«Μάρκο: Μια επινοημένη αλήθεια» - «Τελικά, πώς γράφεται η ιστορία;»
Τίτλος ταινίας: «Μάρκο: μια επινοημένη αλήθεια»
Σκηνοθεσία: Αϊτόρ Αρέγκι, Τζον Γκαράνιο
Παίζουν: Εντουάρντ Φερνάντεθ, Νατάλι Πόζα
Παρά το γεγονός ότι το φιλμ ανοίγει πληθώρα κεφαλαίων γύρω από την αλήθεια και την αναπαράσταση ή την αναπαραγωγή της και παρά την αμηχανία του και το μπουρδούκλωμα στην προσπάθειά του να κλείσει όλα τα κεφάλαια, εντέλει παραμένει σαφώς αξιοπρόσεκτο. Τόσο για τον τρόπο της κινηματογραφικής αφήγησης, όσο και για την προσπάθειά του να απαντήσει στο ερώτημα της συγγραφής της ιστορίας, με τις δόσεις ανακριβειών, τις οποίες εμπεριέχει.
Έχουμε αντιμετωπίσει και στην εγχώρια ιστορία αντιπαραθέσεις, σχετικά με τις ελεγχόμενες αλήθειες, την υπερβολή στην κατάθεση και την περιγραφή ορισμένων γεγονότων ως τρόπο διάπλασης του λαϊκού μύθου, ως ανάγκη εθνικής επιβίωσης. Για να μην τρέχουμε στα παλιά (στον Παπαρρηγόπουλο ή στον Κόκκινο, για παράδειγμα ), ας μείνουμε στους σχετικά πρόσφατους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την επανάσταση της ανεξαρτησίας και τις συζητήσεις οι οποίες προκλήθηκαν γύρω από το 1821. Το κρυφό σχολειό, ο ρόλος της Εκκλησίας, η σφαγή της Τριπολιτσάς ή οι σχέσεις των αγωνιστών μεταξύ τους αποτελούν ένα ελάχιστο δειγματολόγιο των θεμάτων τα οποία γνώρισαν την αμφισβήτηση της ιστορικής μελέτης. Ωστόσο, με όση αλήθεια κουβαλούν οι αμφισβητούμενες αφηγήσεις, διαμόρφωσαν μια εθνική ταυτότητα και μια ανάλογη συνείδηση, απολύτως χρήσιμα υλικά για τη ζύμωση ενός νεοεμφανισθέντος τότε κράτους.
Ουσιαστικά, σε ανάλογο πεδίο και με ανάλογο τρόπο, οι δύο Ισπανοί σκηνοθέτες, ο Αρέγκι και ο Γκαράνιο, κουβαλούν την πραγματική ιστορία, ενός απατεώνα, ο οποίος καπηλεύεται την ιστορία των Ισπανών εκτοπισθέντων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, προκειμένου να προβληθεί, να διασκεδάσει τις ενοχές του, να ακκισθεί στη ματαιοδοξία του. Μόνον που με τον συγκεκριμένο τρόπο και τις χαρισματικές αφηγήσεις του Ενρίκε Μάρκο προβάλλεται και η ίδια η θαμμένη ηρωική ιστορία κάποιων ατόμων, με αντιναζιστική δράση. Με άλλα λόγια, μέσα από την τέχνη της αφήγησης ο κόσμος γνώρισε και συγκινήθηκε από τα πάθη κάποιων ανθρώπων, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν σκεπασμένα από την ομίχλη της λήθης. Το παράδοξο είναι πως η ιστορία των έγκλειστων στα στρατόπεδα υπήρξε, είναι πραγματική, ωστόσο έγινε γνωστή μέσα από τα λόγια ενός «παραμυθά». Είναι φανερό, λοιπόν, οι σκηνοθέτες νοιάζονται αρχικά για την αλήθεια της τέχνης τους – δεν το κρύβουν- και με τη δημιουργία της μοιάζουν να ζητούν «πιστοποιητικό αληθείας», όπως και ο πρωταγωνιστής τους.
Οι εξιστορήσεις του Ενρίκο Μάρκο συγκινούν ακόμη και τον τότε πρωθυπουργό της Ισπανίας Θαπατέρο (όλα βασίζονται σε πραγματικό γεγονός ), ο οποίος τελικά μεταβαίνει σε τιμητική επαίτειο στα στρατόπεδα της φρίκης, μετά από πρόσκληση του ψευδό-κρατούμενου. Και όμως… Έτσι το θέμα λαμβάνει ογκώδη προβολή, άρα το αποτέλεσμα του ψέμματος κρίνεται απολύτως θετικό – με δεδομένο ότι δεν υπήρξαν οικονομικά οφέλη για τον απατεώνα. Η παραχάραξη της ιστορίας αποτελούσε περισσότερο «φινίρισμά» της, ούτως ώστε να καταστεί πιο ελκυστική για την ανθρώπινη συνείδηση και να λάβει την απαραίτητη διδακτική διάσταση. Μήπως αυτό δεν κάνει και το σινεμά, διερωτώνται οι σκηνοθέτες. Παίρνει ιστορίες, πραγματικές ή φανταστικές, με σκοπό να πείσει για την αλήθειά τους τούς θεατές. Οι μελέτες της Ιστορίας είναι για τα γραφεία των πανεπιστημίων ( η αλήθεια στο φιλμ αποκαλύπτεται από την παρέμβαση ενός ιστορικού ), οι ανθρώπινες ιστορίες είναι για την τέχνη.
Οι σκηνοθέτες οργανώνουν άρτια την πορεία προς την επίλυση του μυστηρίου γύρω από την ταυτότητα του πρωταγωνιστή, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο θρίλερ, όπου το φόβητρο του Ενρίκ Μάρκο είναι η ίδια η αλήθεια. Όταν, λοιπόν, αυτό το κεφάλαιο κλείνει και το φιλμ προχωράει στην αποκαθήλωση του αντί-ήρωα,( ο Εντουάρντ Φερνάντεθ, της ταινίας «47», σε ακόμη καλύτερες στιγμές), έχει μπροστά του ένα σταυροδρόμι: να καταλήξει ένα ακόμη χαρακτηρολογικό έργο, επικεντρωμένο στον πρωταγωνιστή ή ν’ ακολουθήσει τα χνάρια της ιστορίας και της διαμόρφωσής της, μέσα από τα αφηγήματά του; Δυστυχώς, διαλέγει τον πρώτο δρόμο, μπλέκει, ανακατεύει ακόμη και τον διάσημο συγγραφέα Θέρκας και καταλήγοντας ένα φτηνό ανθρώπινο πορτρέτο, σχεδόν ακυρώνοντας τα ίδια τα γεγονότα τα οποία το φιλοτέχνησαν. Ακριβά και πολύτιμα σαν τους βίους των αγίων που τα έζησαν.
Αξιολόγηση: **1/2
Διαβάστε επίσης:
O Γιώργος Λάνθιμος και η Έμα Στόουν στη Βενετία για την παγκόσμια πρεμιέρα του «Bugonia»