Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΣε νέο κύκλο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης εισέρχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, που ανέτρεψε τους συσχετισμούς στο Κογκρέσο και προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Με την ανάληψη του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας από τον Ιανουάριο του 2027, οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν εκτεταμένες έρευνες για τις αποφάσεις της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ, με τον Έλον Μασκ, την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ουκρανία και τον πόλεμο με το Ιράν να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί μια εντελώς διαφορετική πολιτική πραγματικότητα για τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος θα κληθεί να κυβερνήσει τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης θητείας του απέναντι σε ένα Κογκρέσο που θα έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει νομοθετικές πρωτοβουλίες, να εμποδίζει διορισμούς και να διερευνά κυβερνητικές αποφάσεις.
Την ίδια ώρα, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο παραπομπής, καθώς ακόμη και Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και στελέχη επιχειρούν να του αποδώσουν ευθύνες για τον πόλεμο με το Ιράν και τις πολιτικές συνέπειές του.
Σύμφωνα με το CNN, οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη ξεκινήσει τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες για κοινοβουλευτικές έρευνες, αποστέλλοντας αιτήματα διατήρησης εγγράφων και αρχείων σε κυβερνητικούς φορείς, επιχειρήσεις και πρόσωπα που συνδέονται με αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ.
Ένα από τα πρώτα πεδία ελέγχου αφορά τον Έλον Μασκ και τους περιορισμούς στη λειτουργία των δορυφορικών υπηρεσιών Starlink και Starshield στην Ουκρανία, οι οποίοι έχουν προκαλέσει αντιδράσεις για τις επιπτώσεις τους στην αμυντική ικανότητα της χώρας.
Σύμφωνα με συνεργάτη των Δημοκρατικών στη Γερουσία, που μίλησε στο CNN, η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων έχει αποστείλει επιστολές με τις οποίες ζητεί τη διατήρηση εγγράφων και ηλεκτρονικών αρχείων που ενδέχεται να αξιοποιηθούν σε μελλοντικές έρευνες.
Ανάλογο αίτημα έχει αποσταλεί στον Μασκ, με αντικείμενο τον περιορισμό της πρόσβασης της Ουκρανίας στο Starshield, το δορυφορικό σύστημα που συνδέεται με τις στρατιωτικές και κυβερνητικές υπηρεσίες της SpaceX.
Ήδη από τον Οκτώβριο, Δημοκρατικοί γερουσιαστές είχαν ζητήσει εξηγήσεις από τη SpaceX για τους περιορισμούς στις δορυφορικές επικοινωνίες της Ουκρανίας, καθώς και στοιχεία για το ποιος είχε την αρμοδιότητα να τροποποιήσει ή να περιορίσει τη λειτουργία των συγκεκριμένων υπηρεσιών.
Ο ίδιος ο Μασκ και ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν αρνηθεί ότι ευθύνονται για τους περιορισμούς, ενώ οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να αποσαφηνίσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες επηρεάστηκε η πρόσβαση της Ουκρανίας στις υπηρεσίες αυτές.

Στο επίκεντρο των σχεδιαζόμενων ερευνών βρίσκεται και η συμφωνία για την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ, η οποία έχει προκαλέσει αντιδράσεις λόγω των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί στη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Επιστολές διατήρησης εγγράφων έχουν λάβει μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, λιμενικές αρχές και ιδιωτικές επιχειρήσεις που ενδέχεται να εμπλέκονται στις σχετικές συναλλαγές.
Μεταξύ των αποδεκτών περιλαμβάνονται μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, όπως οι JPMorgan Chase, Bank of America, Citigroup, Wells Fargo, Goldman Sachs και Morgan Stanley, καθώς και λιμενικές αρχές που συνδέονται με τη διακίνηση ενεργειακών προϊόντων.
Οι Δημοκρατικοί έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι η συμφωνία ενδέχεται να εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης με την αμερικανική νομοθεσία για τις κυρώσεις και να δημιουργεί οικονομικά οφέλη για τη Ρωσία την ώρα που συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Από την πλευρά του, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι η συμφωνία είναι νόμιμη.
Όπως διευκρίνισε η πηγή του CNN, η αποστολή επιστολών διατήρησης στοιχείων αποτελεί συνήθη κοινοβουλευτική διαδικασία και δεν σημαίνει ότι έχει διαπιστωθεί παράνομη συμπεριφορά.
Η προετοιμασία των ερευνών συμπίπτει με την επικείμενη αλλαγή ηγεσίας στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας.
Η Δημοκρατική γερουσιαστής Τζιν Σαχίν αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης και, σύμφωνα με πληροφορίες του CNN, ο Κρις Κουνς αναμένεται να αναλάβει την προεδρία της επιτροπής.
Η αλλαγή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Κουνς έχει ήδη συμμετάσχει σε πρωτοβουλίες κοινοβουλευτικού ελέγχου για τη διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία, τις δορυφορικές υπηρεσίες της SpaceX και τις ενεργειακές συμφωνίες με τη Ρωσία.
Με τη νέα πλειοψηφία, η επιτροπή θα μπορεί να οργανώνει ακροάσεις, να ζητεί πρόσθετα στοιχεία και να εξετάζει αποφάσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατά τα δύο πρώτα χρόνια της δεύτερης θητείας Τραμπ.
Παράλληλα, το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας προετοιμάζεται ήδη για εντατικότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, σύμφωνα με νυν και πρώην κυβερνητικούς αξιωματούχους που επικαλείται το CNN.
Η προοπτική εκτεταμένων ερευνών δεν περιορίζεται, επομένως, σε μεμονωμένες υποθέσεις, αλλά αφορά ευρύτερα τη λειτουργία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά την περίοδο της ρεπουμπλικανικής κυριαρχίας στο Κογκρέσο.
Ακόμη πιο άμεσες ενδέχεται να είναι οι πολιτικές συνέπειες για τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος δέχεται αυξανόμενη κριτική ακόμη και από το εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Σύμφωνα με το CNN, Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και σύμμαχοι της κυβέρνησης εμφανίζονται ιδιαίτερα προβληματισμένοι από την έκταση της εκλογικής ήττας και επιχειρούν να αποδώσουν σημαντικό μέρος της πολιτικής ευθύνης στον επικεφαλής του Πενταγώνου.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η απόφαση για την αμερικανική στρατιωτική επίθεση στο Ιράν, με ορισμένους Ρεπουμπλικανούς να υποστηρίζουν, σε ιδιωτικές συζητήσεις, ότι ο Χέγκσεθ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην προώθηση της στρατιωτικής επιλογής χωρίς σαφές σχέδιο εξόδου από τη σύγκρουση.

Κατά τις ίδιες πηγές, η κυβέρνηση δεν είχε υπολογίσει επαρκώς ούτε τις πολιτικές συνέπειες ενός παρατεταμένου πολέμου.
Οι επικρίσεις αυτές διατυπώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετά στελέχη των Ρεπουμπλικανών εμφανίζονται απρόθυμα να επιρρίψουν ευθέως στον Τραμπ την ευθύνη για το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής του Κεντάκι Τόμας Μάσι δήλωσε στο CNN ότι σκοπεύει να προκαλέσει ψηφοφορία για την παραπομπή του Χέγκσεθ μόλις επιστρέψει το Κογκρέσο στις εργασίες του, την επόμενη εβδομάδα.
Πηγές από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εκτιμούν ότι η πρόταση θα μπορούσε να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, δεν θα σήμαινε αυτομάτως την απομάκρυνση του υπουργού, καθώς η διαδικασία παραπομπής και η τελική κρίση για ενδεχόμενη καθαίρεση αποτελούν διακριτά στάδια.
Ο Τραμπ έχει υπερασπιστεί τον Χέγκσεθ, απορρίπτοντας τις πιέσεις για απομάκρυνσή του, ενώ και το Πεντάγωνο έχει αντικρούσει τις επικρίσεις.
Η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της μετεκλογικής αντιπαράθεσης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε ότι ο πόλεμος συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην ήττα των Ρεπουμπλικανών, υιοθετώντας ουσιαστικά αντίστοιχη εκτίμηση που είχε διατυπώσει ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς.

Η παραδοχή αυτή έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η εκλογική αναμέτρηση έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα για το κόστος της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί προετοιμάζονται να αξιοποιήσουν τη νέα κοινοβουλευτική τους ισχύ για να ασκήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, έχει δηλώσει ότι το κόμμα του θα επιδιώξει τον τερματισμό του πολέμου, επικαλούμενος και τις συνταγματικές αρμοδιότητες του Κογκρέσου όσον αφορά τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Το ζήτημα ενδέχεται να επηρεάσει και τη συζήτηση για το νομοσχέδιο Εθνικής Άμυνας (NDAA), το βασικό περιεχόμενο του οποίου έχει ήδη συμφωνηθεί σε μεγάλο βαθμό.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του CNN, δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές στο νομοσχέδιο, εκτός εάν προκύψει κάποια σοβαρή εξέλιξη στον πόλεμο με το Ιράν.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να απαιτήσουν πρόσθετες διατάξεις ως προϋπόθεση για την υποστήριξή τους.
Ωστόσο, η σημερινή ρεπουμπλικανική πλειοψηφία θεωρείται απίθανο να αποδεχθεί περιορισμούς στις εξουσίες του Τραμπ πριν από την αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών.
Παρά την εκλογική ήττα, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τον έλεγχο του Κογκρέσου μέχρι την έναρξη της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, τον Ιανουάριο του 2027.
Στο διάστημα που απομένει, αναμένεται να επιχειρήσουν την επικύρωση όσο το δυνατόν περισσότερων κυβερνητικών διορισμών, συμπεριλαμβανομένων υποψηφίων για πρεσβευτικές θέσεις και άλλων υψηλόβαθμων αξιωμάτων.
Μετά την ανάληψη της πλειοψηφίας από τους Δημοκρατικούς, η κυβέρνηση Τραμπ θα αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες στην έγκριση διορισμών.
Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να χρειαστεί να αποσύρει υποψηφιότητες προσώπων που δεν θα έχουν πιθανότητες επικύρωσης από τη νέα Γερουσία.
Η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο τη στελέχωση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης όσο και τους διορισμούς στη Δικαιοσύνη.
Η έκταση της εκλογικής ανατροπής αποτυπώνεται και στις προβολές για τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου.
Σύμφωνα με τις μέχρι τότε εκτιμήσεις του CNN, οι Δημοκρατικοί αναμενόταν να εξασφαλίσουν τουλάχιστον 245 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αποκτώντας σημαντική πλειοψηφία.
Την ίδια στιγμή, δύο αναμετρήσεις για τη Γερουσία παρέμεναν ανοιχτές κατά την τελευταία ενημέρωση των συγκεκριμένων προβολών.

Στο Μισισίπι, ο Δημοκρατικός Σκοτ Κόλομ διατηρούσε μικρό προβάδισμα έναντι της Ρεπουμπλικανής γερουσιαστή Σίντι Χάιντ-Σμιθ, με τη διαφορά να ανέρχεται σε 1.138 ψήφους.
Η συγκεκριμένη αναμέτρηση χαρακτηριζόταν αμφίρροπη από το CNN Sightline, ενώ στην Αλάσκα οι προβολές του ίδιου μέσου έδιναν προβάδισμα στον υποψήφιο των Δημοκρατικών.
Παράλληλα, η εκλογική ανατροπή επεκτάθηκε σε πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούσαν επί δεκαετίες ισχυρή παρουσία.
Στο Οχάιο, ο Ρεπουμπλικανός Βίβεκ Ραμασουάμι δήλωσε ότι άφησε συγχαρητήριο μήνυμα στη Δημοκρατική Έιμι Άκτον, μετά την προβολή της νίκης της στην αναμέτρηση για τη θέση του κυβερνήτη. Ωστόσο, σύμφωνα με πηγή από το επιτελείο της, η Άκτον δεν σχεδίαζε να ανταποδώσει το τηλεφώνημα.
Στη Νότια Καρολίνα, η νεοεκλεγείσα Δημοκρατική γερουσιαστής Άνι Άντριους ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή της πολιτείας Τιμ Σκοτ, με τους δύο να προγραμματίζουν συνάντηση την επόμενη εβδομάδα.
Την πρόθεση των Δημοκρατικών να προχωρήσουν σε εκτεταμένο έλεγχο της προηγούμενης διετίας εξέφρασε και η γερουσιαστής του Μέριλαντ Άντζελα Άλσομπρουκς, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση στον Αμερικανό πρόεδρο.
«Έχουμε ευθύνη. Ποτέ δεν υποστήριξα ότι δεν έχουμε δουλειά να κάνουμε», δήλωσε στο CNN, τονίζοντας ότι οι Δημοκρατικοί θα προσπαθήσουν να υλοποιήσουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις.
«Είμαστε αποφασισμένοι, αλλά είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τι παραλαμβάνουμε από τους Ρεπουμπλικανούς, που είχαν τη Βουλή, τη Γερουσία και τον Λευκό Οίκο», πρόσθεσε.
Η Άλσομπρουκς κατηγόρησε τον Τραμπ ότι «έχει συμπεριφερθεί με πολύ ανώριμο τρόπο», υποστηρίζοντας πως «έχει καταστρέψει τα πάντα γύρω του και έχει δημιουργήσει ελάχιστα».
«Έχει πλήξει τα πάντα, από τη φήμη μας μέχρι την οικονομία μας. Έχει προκαλέσει τεράστια ζημιά», κατέληξε.
Οι δηλώσεις της αποτυπώνουν το κλίμα αντιπαράθεσης που διαμορφώνεται ενόψει της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, με τους Δημοκρατικούς να προαναγγέλλουν αυξημένο έλεγχο των κυβερνητικών επιλογών.
Η επικράτηση των Δημοκρατικών ανοίγει τη συζήτηση ακόμη και για το ενδεχόμενο νέας διαδικασίας παραπομπής του Ντόναλντ Τραμπ, για τρίτη φορά στην πολιτική του διαδρομή.
Προς το παρόν, πρόκειται για πιθανό πολιτικό σενάριο και όχι για ανακοινωμένη ή δρομολογημένη διαδικασία.
Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα διαθέτει σημαντικά εργαλεία ελέγχου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορεί να επιβάλλει αυτομάτως όλες τις πολιτικές της επιλογές.
Ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί το δικαίωμα άσκησης βέτο, ενώ η υπέρβασή του απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες στο Κογκρέσο.

Επιπλέον, ο Τραμπ έχει ήδη δείξει ότι είναι διατεθειμένος να αξιοποιεί εκτεταμένα τις εκτελεστικές εξουσίες της προεδρίας, ιδιαίτερα σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Κατά τα δύο πρώτα χρόνια της δεύτερης θητείας του, κινήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις χωρίς να στηρίζεται σε νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες, προχωρώντας μονομερώς σε αποφάσεις για τους δασμούς και σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Βενεζουέλα και στο Ιράν.
Αντιθέτως, μία από τις σημαντικότερες νομοθετικές παρεμβάσεις του υπήρξε το «One Big Beautiful Bill Act», που περιλάμβανε εκτεταμένα φορολογικά και δημοσιονομικά μέτρα.
Οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να επιχειρήσουν να περιορίσουν αντίστοιχες επιλογές, ωστόσο η θεσμική αντιπαράθεση ενδέχεται να οδηγήσει σε παρατεταμένα αδιέξοδα μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου.
Πέρα από τις κοινοβουλευτικές έρευνες, η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών επαναφέρει στο προσκήνιο και το ζήτημα της διαδοχής του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Η δεύτερη θητεία του Αμερικανού προέδρου δεν έχει ακόμη φθάσει στο μέσον της, ωστόσο το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών αναμένεται να επιταχύνει τις εσωκομματικές διεργασίες.
Στα πρόσωπα που συζητούνται για την επόμενη ημέρα περιλαμβάνονται ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, χωρίς να έχουν οριστικοποιηθεί οι μελλοντικές υποψηφιότητες.

Το ερώτημα που ανακύπτει για τους Ρεπουμπλικανούς είναι κατά πόσο θα συνεχίσουν να ευθυγραμμίζονται απόλυτα με τον απερχόμενο, το 2029, πρόεδρο ή θα αρχίσουν να αναζητούν πολιτικές ισορροπίες ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Ο Τραμπ έχει διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την ταυτότητα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και του κινήματος MAGA την τελευταία δεκαετία, γεγονός που καθιστά σύνθετη οποιαδήποτε συζήτηση για τη μελλοντική πορεία τους.
Άλλωστε, η πολιτική διαδρομή του έχει δείξει ότι τα εκλογικά αποτελέσματα δεν οδηγούν πάντοτε σε οριστικές ανατροπές.
Η ήττα του το 2020 είχε ερμηνευθεί από αρκετούς ως το τέλος της πολιτικής του κυριαρχίας, ωστόσο τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψε στον Λευκό Οίκο.
Αντίστοιχα, οι δύο προεδρικές του νίκες αντιμετωπίστηκαν ως ένδειξη βαθιάς αλλαγής του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, παρά το γεγονός ότι δεν είχε συγκεντρώσει σε καμία από αυτές ποσοστό άνω του 50% της λαϊκής ψήφου.
Το σημερινό εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργεί αναμφίβολα νέους περιορισμούς για την κυβέρνησή του, αλλά δεν προδικάζει την εξέλιξη της πολιτικής αντιπαράθεσης κατά τα επόμενα δύο χρόνια.
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχίζει να προωθεί και τα σχέδιά του για τη ριζική αλλαγή της εικόνας της Ουάσινγκτον, με παρεμβάσεις όπως η νέα αίθουσα εκδηλώσεων στον Λευκό Οίκο, η κατασκευή μιας θριαμβικής αψίδας και η εκτεταμένη χρήση χρυσών διακοσμητικών στοιχείων.
Ωστόσο, το βασικό πολιτικό μέτωπο θα βρίσκεται πλέον στη σχέση του με το Κογκρέσο.
Οι έρευνες για τον Μασκ, την Ουκρανία, το ρωσικό ντίζελ και τον πόλεμο με το Ιράν, σε συνδυασμό με την πίεση προς τον Χέγκσεθ, προδιαγράφουν μια περίοδο έντονης θεσμικής αντιπαράθεσης.
Και ενώ οι Δημοκρατικοί ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν τη νέα τους πλειοψηφία, παραμένει ανοιχτό το πώς θα αντιδράσει ένας πρόεδρος που έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα χρησιμοποιήσει το δικαίωμα βέτο και εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες.
Η νέα ισορροπία δυνάμεων στην Ουάσινγκτον δεν σηματοδοτεί απαραίτητα το τέλος της εποχής Τραμπ. Σηματοδοτεί, όμως, την έναρξη μιας πολύ δυσκολότερης πολιτικής περιόδου για τον Αμερικανό πρόεδρο, με το Κογκρέσο να μετατρέπεται από σύμμαχο σε βασικό θεσμικό αντίπαλο.
Διαβάστε επίσης:
Τα λάθη του Τραμπ που οδήγησαν στο Βατερλώ του – Ανάλυση των Financial Times
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.