα 45 – 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα από τα επίπεδα των 28 – 30 ευρώ.

Αυτές οι διακυμάνσεις περνούν άμεσα στην παραγωγική αλυσίδα. Για την ελληνική οικονομία, η οποία παρουσιάζει δομική εξάρτηση από τις εισαγωγές καυσίμων, η ενεργειακή ακρίβεια μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος μεταφοράς και παραγωγής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η ενέργεια και τα μεταφορικά απορροφούν πλέον έως και το 25% με 30% του συνολικού λειτουργικού κόστους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους και αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις να μετακυλίσουν το βάρος στον τελικό καταναλωτή.

Η ελληνική πραγματικότητα

Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό τοπίο η Ελλάδα εμφανίζει μια έντονη οικονομική αντίθεση. Από τη μία πλευρά, τα μακροοικονομικά μεγέθη εμφανίζουν θετικά πρόσημα, με το ονομαστικό ΑΕΠ και τα δημόσια έσοδα να ενισχύονται. Από την άλλη πλευρά, η μικροοικονομική εικόνα των νοικοκυριών συνθέτει ένα σκηνικό παρατεταμένης πίεσης.

Τα πρόσφατα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους ετήσιους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς αποτυπώνουν με απόλυτους αριθμούς το μέγεθος του προβλήματος:

1. Αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος: Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε το 2025 κατά 3,7%, διαμορφούμενο στα 165,4 δισεκατομμύρια ευρώ (από 159,4 δισ. ευρώ το 2024).

2. Εκτόξευση καταναλωτικής δαπάνης: Την ίδια ώρα, η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε με σχεδόν διπλάσια ταχύτητα, καταγράφοντας άνοδο 5,2% και φτάνοντας τα 171,8 δισεκατομμύρια ευρώ (έναντι 163,3 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος).

Η στατιστική αυτή αναλογική απόκλιση αποκαλύπτει μια καθαρή «τρύπα» 6,4 δισ. ευρώ στην οικονομία των ιδιωτών. Το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών υποχώρησε στο -3,9% το 2025 (από -2,4% το 2024), καταγράφοντας επιδείνωση κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα.

Το αρνητικό αυτό ποσοστό επιβεβαιώνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά, προκειμένου να διατηρήσουν το βασικό επίπεδο διαβίωσής τους απέναντι στις αυξημένες τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, αναγκάζονται να καταναλώνουν έτοιμες αποταμιεύσεις παλαιότερων ετών ή να προσφεύγουν σε καταναλωτικό δανεισμό και πιστωτικές διευκολύνσεις.

Το «μαύρο κουτί» των οικογενειακών προϋπολογισμών

Ο δεύτερος πυλώνας της εγχώριας εισοδηματικής ασφυξίας είναι η οξεία στεγαστική κρίση. Με τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα (με το μέσο επιτόκιο νέων χορηγήσεων να κινείται πέριξ του 4% με 4,5%), η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας έχει καταστεί ανέφικτη για τη συντριπτική πλειονότητα των νέων και των μεσαίων εισοδημάτων.

Παράλληλα, τα στοιχεία της κτηματαγοράς δείχνουν ότι οι τιμές πώλησης και τα ενοίκια στα μεγάλα αστικά κέντρα σημείωσαν σωρευτική αύξηση που αγγίζει το 40% με 50% την τελευταία πενταετία. Η ραγδαία επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η έλλειψη διαθέσιμου στεγαστικού αποθέματος έχουν δημιουργήσει συνθήκες ασφυξίας.

Για ένα μέσο ελληνικό νοικοκυριό το κόστος στέγασης (ενοίκιο ή δόση δανείου μαζί με τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας) απορροφά πλέον πάνω από το 50% έως 60% του μηνιαίου διαθέσιμου εισοδήματος. Το γεγονός αυτό εκτοπίζει αναγκαστικά άλλες απαραίτητες δαπάνες και εκμηδενίζει κάθε δυνατότητα αποταμίευσης.

Το δίλημμα της επόμενης μέρας για την Αθήνα

Η ελληνική οικονομία καλείται να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί. Η ανάπτυξη που στηρίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση, όταν η τελευταία χρηματοδοτείται από την ανάλωση των αποταμιεύσεων και όχι από την πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης, ενέχει σοβαρούς δομικούς κινδύνους.

Με την ΕΚΤ να διατηρεί τα επιτόκια «παγωμένα», την ενέργεια να παραμένει έρμαιο των διεθνών κρίσεων και τα νοικοκυριά να καταγράφουν αρνητική αποταμίευση για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, η ανάγκη για βαθιές τομές καθίσταται επιτακτική. Η θωράκιση της παραγωγικής βάσης, η στοχευμένη αντιμετώπιση του στεγαστικού αδιεξόδου και η συγκράτηση του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων αποτελούν τους μόνους δρόμους για να αποτραπεί μια νέα κοινωνική και οικονομική διολίσθηση.

Διαβάστε επίσης:

Η νέα συμμαχία Άγκυρας – Χαφτάρ

H γλώσσα καλλιεργεί την οικειότητα

Πώς οι φοιτητές άλλαξαν τη Σερβία

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΚΥΡΙΑΚΗ 01.11.2026 07:48