Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΜε τις καταθέσεις επιβατών του τρίτου βαγονιού ξεκίνησε η σημερινή συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας στη δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Πρώτες κατέθεσαν τέσσερις φίλες που ταξίδευαν μαζί στο τρένο.
Η Ευλαμπία Τζικοπούλου κατέθεσε για τη στιγμή της σύγκρουσης και για τα πρώτα λεπτά μετά: «Ξαφνικά νιώθω ένα απότομο φρενάρισμα, ένα έντονο σύρσιμο. Σε δευτερόλεπτα επικράτησε χάος. Ένιωθα να στροβιλίζομαι, προσπαθούσα να κρατηθώ από τη θέση μου. Σε κάθε τράνταγμα χτυπούσα δεξιά, αριστερά. Πετάγονταν θραύσματα από παντού. Θυμάμαι ένα τεράστιο κύμα θερμότητας στο πρόσωπό μου. Ένιωθα ότι θα πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική».

Όταν το βαγόνι ακινητοποιήθηκε, προσπάθησε να επικοινωνήσει με την αδελφή της, ενώ η φωτιά βρισκόταν ήδη πολύ κοντά. «Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, έτσουζε πολύ ο λαιμός μου. Είπα στην αδελφή μου ότι πρέπει να βγούμε, θα γίνει έκρηξη». Η αδελφή της είχε εγκλωβιστεί με το πόδι της ανάμεσα στα καθίσματα και χρειάστηκε η βοήθεια άλλου επιβάτη για να απελευθερωθεί. Τελικά οι τρεις κοπέλες κατάφεραν να βγουν από σπασμένο παράθυρο, με άλλους επιβάτες να τις βοηθούν να κατέβουν. Η μάρτυρας περιέγραψε τη διαφυγή τους κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, την προσπάθεια να ανέβουν στο ύψωμα και την επικοινωνία με τον πατέρα της. «Του είπα πως είμαστε σε έναν γκρεμό, πήραν φωτιά τα μαλλιά μου». Όταν κατάφεραν να φτάσουν στον δρόμο, ζήτησαν βοήθεια από αστυνομικούς και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν με λεωφορείο στη Θεσσαλονίκη. Η ίδια νοσηλεύτηκε στο ΑΧΕΠΑ, έχοντας τραυματιστεί και στο κεφάλι. «Όταν κάποια στιγμή έκλεισα τα μάτια, είδα πως ήμουν στο τρένο», ανέφερε. Απαντώντας σε ερωτήσεις της προέδρου, στάθηκε ιδιαίτερα στην οσμή και στις συνθήκες που επικρατούσαν. «Είχε μια μυρωδιά, ήταν κάτι καμένο, αλλά μάλλον ήταν κάτι καυστικό. Όταν πιάναμε τις λαμαρίνες, κολλούσαν τα χέρια μας. Η φωτιά έξω από το βαγόνι ήταν μεγάλη. Ο καπνός είχε επισκιάσει τα πάντα».

Στη συνέχεια κατέθεσε η αδελφή της, Πολυξένη Τζικοπούλου: «Νιώθω ένα έντονο τράνταγμα, ένα δυνατό ήχο. Έβαλα τα χέρια μου στο κεφάλι της αδερφής μου. Το πόδι μου είχε σφηνώσει στη λαμαρίνα και το τραπεζάκι. Με το που άνοιξα τα μάτια μου ήταν ένα άλλο σκηνικό εντελώς. Ήταν σαν συμπιεσμένη μάζα, δεν ήταν βαγόνι. Είχε αφόρητη ζέστη, μια άσχημη μυρωδιά που μας έκαιγε τον λαιμό. Το πιο έντονο που θυμάμαι είναι πόσο ασφυκτική ήταν η μυρωδιά. Θυμάμαι ότι καιγόταν ο λαιμός μας».
Σύμφωνα με την περιγραφή της, το βαγόνι είχε πάρει κλίση, ενώ το μοναδικό φως προερχόταν από τη φωτιά. Στο δάπεδο υπήρχε μια ολισθηρή ουσία, την οποία παρομοίασε με λάδια.
Η μάρτυρας αναφέρθηκε και σε μια συνάντηση που είχε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, μετά τη μεταφορά των επιζώντων. «Με πλησίασε μια κυρία και μου είπε συγγνώμη. Ήταν η αδελφή μου στο πρώτο βαγόνι, μου είπε. Δεν μπόρεσα να της πω πως δεν υπήρχε το πρώτο βαγόνι».

«Έγινε το μπαμ, νόμιζα ήταν εκτροχιασμός. Ήταν το χάος για 10-12 δευτερόλεπτα. Χτυπούσα παντού, δεξιά αριστερά, μπροστά. Ένιωθα ότι πηγαίνουμε γύρω γύρω. Ήταν αναποδογυρισμένο το βαγόνι. Το πρώτο πράγμα ήταν να δω αν μπορώ να πατήσω κάπου. Γλιστρούσα μέσα στο κουπέ. Υπήρχαν εστίες φωτιάς μέσα στο βαγόνι» κατέθεσε ο Δημήτριος Κωσταρέλος.
«Ακολούθησε χαμός, τρία άτομα χτυπιόμαστε μεταξύ μας, και αφού σταμάτησε η σύγκρουση το βαγόνι ήταν σε κλήση. Είχαν συμπιεστεί και είχαν γίνει ένα. Είδα εστία φωτιάς έξω από το βαγόνι, καπνό. Κατευθείαν με κυρίευσε το αίσθημα επιβίωσης και είπα πώς θα φύγουμε. Με το που βγήκα στον δρόμο κατέρρευσα. Οι τύψεις του επιζώντα και οι τύψεις που δεν βοήθησα με βαραίνουν μέχρι και τώρα. Το βασικό πρόβλημα μετά τα Τέμπη είναι ότι νιώθω εγκλωβισμένος. Δεν νιώθω καθόλου ασφάλεια σε αυτή την χώρα» κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Τοπουζίδης επισημαίνοντας πως αφού κατάφεραν να βγουν στο δρόμο ένας αστυνομικός τους είπε ότι μπορούν να επιβιβαστούν στο λεωφορείο που αναχωρεί για Θεσσαλονίκη αν νιώθουν καλά ή να πάνε σε κάποιο από τα ασθενοφόρα που είχαν φτάσει στο σημείο.
Αμφότεροι οι νεαροί, κατέθεσαν πως η επιβατική αμαξοστοιχία έκανε στάση για μερικά λεπτά στην “μέση του πουθενά” μετά την αναχώρηση της από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας. Κάτι που ανέφεραν στις καταθέσεις τους και οι τέσσερις φίλες από το τρίτο βαγόνι που κατέθεσαν πρώτες στη σημερινή συνεδρίαση.
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν και η κατάθεση της Στυλιανής – Μαρίας Πλατσά, η οποία επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη μαζί με τρεις φίλες της. Η μάρτυρας περιέγραψε τις διαδοχικές καθυστερήσεις, την απρογραμμάτιστη στάση μετά τη Λάρισα και τις στιγμές που προηγήθηκαν της σύγκρουσης. Όταν έφτασε στο σημείο της περιγραφής του δυστυχήματος, η φωνή της άρχισε να τρέμει και χρειάστηκε να διακοπεί για λίγα λεπτά η δικαστική διαδικασία. «Ένιωσα σαν να βγαίνουμε έξω από τις ράγες. Ένας έντονος θόρυβος και ένα μεγάλο μπαμ. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα έξω από το παράθυρο μια μεγάλη φωτιά. Ένιωσα σαν να πέσαμε στον γκρεμό. Νόμιζα πως έβλεπα εφιάλτη». Η ίδια ανέφερε ότι άρχισε να ψηλαφίζει το σώμα της για να διαπιστώσει εάν είχε τραυματιστεί σοβαρά, ενώ προσπαθούσε να εντοπίσει τις φίλες της. «Είχε απόλυτο σκοτάδι. Μόνο η φωτιά φώτιζε». Κατά την προσπάθεια διαφυγής υπέστη κρίση πανικού και φώναζε ότι δεν μπορούσε να βγει. «Μια κοπέλα με έπιασε από το μπράτσο και μου είπε πως αν δεν βγούμε τώρα θα καούμε όλοι», κατέθεσε. Αφού κατάφεραν να εγκαταλείψουν το βαγόνι, κινήθηκαν ανάμεσα σε μεταλλικά τμήματα των αμαξοστοιχιών και στις σιδηροδρομικές γραμμές, αναζητώντας τρόπο να ανέβουν στον δρόμο. Η κ. Πλατσά ανέφερε ότι οι επιφάνειες γλιστρούσαν έντονα, κάνοντας λόγο για λάδια ή γράσο.
Στη συνέχεια κατέθεσε η Βηθλεέμ Κουσίδου: «Αισθάνθηκα ένα τράνταγμα που γινόταν όλο και πιο έντονο και δεν σταματούσε. Εκτινάχθηκα από τη θέση μου και έπεσα σε ένα αγόρι που ήταν απέναντι μου. Άκουγα κραυγές ανθρώπων και το κλάμα ενός μωρού. Έβλεπα έντονη φωτιά». «Ένα κλάμα μωρού που δεν το έχω ξεχάσει έως τώρα», είπε χαρακτηριστικά. Όπως εξήγησε, αδυνατούσε να σταθεί όρθια και υπέστη κρίση πανικού. «Είχα δύο σκέψεις στο μυαλό μου. Ή θα ποδοπατηθώ ή θα καώ ζωντανή». Τελικά πάτησε πάνω σε βαλίτσες και πήδηξε από το παράθυρο, επιχειρώντας να απομακρυνθεί από το φλεγόμενο βαγόνι.
Η μάρτυρας περιέγραψε μια έντονη, άγνωστη σε εκείνη οσμή, η οποία της προκαλούσε αδυναμία εισπνοής. «Θυμάμαι να σκαρφαλώνω σε ένα κομμάτι του τρένου που είχε λάδια και πίσσα. Μύριζε κάτι που δεν είχα ξαναμυρίσει. Δεν μπορούσα να εισπνεύσω».

Αφού ανέβηκε στον δρόμο μαζί με τις φίλες της, διαπίστωσε ότι τα μαλλιά της ήταν καμένα και είχε αίματα πάνω της, χωρίς να γνωρίζει εάν ήταν δικά της. «Προσευχόμουν όλοι οι άνθρωποι να βγουν ζωντανοί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στη διαδρομή προς τη Θεσσαλονίκη έκλαιγε συνεχώς και δυσκολευόταν να αναπνεύσει.
Η Χέιζελ Λορραίν Χάγγινς ταξίδευε μαζί με τον σύζυγό της, καθισμένη περίπου στη μέση του τρίτου βαγονιού. Όπως κατέθεσε, ξύπνησε από ένα ισχυρό χτύπημα και βρέθηκε εκσφενδονισμένη περίπου τρία μέτρα προς την κατεύθυνση της μηχανής, μπλεγμένη με άλλον επιβάτη. Τα φώτα άναβαν και έσβηναν, ενώ προσπαθούσε να εντοπίσει τον σύζυγό της. «Φώναζα τον άντρα μου. Τον άκουσα να μου λέει είμαι εδώ. Του είπα είμαι μπλεγμένη», ανέφερε. Στη συνέχεια περιέγραψε την κλίση που πήρε το βαγόνι και τη φωτιά που αντίκρισε. «Είδα στον αέρα μια φωτιά, μια μπάλα. Ήταν φοβερό».
Η ίδια είχε εγκλωβιστεί με το πόδι της ανάμεσα σε δύο καθίσματα, αλλά κατάφερε να απελευθερωθεί. «Έπρεπε να επιβιώσω», είπε, εξηγώντας ότι για να φτάσουν στην έξοδο χρειάστηκε να περπατήσουν πάνω στα καθίσματα, καθώς το βαγόνι είχε ανατραπεί υπό γωνία. Στην προσπάθεια διαφυγής, η μάρτυρας περιέγραψε και μια στιγμή κατά την οποία της παρέδωσαν ένα μωρό για να το μεταφέρει με ασφάλεια. «Μου φώναξαν “το μωρό μου”. Το πήρα στα χέρια και το έδωσα στη μαμά του», κατέθεσε. Η ίδια ανέφερε ότι αργότερα συνάντησε έναν νεαρό με εκτεταμένα εγκαύματα στο πρόσωπο, ενώ διαπίστωσε ότι είχε τραυματιστεί στα πλευρά.
Και η συγκεκριμένη μάρτυρας αναφέρθηκε στην έντονη οσμή που επικρατούσε. «Είχε πολλή μυρωδιά που δεν έχω συναντήσει ξανά. Έμπαινε μέσα στα ρουθούνια σου», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ακόμη και προσωπικά αντικείμενα που περισυνελέγησαν από το σημείο διατηρούσαν τη δυσάρεστη οσμή.
Ο Πέτκος Σταυρόπουλος, που επέβαινε επίσης στο τρίτο βαγόνι μαζί με τη σύζυγό του, κατέθεσε ότι περίπου 20 λεπτά μετά την αναχώρηση από τη Λάρισα σημειώθηκε η σύγκρουση. Ο ίδιος έπεσε στον διάδρομο, ενώ η σύζυγός του εγκλωβίστηκε ανάμεσα στα καθίσματα μαζί με άλλους επιβάτες. «Το βαγόνι είχε πάρει κλίση. Η σύζυγός μου είχε πέσει ανάμεσα στα καθίσματα», ανέφερε, περιγράφοντας τις προσπάθειες που ακολούθησαν για τον απεγκλωβισμό της. «Βλέπαμε κάτι φωτεινό. Το μόνο φως που βλέπαμε ήταν από τη φωτιά».
Όπως εξήγησε, κατάφεραν να κινηθούν προς το πίσω μέρος του βαγονιού και να διαφύγουν από ένα σπασμένο παράθυρο. Στη συνέχεια πυροσβέστες τούς έριξαν σχοινιά, προκειμένου να μπορέσουν να ανέβουν στον δρόμο. Οι καταθέσεις της 48ης συνεδρίασης περιλάμβαναν επανειλημμένες αναφορές επιζώντων στη φωτιά, στον καπνό, στην έντονη οσμή και στις δυσκολίες που αντιμετώπισαν κατά την έξοδό τους από το βαγόνι Β3, καθώς και στις προσπάθειες άλλων επιβατών να βοηθήσουν όσους είχαν εγκλωβιστεί στα συντρίμμια.
Ο Ρομπέρτο Ντρίστι μετά την σύγκρουση, νοσηλεύονταν για δύο μήνες στο νοσοκομείο και τις πρώτες δέκα μέρες ήταν σε κώμα, ενδεικτικο των σοβαρών τραυμάτων που είχε υποστεί εξαιτίας της σύγκρουσης.
«Άκουσα ένα φρενάρισμα και κουτούλησα με τον απέναντι μου. Έβαλα τα χέρια στο κεφάλι μου. Με χτυπούσαν τα σίδερα πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Ξήλωσα και το τραπεζάκι με την φόρα. Πρέπει να λιποθύμησα. Αισθάνθηκα να ζεσταίνομαι στα πόδια μου και ξύπνησα και ξαφνικά βρέθηκα σε ένα πορτοκαλί βαγόνι, από τις φωτιές. Πήδηξα έξω στα τυφλά» κατέθεσε ο κ. Ντρίστι για την στιγμή της σύγκρουσης προσθέτοντας για την στιγμή που κατάφερε να βγει έξω από το βαγόνι: «Με το που κρύωσα σταμάτησα να κουνιέμαι. Ένιωθα ότι έμεινα παράλυτος. Ο ουρανός είχε γίνει πορτοκαλί και νόμιζα θα πεθάνω, θα με κάψει η φωτιά. Άκουγα ουρλιαχτά. Με σήκωσαν δύο άτομα και με άφησαν σε ένα δεντράκι. Ήμουν ήδη ημιλυπόθυμος όταν ήρθαν τα ασθενοφόρα».
Η επόμενη προγραμματισμένη συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων είναι στις 18 Νοεμβρίου.
Διαβάστε επίσης
Έφοδος της Εισαγγελίας στα γραφεία του ΕΦΚΑ στη Ρόδο – Κατασχέθηκαν φάκελοι επιχειρήσεων
Επίθεση ομάδας αναρχικών με στόχο τα ΕΑΑΚ στην Πανεπιστημιούπολη – Άναψαν μολότοφ, τρεις τραυματίες
Πάτρα: Δολοφονική επίθεση φασιστών κατά μαθήτριας με μαχαίρια και σιδερογροθιές – 12 συλλήψεις
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.