Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΤιμ Τζουλιάδης
Οι εγκαταλειμμένοι
Μια αμερικανική τραγωδία στη σταλινική Ρωσία
Μετάφραση: Μαρία Φακίνου
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελ.: 576
Πρώτη ελληνική έκδοση: 2010. Νέα εκτύπωση: 2026
Πέρασαν δεκαέξι ολόκληρα χρόνια από τον Δεκέμβριο του 2010, όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά το βιβλίο του Τιμ Τζουλιάδη «Οι εγκαταλειμμένοι», από τις εκδόσεις Πατάκη. Δεκαέξι χρόνια είναι αρκετά για να ξεχαστούν πολλά βιβλία, ακόμη και εκείνα που μας είχαν εντυπωσιάσει κατά την πρώτη ανάγνωσή τους. Υπάρχουν όμως και κάποια που διατηρούν μια παράξενη αντοχή στον χρόνο. Οι εικόνες τους, οι άνθρωποι που γνωρίσαμε μέσα από τις σελίδες τους, ακόμη και ορισμένες λεπτομέρειες της αφήγησης, παραμένουν στη μνήμη με μια καθαρότητα που συνήθως επιφυλάσσουμε σε προσωπικές εμπειρίες. Στην περίπτωσή μου, «Οι εγκαταλειμμένοι» ανήκουν σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Η εντύπωση που μου είχε προκαλέσει το βιβλίο είναι τόσο νωπή, ώστε μου φαίνεται πως το διάβασα μόλις χθες.
Τότε, στις 17 Μαρτίου 2011, είχα γράψει γι’ αυτό στο «Ποντίκι», στη στήλη μου για το βιβλίο, με τίτλο «Αμερικανοί μετανάστες στην ΕΣΣΔ». Θυμάμαι κυρίως την έκπληξη που μου είχε προκαλέσει η ίδια η ιστορία. Όχι τόσο επειδή αγνοούσα την έκταση της σταλινικής τρομοκρατίας όσο επειδή δεν μπορούσα εύκολα να φανταστώ ότι χιλιάδες Αμερικανοί είχαν εγκαταλείψει οικειοθελώς τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή στη Σοβιετική Ένωση… Και ακόμη περισσότερο, ότι πολλοί από αυτούς θα κατέληγαν στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας του καθεστώτος που τους είχε υποσχεθεί ένα αξιοπρεπές μέλλον.
Επανέρχομαι σήμερα σε αυτό το ξεχωριστό βιβλίο με αφορμή τη νέα του εκτύπωση από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο μεταξύ, ο δημιουργός του, ο ελληνικής καταγωγής Βρετανός δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής Τιμ Τζουλιάδης, έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 2020, σε ηλικία μόλις 52 ετών. Το έργο του, ωστόσο, εξακολουθεί να διατηρεί τη δύναμη της πρώτης του εμφάνισης. Και η επιστροφή του στα βιβλιοπωλεία αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία να το γνωρίσουν νέοι αναγνώστες και όσοι παλαιότεροι δεν το είχαν διαβάσει στην πρώτη του κυκλοφορία.
Ο τίτλος του αγγλικού πρωτοτύπου, «The Forsaken. From the Great Depression to the Gulags: Hope and Betrayal in Stalin’s Russia», προσδιορίζει με εξαιρετική ακρίβεια τόσο το ιστορικό πλαίσιο όσο και την ανθρώπινη διάσταση της αφήγησης. Από τη Μεγάλη Ύφεση στα γκουλάγκ. Από την ελπίδα στην προδοσία. Πρόκειται για μια διαδρομή που μοιάζει σχεδόν αδιανόητη, αν δεν είχε πραγματοποιηθεί από πραγματικούς ανθρώπους.
Στη συλλογική ιστορική φαντασία, η Αμερική υπήρξε επί αιώνες η χώρα προς την οποία κατευθύνονταν οι άνθρωποι αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία. Εκατομμύρια Ευρωπαίοι εγκατέλειπαν τις πατρίδες τους, περνούσαν τον Ατλαντικό και έφταναν στη Νέα Υόρκη με την ελπίδα ότι, ακόμη κι αν δεν τους περίμενε ο πλούτος, θα μπορούσαν τουλάχιστον να κερδίσουν μια αξιοπρεπή ζωή. Το Άγαλμα της Ελευθερίας αποτελούσε το σύμβολο αυτής της υπόσχεσης.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όμως, η κατεύθυνση αντιστράφηκε.
Το χρηματιστηριακό κραχ του 1929 είχε παρασύρει την αμερικανική οικονομία σε μια πρωτοφανή κρίση. Εργοστάσια έκλειναν, τράπεζες κατέρρεαν, ολόκληρες οικογένειες έχαναν τις οικονομίες και τα σπίτια τους. Η ανεργία έπαιρνε διαστάσεις κοινωνικής καταστροφής. Στις παρυφές των μεγάλων πόλεων εμφανίζονταν παραγκουπόλεις, ενώ άνθρωποι που λίγα χρόνια νωρίτερα απολάμβαναν μια σχετική οικονομική ασφάλεια αναζητούσαν πλέον ακόμη και τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης.
Την ίδια ακριβώς εποχή, στην άλλη άκρη του κόσμου, η Σοβιετική Ένωση διαφήμιζε ένα εντελώς διαφορετικό μέλλον. Το πρώτο Πενταετές Πρόγραμμα, η εκβιομηχάνιση και τα μεγάλα εργοστασιακά συγκροτήματα παρουσιάζονταν ως αποδείξεις της υπεροχής του σοσιαλιστικού συστήματος. Εκεί όπου η αμερικανική οικονομία παρήγε στρατιές ανέργων, η σοβιετική προπαγάνδα υπόσχονταν εργασία για όλους.
Ήταν μια αντίθεση με τεράστια δύναμη πειθούς, ιδιαίτερα για εκείνους που είχαν χάσει τα πάντα.
Ο Τζουλιάδης καταγράφει ένα από τα εντυπωσιακότερα στοιχεία αυτής της ιστορίας. Μόνο κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 1931, η Amtorg, ο σοβιετικός εμπορικός οργανισμός με έδρα τη Νέα Υόρκη, δέχθηκε περισσότερες από 100.000 αιτήσεις Αμερικανών για εργασία στη Σοβιετική Ένωση, ανταποκρινόμενων σε αγγελίες για περίπου 6.000 ειδικευμένες θέσεις.
Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν βέβαια ότι όλοι οι υποψήφιοι μετανάστευσαν. Αποκαλύπτουν όμως το μέγεθος της απελπισίας και, συγχρόνως, την απήχηση που μπορούσε να αποκτήσει η εικόνα μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από την ανεργία.
Οι άνθρωποι που έπαιρναν τον δρόμο για τη Ρωσία δεν ήταν όλοι κομμουνιστές. Ανάμεσά τους βρίσκονταν μηχανικοί, εργάτες αυτοκινητοβιομηχανιών, τεχνικοί, εκπαιδευτικοί, καλλιτέχνες, αγρότες και ολόκληρες οικογένειες. Ορισμένοι είχαν πράγματι στρατευτεί στην υπόθεση του κομμουνισμού. Άλλοι συμμερίζονταν γενικότερα τις σοσιαλιστικές ιδέες. Πολλοί, ωστόσο, δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την πολιτική. Ήθελαν απλώς μια δουλειά, ένα σπίτι, ένα εξασφαλισμένο εισόδημα.
Υπήρχαν επίσης Αφροαμερικανοί που έβλεπαν στη Σοβιετική Ένωση την υπόσχεση μιας κοινωνίας χωρίς τις φυλετικές διακρίσεις που αντιμετώπιζαν καθημερινά στην πατρίδα τους. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την απόφασή τους αν αγνοήσουμε τις πραγματικές συνθήκες της αμερικανικής κοινωνίας εκείνης της εποχής.
Αυτό είναι ένα από τα ουσιαστικότερα προτερήματα του βιβλίου. Ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει τους ανθρώπους αυτούς ως αφελείς που εξαπατήθηκαν επειδή πίστεψαν σε μιαν ιδεολογία. Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους η σοβιετική υπόσχεση μπορούσε να φαίνεται απολύτως πειστική. Η ιστορία τους αρχίζει με την ανάγκη, περνά μέσα από την ελπίδα και καταλήγει σε μια συντριβή που κανένας τους δεν μπορούσε να προβλέψει.
Από όλες τις εικόνες του βιβλίου, υπάρχει μία που μου είχε εντυπωθεί ιδιαίτερα από την πρώτη ανάγνωση. Πρόκειται για τη φωτογραφία μιας ομάδας μπέιζμπολ, τραβηγμένη το 1934 στη Μόσχα.
Δύο σειρές νεαρών ανδρών, άλλοι όρθιοι και άλλοι γονατιστοί, χαμογελούν στον φωτογραφικό φακό. Φορούν αθλητικές στολές και μοιάζουν με οποιαδήποτε αμερικανική ομάδα της εποχής. Μόνο τα ρωσικά γράμματα στις φανέλες τους υποδηλώνουν ότι βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα τους.
Εκείνη τη στιγμή δεν γνωρίζουν ακόμη τι τους περιμένει.
Αυτή η φωτογραφία λειτουργεί ως ένα από τα ισχυρότερα αφηγηματικά ευρήματα του Τζουλιάδη. Οι νέοι που ποζάρουν με την ανεμελιά της ηλικίας τους έχουν ονόματα, οικογένειες, επιθυμίες και σχέδια. Έχουν μεταφέρει στη νέα τους πατρίδα ακόμη και το μπέιζμπολ, ένα άθλημα τόσο συνδεδεμένο με την αμερικανική καθημερινότητα, σαν να επιθυμούν να κρατήσουν ζωντανό ένα μικρό κομμάτι του κόσμου που εγκατέλειψαν.
Λίγα χρόνια αργότερα, η ζωή πολλών από αυτούς θα έχει ανατραπεί οριστικά. Συλλήψεις, ανακρίσεις, εκτοπίσεις, εκτελέσεις. Οι σταλινικές εκκαθαρίσεις θα μετατρέψουν την ξένη υπηκοότητα, που αρχικά συνδεόταν με μια πολύτιμη τεχνική εμπειρία, σε στοιχείο υποψίας. Ο εργάτης που χθες ήταν απαραίτητος για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού μπορούσε σήμερα να χαρακτηριστεί κατάσκοπος ή σαμποτέρ.
Η μετάβαση από την καθημερινότητα στην τρομοκρατία συντελείται με μια ταχύτητα που προκαλεί ανατριχίλα.
Μέσα από αυτή τη φωτογραφία, ο Τζουλιάδης πετυχαίνει κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο στην ιστορική γραφή. Μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την τραγωδία πριν ακόμη συμβεί, γνωρίζοντας εμείς την κατάληξη που αγνοούν τα πρόσωπα της εικόνας. Είναι ακριβώς αυτή η απόσταση ανάμεσα στη γνώση του αναγνώστη και στην αθωότητα των φωτογραφημένων νέων που προσδίδει στην αφήγηση ένα σχεδόν μυθιστορηματικό βάθος.
Η σοβιετική πραγματικότητα δεν αποκαλύφθηκε μεμιάς στους Αμερικανούς μετανάστες. Ορισμένοι εργάστηκαν για χρόνια στα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα, απέκτησαν οικογένειες και επιχείρησαν να προσαρμοστούν. Άλλοι διαπίστωσαν πολύ νωρίς ότι οι συνθήκες ζωής απείχαν σημαντικά από εκείνες που περιέγραφε η προπαγάνδα.
Οι ελλείψεις τροφίμων, οι στεγαστικές δυσκολίες, ο έλεγχος της καθημερινότητας και η αυξανόμενη καχυποψία απέναντι στους ξένους διαμόρφωναν ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από εκείνο που είχαν φανταστεί.
Το πρόβλημα έγινε δραματικό όταν αρκετοί άρχισαν να αναζητούν τρόπο επιστροφής. Τα αμερικανικά διαβατήρια είχαν σε πολλές περιπτώσεις παρακρατηθεί από τις σοβιετικές αρχές, ενώ οι διαδικασίες απόκτησης ή αναγνώρισης σοβιετικής υπηκοότητας δημιουργούσαν πρόσθετα εμπόδια. Στο μεταξύ, η μυστική αστυνομία παρακολουθούσε συστηματικά τους ξένους κατοίκους.
Έτσι, μια απόφαση που είχε ληφθεί ελεύθερα μετατρεπόταν σταδιακά σε έναν εγκλωβισμό δίχως διέξοδο.
Από τις προσωπικές ιστορίες που παρακολουθεί ο συγγραφέας, ξεχωρίζει εκείνη του Τόμας Σγκόβιο, του νεαρού Αμερικανού που βρέθηκε στα σοβιετικά στρατόπεδα και κατέγραψε αργότερα τις εμπειρίες του. Συνελήφθη το 1938, όταν προσπάθησε να εξασφαλίσει τη δυνατότητα επιστροφής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πέρασε δεκαέξι χρόνια στο σύστημα των γκουλάγκ, από τα οποία τα πρώτα δέκα στην Κολιμά, τη διαβόητη περιοχή των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας στη βορειοανατολική Σιβηρία.
Εκεί, το αφόρητο ψύχος, η εξαντλητική εργασία και η μόνιμη πείνα αποτελούσαν όψεις μιας καθημερινότητας οργανωμένης γύρω από την ανθρώπινη εξουθένωση. Ο Σγκόβιο επέζησε και χάρη στις καλλιτεχνικές του ικανότητες, που του επέτρεπαν περιστασιακά να εργάζεται ζωγραφίζοντας επιγραφές και να αποφεύγει για λίγο τις πιο εξοντωτικές εργασίες.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η ιστορία του Βίκτορ Χέρμαν, ενός Αμερικανού αθλητή που διακρίθηκε στη Σοβιετική Ένωση ως αλεξιπτωτιστής. Η επιμονή του να διατηρεί την αμερικανική του ταυτότητα, σε μια εποχή κατά την οποία το καθεστώς απαιτούσε ολοένα μεγαλύτερη υποταγή, τον έφερε αντιμέτωπο με τους μηχανισμούς καταστολής. Συνελήφθη το 1938, φυλακίστηκε και πέρασε πολλά χρόνια μεταξύ στρατοπέδων και εξορίας, προτού καταφέρει τελικά να επιστρέψει στην Αμερική.
Οι ιστορίες αυτές αποκτούν ιδιαίτερο βάρος επειδή δεν πρόκειται για αφηρημένες περιγραφές της σταλινικής τρομοκρατίας. Ο αναγνώστης γνωρίζει τους ανθρώπους πριν καταστραφεί η ζωή τους. Αντιλαμβάνεται τι έχασαν, τι περίμεναν, πόσο προσπάθησαν να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους.
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη συγγραφική επιτυχία του Τζουλιάδη. Δεν αφήνει την Ιστορία να καταπιεί τους ανθρώπους της.
Ωστόσο, το βιβλίο δεν περιορίζεται στην καταγραφή της σοβιετικής καταστολής. Ο τίτλος του αποκτά μια δεύτερη, εξίσου ουσιαστική σημασία όταν η αφήγηση στρέφεται στη στάση των αμερικανικών αρχών.
Οι άνθρωποι αυτοί είχαν εγκαταλείψει τη χώρα τους αναζητώντας εργασία. Δεν είχαν παραιτηθεί όμως από το δικαίωμα να ζητήσουν την προστασία της όταν βρέθηκαν σε κίνδυνο.
Κι όμως, η ανταπόκριση της αμερικανικής διπλωματίας υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις αποκαρδιωτική.
Ο Τζουλιάδης παρουσιάζει ανθρώπους που απευθύνονταν στην αμερικανική πρεσβεία στη Μόσχα ζητώντας βοήθεια και αντιμετώπιζαν τη γραφειοκρατική αδιαφορία, την καχυποψία ή την άρνηση των διπλωματικών υπηρεσιών. Στο μεταξύ, η Ουάσιγκτον επιδίωκε τη σταθεροποίηση των σχέσεών της με τη Σοβιετική Ένωση, την οποία οι ΗΠΑ είχαν αναγνωρίσει διπλωματικά το 1933.
Εδώ το βιβλίο μετατρέπεται σε μια μελέτη της πολιτικής εγκατάλειψης. Οι άνθρωποι που είχαν πιστέψει πως θα βρουν μια καλύτερη ζωή στη Ρωσία ανακάλυπταν ότι η χώρα καταγωγής τους δεν ήταν πάντοτε πρόθυμη να τους υπερασπιστεί.
Η κριτική του συγγραφέα στρέφεται ιδιαίτερα εναντίον της αμερικανικής διπλωματίας και ορισμένων επιφανών προσωπικοτήτων του δημοσιογραφικού και πνευματικού κόσμου που αντιμετώπιζαν με εντυπωσιακή επιείκεια τη σοβιετική πραγματικότητα. Η περίπτωση του δημοσιογράφου Γουόλτερ Ντουράντι, ανταποκριτή των «New York Times» στη Μόσχα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των στρεβλώσεων της δυτικής ενημέρωσης για τη σταλινική περίοδο.
Το ζήτημα ξεπερνά τις ευθύνες ενός συγκεκριμένου δημοσιογράφου ή διπλωμάτη. Αφορά τη δυνατότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας να αποδεχθεί μια εξιδανικευμένη εικόνα της πραγματικότητας, ακόμη και όταν υπάρχουν στοιχεία που την αμφισβητούν.
Η ιδεολογική συμπάθεια, η πολιτική σκοπιμότητα, η επιθυμία διατήρησης καλών σχέσεων, ακόμη και η ανθρώπινη δυσκολία να παραδεχθεί κανείς ότι εξαπατήθηκε, μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί απώθησης της αλήθειας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε Αμερικανός αξιωματούχος αντιμετώπισε τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο ούτε ότι όλες οι διπλωματικές επιλογές μπορούν να εξηγηθούν με ένα και μοναδικό κίνητρο. Η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης απαιτεί τη δική της ιστορική διερεύνηση. Ωστόσο, τα συγκεκριμένα περιστατικά που αναδεικνύει ο Τζουλιάδης θέτουν ένα απολύτως πραγματικό ζήτημα κρατικής ευθύνης απέναντι σε πολίτες που είχαν βρεθεί εκτεθειμένοι σε ένα σύστημα ανεξέλεγκτης καταστολής.
Ο Τιμ Τζουλιάδης δεν ήταν ακαδημαϊκός ιστορικός. Είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη και είχε εργαστεί ως δημοσιογράφος και δημιουργός ντοκιμαντέρ για μεγάλα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα. Αυτή η επαγγελματική του διαδρομή είναι ορατή σε όλη την έκταση του βιβλίου.
Η γραφή του έχει έντονη αφηγηματική κίνηση, ενδιαφέρεται για τα πρόσωπα και χρησιμοποιεί με αποτελεσματικότητα τις λεπτομέρειες. Ανασυνθέτει περιστατικά μέσα από μαρτυρίες, απομνημονεύματα, διπλωματικά έγγραφα και δημοσιεύματα, δημιουργώντας μιαν αφήγηση που συνδυάζει την ιστορική έρευνα με την αναγνωστική ένταση.
Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2008 και τιμήθηκε το 2009 με το βραβείο Longman – History Today. Η διεθνής υποδοχή του υπήρξε σε μεγάλο βαθμό ενθουσιώδης. Ο ιστορικός Νόελ Μάλκολμ, γράφοντας στην «Telegraph», υπογράμμισε την έκταση της έρευνας και τη δυνατότητα του συγγραφέα να ζωντανεύει τις συνηθισμένες ανθρώπινες ζωές χωρίς να χάνει από το βλέμμα του το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Η Βιρτζίνια Ράουντινγκ, στον «Independent», αναγνώρισε τη δύναμη με την οποία ο Τζουλιάδης ανέδειξε μια ιστορία που τόσο η αμερικανική όσο και η ρωσική ιστορική μνήμη είχαν λόγους να παραμερίσουν. Ο Τζον Λόιντ, στους «Financial Times», στάθηκε ιδιαίτερα στη διπλωματική διάσταση της εγκατάλειψης.
Δεν έλειψαν, πάντως, και οι σοβαρές κριτικές παρατηρήσεις. Το «Publishers Weekly», για παράδειγμα, επισήμανε ότι η αφήγηση είναι ισχυρότερη όταν επικεντρώνεται στις προσωπικές ιστορίες των θυμάτων, ενώ αποδυναμώνεται κάπως όταν ο συγγραφέας απομακρύνεται από αυτές για να ασχοληθεί εκτενώς με τις ευθύνες δημοσιογράφων, διπλωματών και διανοουμένων. Η παρατήρηση δεν είναι αβάσιμη. Ορισμένες φορές η καταγγελτική ορμή του Τζουλιάδη υπερβαίνει την αναλυτική ψυχραιμία που απαιτεί η ιστορική ερμηνεία.
Και η ελληνική υποδοχή του έργου είχε ανάλογο ενδιαφέρον. Στις 16 Ιανουαρίου 2011, ο Αναστάσης Βιστωνίτης, γράφοντας στο «Βήμα», το χαρακτήριζε λαμπρό δείγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα την παρουσία ορισμένων στερεοτύπων, κυρίως στα τελευταία του κεφάλαια. Το βιβλίο απασχόλησε επίσης τον ελληνικό Τύπο και περιοδικά βιβλίου, ενώ ο Δημήτρης Φύσσας αφιέρωσε εκτενή κριτική στην «Athens Review of Books», με τίτλο «Μεταναστεύοντας στη Sovietland. Μια ματωμένη υποσημείωση στην ιστορία των γκουλάγκ».
Οι επιφυλάξεις αυτές έχουν σημασία. Μια ιστορική έρευνα δεν απαλλάσσεται από τον έλεγχο των ερμηνειών της επειδή αναδεικνύει πραγματικές θηριωδίες. Η τεκμηρίωση ενός εγκλήματος και η εξήγηση όλων των ιστορικών συνθηκών που το περιέβαλαν δεν αποτελούν πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Αλλά η ουσιαστική αρετή των «Εγκαταλειμμένων» παραμένει ακέραιη. Το βιβλίο φέρνει στο προσκήνιο ανθρώπινες ιστορίες που δύσκολα θα συναντούσαμε στις μεγάλες αφηγήσεις του 20ού αιώνα. Και τις εντάσσει σε ένα ιστορικό περιβάλλον όπου η διακήρυξη της ανθρώπινης απελευθέρωσης μπορούσε να συνυπάρχει με την πιο ολοκληρωμένη υποταγή του ανθρώπου στο κράτος.
Η επιστροφή των «Εγκαταλειμμένων» δεκαέξι χρόνια μετά την πρώτη ελληνική έκδοση μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε και κάτι ακόμη. Η σημασία ενός ιστορικού βιβλίου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την πρωτοτυπία των στοιχείων που παρουσιάζει. Εξαρτάται και από την ικανότητά του να μας βοηθά να κατανοούμε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ζουν μέσα στην Ιστορία, χωρίς να γνωρίζουν την κατάληξή της.
Σήμερα γνωρίζουμε τι υπήρξε το σταλινικό καθεστώς. Γνωρίζουμε τις εκκαθαρίσεις, τα γκουλάγκ, τις δίκες, τις εκτελέσεις, τους μηχανισμούς καταστολής. Διαθέτουμε ένα τεράστιο σώμα ιστορικής βιβλιογραφίας και μαρτυριών. Η μεταγενέστερη αυτή γνώση, ωστόσο, δημιουργεί μερικές φορές την ψευδαίσθηση ότι τα γεγονότα ήταν εξαρχής προφανή στους ανθρώπους που τα έζησαν.
Δεν ήταν.
Για έναν άνεργο εργάτη του Ντιτρόιτ το 1931, η Ρωσία δεν αποτελούσε αναγκαστικά τη χώρα των μελλοντικών γκουλάγκ. Μπορούσε να είναι η χώρα όπου θα έβρισκε δουλειά. Για έναν μαύρο Αμερικανό μπορούσε να είναι ο τόπος όπου θα απαλλασσόταν από την καθημερινή ταπείνωση των φυλετικών διακρίσεων. Για έναν νεαρό ιδεολόγο μπορούσε να αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα συμμετοχής στην οικοδόμηση μιας δικαιότερης κοινωνίας.
Ακριβώς εδώ αρχίζει η τραγικότητα της ιστορίας τους. Δεν προκύπτει από την υποτιθέμενη ανοησία των ανθρώπων που πίστεψαν σε μια υπόσχεση. Προκύπτει από την τεράστια απόσταση ανάμεσα στις εύλογες ανθρώπινες προσδοκίες και στην πραγματικότητα ενός πολιτικού συστήματος που μπορούσε να μετατρέψει οποιονδήποτε σε εχθρό.
Υπάρχει, κατά συνέπεια, μια βαθύτερη διάσταση σε αυτό το βιβλίο, η οποία υπερβαίνει τις γνωστές αντιπαραθέσεις για τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Ο Τζουλιάδης μάς υποχρεώνει να παρακολουθήσουμε τι συμβαίνει όταν η ανθρώπινη ύπαρξη απορροφάται από έναν πολιτικό μηχανισμό που θεωρεί ότι διαθέτει το δικαίωμα να αποφασίζει όχι μόνο για το μέλλον της κοινωνίας αλλά και για τη ζωή κάθε προσώπου ξεχωριστά.
Η ιστορία των Αμερικανών μεταναστών στη Σοβιετική Ένωση έχει επίσης μια ιδιαίτερη ειρωνεία. Οι άνθρωποι αυτοί δεν εγκατέλειψαν μιαν ευτυχισμένη κοινωνία για να ακολουθήσουν μιαν αφηρημένη επαναστατική φαντασίωση. Εγκατέλειψαν μια χώρα που βρισκόταν σε βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση. Αναζητούσαν όσα οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να αναζητούν: εργασία, ασφάλεια, αξιοπρέπεια, προοπτική για τα παιδιά τους.
Εκείνο που τους περίμενε δεν ήταν μια αποτυχημένη εκδοχή της επαγγελίας τους, αλλά ένας κόσμος στον οποίο μπορούσαν να χάσουν ακόμη και το δικαίωμα να εγκαταλείψουν τη χώρα που τους είχε υποδεχθεί.
Ύστερα από δεκαέξι χρόνια, λοιπόν, επιστρέφω στους «Εγκαταλειμμένους» με την ίδια σχεδόν συγκίνηση της πρώτης ανάγνωσης. Και επιστρέφω κυρίως σε εκείνη τη φωτογραφία του 1934. Στους νεαρούς Αμερικανούς που χαμογελούν στη Μόσχα, με τις στολές του μπέιζμπολ, δίχως να υποψιάζονται ότι η Ιστορία έχει ήδη αποφασίσει για τη μοίρα τους.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου του Τζουλιάδη: ότι, ενώ γνωρίζουμε από την πρώτη στιγμή την τραγική κατάληξη, εξακολουθούμε να παρακολουθούμε εκείνους τους ανθρώπους με την παράλογη, ανθρώπινη επιθυμία να μπορούσαμε να τους προειδοποιήσουμε!
Και ότι, όταν κλείνουμε το βιβλίο, ο τίτλος του αποκτά όλο το βάρος του. Εγκαταλειμμένοι από τη χώρα στην οποία αναζήτησαν το μέλλον τους και, σε πολλές περιπτώσεις, εγκαταλειμμένοι και από την πατρίδα στην οποία ήλπιζαν να επιστρέψουν.
Διαβάστε επίσης:
Βιβλίο – Όταν το μυθιστόρημα είναι καλύτερο ως ιδέα
Βιβλίο – «Βρίκελοι»: Τα φαντάσματα μιας χώρας που δεν ησυχάζει ποτέ
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.