Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Με τον πρόσφατο θάνατο του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου, η ελληνική λογοτεχνία αποχαιρέτησε έναν από τους πιο χαμηλόφωνους και συνεπείς τεχνίτες της μικρής φόρμας.
Τα τελευταία χρόνια, οι εκδόσεις Κίχλη δίνουν νέα πνοή στο έργο του, επανακυκλοφορώντας τα βιβλία του σε φροντισμένες εκδόσεις που αναδεικνύουν τη λιτότητα και την ακρίβεια της γραφής του. Το «μικρής φόρμας» αφιέρωμα που ακολουθεί επιχειρεί μια σύντομη αναδρομή, αλλά και μια απόπειρα να δούμε ξανά, με φρέσκο βλέμμα, πώς ένας συγγραφέας κατόρθωσε να μετατρέψει το ελάχιστο σε τέχνη και να αφήσει παρακαταθήκη που μπορεί να αναμετρηθεί με τον χρόνο.
Στον Πύργο της Ηλείας, τον Αύγουστο του 1930, γεννήθηκε ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος∙ ένα παιδί που θα μεγαλώσει μέσα στις δυσκολίες του πολέμου και της Κατοχής, για να αφιερώσει αργότερα τη ζωή του στη λεπτομέρεια, στο ανεπαίσθητο, στο ελάχιστο που γίνεται ουσία. Δεν ήταν προορισμένος εξαρχής για τα γράμματα. Σπούδασε στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης, φόρεσε στολή, έζησε για δεκαετίες ως στρατιωτικός γιατρός. Η πειθαρχία της ιατρικής, η ακρίβεια της διάγνωσης και η σιωπηλή επαφή με τον ανθρώπινο πόνο θα γίνουν αργότερα οι πρώτες ύλες της γραφής του.
Η λογοτεχνία εμφανίστηκε νωρίς, σχεδόν σαν δεύτερη ζωή. Το 1962 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα «Οι Φρακασάνες», στο περιοδικό «Αργώ», και από τότε η φωνή του άρχισε να χαράζει μια διακριτή πορεία. Συνεργάστηκε με περιοδικά και εφημερίδες – «Ταχυδρόμος», «Διάλογος», «Αντί», «Χρονικό», «Το Τέταρτο»–, με εκείνη την ιδιότυπη λιτότητα που θα χαρακτήριζε για πάντα το ύφος του. Διηγήματα σύντομα, με σφιχτή δομή, χωρίς περιττές φιοριτούρες, μικρές τομές στην καθημερινότητα, όπως ακριβώς κάνει ο γιατρός όταν αναζητεί την αλήθεια πίσω από τα συμπτώματα.
Ως στρατιωτικός υπηρέτησε έως το 1983, φτάνοντας στον βαθμό του γενικού αρχιάτρου. Ωστόσο, η πραγματική του παρακαταθήκη δεν βρίσκεται στα στρατόπεδα ούτε στις αίθουσες ιατρικών συνεδρίων, αλλά στις σελίδες των βιβλίων του. Εκεί, το προσωπικό βίωμα και η παρατήρηση του κόσμου γύρω του μετατρέπονται σε μια τέχνη του ελάχιστου: το στιγμιότυπο που κλείνει μέσα του μια εποχή, η μνήμη που φωτίζει μια ολόκληρη ζωή.
Δεν διεκδίκησε ποτέ προβολή ούτε έντονη δημόσια παρουσία. Προτίμησε το χαμηλόφωνο πέρασμα, την αργή και επίμονη εργασία πάνω στο κείμενο, την προσήλωση στη μικρή φόρμα που στην Ελλάδα, χάρη και σε εκείνον, δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα μεγάλο λογοτεχνικό πεδίο. Η ζωή του, από τον Πύργο έως την Αθήνα και από το στρατιωτικό του αξίωμα έως τις λογοτεχνικές του σελίδες, συνιστά μια σιωπηλή πορεία προς την ουσία ώστε να αναδειχθεί το ελάχιστο ως σημαντικό, να καταγραφεί το μικρό ως μνήμη και πολιτισμός.
Έτσι, ο Παπαδημητρακόπουλος έμεινε για τους αναγνώστες και τους συναδέλφους του όχι μόνο ένας γιατρός που έγινε συγγραφέας, αλλά κυρίως ένας τεχνίτης της μικρής φόρμας, ένας αφηγητής που ήξερε να συλλαμβάνει τη ζωή στα πιο διακριτικά της ίχνη.
Ο Παπαδημητρακόπουλος δεν έγραψε ποτέ πολύστιχα μυθιστορήματα ούτε μεγάλες συνθέσεις. Διάλεξε εξαρχής το διήγημα, σχεδόν εμμονικά, σαν να είχε αναγνωρίσει ότι σε αυτό το μικρό πεδίο κρύβεται μια απέραντη ελευθερία. Για εκείνον, το διήγημα ήταν σαν το ιατρικό στιγμιότυπο: μια παρατήρηση, μια διάγνωση, μια ακριβής αποτύπωση που δεν χωρά περιττά στολίδια.
Η γλώσσα του είναι λιτή, καθαρή, ακριβής. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αντίθετα, υποχωρεί, για να αφήσει τον αναγνώστη να διακρίνει τις μικρές συγκινήσεις που φωλιάζουν στα γεγονότα. Αυτή η λιτότητα προφανώς και δεν είναι ένδεια αλλά επιλογή ύφους που κρύβει έναν ολόκληρο κόσμο νοσταλγίας, ειρωνείας, ακόμα και τρυφερότητας.
Οι θεματικοί του άξονες συχνά επιστρέφουν στην παιδική και εφηβική ηλικία, στη μνήμη της Κατοχής και του Εμφυλίου, στη νεανική εμπειρία που σημάδεψε μια γενιά. Μέσα από τις ιστορίες του, η Ελλάδα των δεκαετιών του ’40 και του ’50 ζωντανεύει όχι με τα μεγάλα γεγονότα αλλά με τα μικρά περιστατικά: ένα παιχνίδι στην αυλή, ένα φως που πέφτει στο πρόσωπο, μια βόλτα που χαράχτηκε στη μνήμη.
Κεντρικό στοιχείο του ύφους του είναι η υπαινικτικότητα. Δεν λέει ποτέ περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται. Το νόημα συχνά αναδύεται από τις σιωπές, από αυτό που αφήνεται ασχημάτιστο. Είναι μια γραφή που εμπιστεύεται τον αναγνώστη, που τον κάνει συμμέτοχο στην αποκάλυψη.
Και πίσω από όλα αυτά, υπάρχει πάντα μια λεπτή ειρωνεία, μια στάση απέναντι στη ζωή και τα πράγματα που δεν εξιδανικεύει, δεν εξυψώνει, αλλά φωτίζει με χιούμορ και με μια γλυκιά αποδοχή. Ο Παπαδημητρακόπουλος, γράφοντας για το μικρό, για το φαινομενικά ασήμαντο, κατόρθωνε να χωρέσει στις σελίδες του την ανθρώπινη μοίρα.
Η πορεία του Παπαδημητρακόπουλου στη λογοτεχνία δεν ήταν θορυβώδης, αλλά υπήρξε σταθερή, χαμηλόφωνη, και αθόρυβη. Κι όμως, ακριβώς αυτή η σεμνότητα έγινε το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του. Από το Κρατικό Βραβείο Χρονικού και Μαρτυρίας για το «Τόποι τέσσερεις συν τρεις» μέχρι το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων που του απονεμήθηκε το 2015, η κριτική κοινότητα αναγνώρισε ότι η μικρή φόρμα που υπηρετούσε με τόση αφοσίωση είχε αποκτήσει, χάρη σε εκείνον, έναν εμβληματικό εκπρόσωπο.
Αυτή η αναγνώριση δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα. Διηγήματά του μεταφράστηκαν, διαβάστηκαν έξω, άνοιξαν δρόμο για να φανεί πως η ελληνική πεζογραφία μπορεί να σταθεί διεθνώς χωρίς το βάρος της μεγάλης σύνθεσης, αλλά με την ακρίβεια του ελάχιστου. Γιατί το «ελάχιστο» στον Παπαδημητρακόπουλο ποτέ δεν ήταν μικρό αλλά μια συμπύκνωση ζωής.
Οι κριτικοί τον χαρακτήρισαν «ανατόμο του ελάχιστου», και δεν είχαν άδικο. Εκείνος που στο ιατρικό του επάγγελμα έσκυβε με προσήλωση πάνω από το ανθρώπινο σώμα, στη λογοτεχνία έσκυψε με την ίδια προσήλωση πάνω από τις λεπτομέρειες του βίου. Η γραφή του ήταν μια διαρκής υπόμνηση ότι η σπουδαία λογοτεχνία μπορεί να γεννηθεί ακόμα και από το ανεπαίσθητο, ένα βλέμμα, ένα γέλιο, μια χειρονομία που αλλιώς θα χανόταν.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η αληθινή του διάκριση: όχι στα μετάλλια και τις τιμές, αλλά στο ότι κατάφερε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Όποιος τον διάβαζε, ένιωθε ότι βρισκόταν σε καλά χέρια, σε χέρια συγγραφέα που δεν επιδίωκε να δείξει τη δύναμή του, αλλά να μεταδώσει την ουσία. Μια λογοτεχνία ακριβής, σεμνή, με αντοχή στον χρόνο.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα βιβλία του Παπαδημητρακόπουλου βρήκαν ξανά το σπίτι τους στις εκδόσεις Κίχλη. Όπως εκείνος πίστευε στη λεπτομέρεια, στην καθαρότητα της φράσης και στη σιωπηλή δύναμη του διηγήματος, έτσι και η Κίχλη επένδυσε στη φροντίδα της μορφής, στην κομψότητα του τυπογραφικού σώματος, στη λιτή και διαυγή παρουσίαση. Εδώ η μορφή δεν είναι απλώς περιτύλιγμα, αλλά αναπόσπαστο μέρος του ίδιου του έργου.
Ο συγγραφέας συχνά τόνιζε ότι η τυπογραφία μπορεί να «διαυγάσει» το κείμενο, να το καταστήσει πιο καθαρό, να συμβάλει στην υφολογική και νοηματική του ολοκλήρωση. Οι εκδόσεις Κίχλη, με την προσεκτική τους επιμέλεια, φρόντισαν ώστε κάθε σελίδα να αντανακλά αυτήν ακριβώς την αισθητική: η λιτότητα της γραφής να συνοδεύεται από την καθαρότητα του βιβλίου ως αντικειμένου.
Δεν πρόκειται απλώς για επανεκδόσεις. Είναι μια δεύτερη ζωή των βιβλίων, που απευθύνεται όχι μόνο σε όσους γνώρισαν ήδη το έργο του, αλλά και σε νέες γενιές αναγνωστών που αξίζει να το ανακαλύψουν σε περιβάλλον αντάξιο της αξίας του. Ένα έργο που στηρίζεται στο μέτρο, στη σιωπή, στο «ελάχιστο» δεν θα μπορούσε να σταθεί σε φασαριόζικες ή πρόχειρες εκδόσεις. Χρειαζόταν αυτήν ακριβώς την αρμονία μορφής και περιεχομένου που του προσφέρει η Κίχλη.
Έτσι, ο Παπαδημητρακόπουλος συνεχίζει να μιλάει από τα ράφια των βιβλιοπωλείων με τον ίδιο τρόπο που μιλούσε πάντα: διακριτικά, ουσιαστικά, με τη δύναμη του λιτού. Κι αν η λογοτεχνία του υπήρξε μια τέχνη του μικρού, οι εκδόσεις αυτές εξασφαλίζουν ότι η φωνή του θα έχει το μεγαλύτερο δυνατό εκτόπισμα στο παρόν και το μέλλον.
Αν κανείς θελήσει να αποτιμήσει το έργο του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου, ο πειρασμός είναι μεγάλος να το χαρακτηρίσει απλώς «μικρό» ή «λιτό». Μα αυτή η απλότητα είναι επιφανειακή, καθώς πίσω της κρύβεται ένας κόσμος εξαιρετικά σύνθετος. Υποθέτω ότι ο Παπαδημητρακόπουλος δεν έγραψε μικρά κείμενα επειδή δεν μπορούσε να γράψει μεγάλα, αλλά έγραψε μικρά κείμενα επειδή είχε βαθιά επίγνωση ότι το «μικρό» μπορεί να γίνει η πιο απαιτητική μορφή.
Στην πραγματικότητα, η τέχνη του μοιάζει με άσκηση εγκράτειας: λέει τόσο όσο χρειάζεται, αφήνοντας τον αναγνώστη να συμπληρώσει το υπόλοιπο. Στις σιωπές του, στις παύσεις, στις ασήμαντες λεπτομέρειες που παίρνουν ξαφνικά το βάρος μιας ολόκληρης ζωής, βρίσκεται η πραγματική δύναμη της γραφής του. Δεν πρόκειται λοιπόν για «οικονομία» λέξεων, πρόκειται για αισθητική και ηθική στάση απέναντι στον κόσμο.
Η ειρωνεία του είναι ήπια, σχεδόν χαμογελαστή σαν μια μορφή συμφιλίωσης με τις αντιφάσεις της ζωής. Η νοσταλγία του δεν ξοδεύεται στην εύκολη γλυκύτητα του παρελθόντος, αλλά την ίδια στιγμή γίνεται μνήμη που φέρνει και το βάρος και την απώλεια. Κι έτσι, τα διηγήματά του λειτουργούν σαν μικροί καθρέφτες της νεοελληνικής εμπειρίας, όχι με ηχηρές διακηρύξεις αλλά με υπόγειο παλμό.
Αυτό που ίσως δεν έχει ειπωθεί αρκετά είναι ότι το έργο του Παπαδημητρακόπουλου μας διδάσκει έναν τρόπο ανάγνωσης. Δεν διαβάζεται γρήγορα, δεν καταναλώνεται, απαιτεί χρόνο! Είναι μια λογοτεχνία που μας ξαναμαθαίνει να κοιτάμε το ελάχιστο όχι σαν ασήμαντο, αλλά σαν εκείνο που φωτίζει το όλον. Μας εκπαιδεύει να αναγνωρίσουμε την ουσία σε μια εικόνα, σε μια χειρονομία, σε ένα βλέμμα.
Κι εδώ ίσως βρίσκεται η μεγαλύτερη κληρονομιά του: σε μια εποχή υπερπαραγωγής και λογοτεχνικής φλυαρίας, ο Παπαδημητρακόπουλος υπενθυμίζει ότι η δύναμη της γραφής δεν μετριέται με την ποσότητα, αλλά με την ακρίβεια. Ότι η λογοτεχνία δεν είναι το πολύ, αλλά το ακριβές. Κι ότι το ελάχιστο, όταν υποβάλλεται με συνέπεια και αλήθεια, έχει τη δύναμη να μείνει.
Έτσι, οι σελίδες του δεν είναι απλώς διηγήματα και λειτουργούν ως ασκήσεις μνήμης και όρασης. Και οι επανεκδόσεις τους σήμερα δεν ανανεώνουν απλώς το εκδοτικό τους παρόν, ανανεώνουν ταυτόχρονα και τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στη λογοτεχνία: με προσοχή, με σεβασμό, με την επίγνωση ότι στο φαινομενικά μικρό μπορεί να κρύβεται η πιο μεγάλη εμπειρία.
Ο Παπαδημητρακόπουλος έζησε και έγραψε σαν να μας ψιθύριζε διαρκώς την ίδια φράση: κοίτα το μικρό, εκεί μέσα βρίσκεται το σημαντικό. Κι αυτή είναι ίσως η πιο σπουδαία παρακαταθήκη του.
Διαβάστε επίσης:
Ο Τσίπρας, ο Φάμελλος, το «νέο κόμμα» και η «συγχώνευση»
ΚΚΕ: Ζεσταίνει «μηχανές» για την 6η Σεπτεμβρίου, με «καύσιμο» το νομοσχέδιο Κεραμέως
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.