Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Η αιφνίδια αποχώρηση του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS Gerald R. Ford από την πρώτη γραμμή επιχειρήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο προκάλεσε μεγάλη συζήτηση και πληθώρα εικασιών. Αρχικά κυκλοφόρησαν πληροφορίες για τεχνικά προβλήματα — από υδραυλικά συστήματα μέχρι δυσλειτουργίες στα πλυντήρια και στο σύστημα αποχέτευσης.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε πιο σύνθετη. Ιδιαίτερα μετά την εξαπόλυση ιρανικών πυραύλων προς τη βάση του Diego Garcia στον Ινδικό Ωκεανό. Ένα σημείο που απέχει πολύ περισσότερο απ’ ότι η βάση της Σούδας στην οποία ήμερα επισκευάζεται το αμερικανικό αεροπλανοφόρο, από τις βάσεις εκτόξευσης ιρανικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Οπότε και το ερώτημα είναι εάν ο «μοναχικός βασιλιάς» είναι ένας στόχος των Ιρανών, και κατ΄ επέκταση η βάση της Σούδας.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το περιστατικό που οδήγησε στην προσωρινή απομάκρυνση του πλοίου από την επιχειρησιακή περιοχή ήταν μια σοβαρή πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στους χώρους του πλυντηρίου του πλοίου. Η φωτιά ξέσπασε σε εσωτερικό τμήμα της υπερκατασκευής και κινητοποίησε για πολλές ώρες τα συνεργεία πυρασφάλειας και ελέγχου ζημιών του πληρώματος.
Η αντιμετώπιση της πυρκαγιάς υπήρξε ιδιαίτερα απαιτητική. Δεκάδες ναύτες χρειάστηκε να λάβουν ιατρική βοήθεια για εισπνοή καπνού, ενώ τμήματα των χώρων διαβίωσης του πληρώματος υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Εκατοντάδες ναυτικοί βρέθηκαν προσωρινά χωρίς κανονικούς χώρους ανάπαυσης, γεγονός που επηρέασε άμεσα την καθημερινή λειτουργία του πλοίου.
Παρά τη σοβαρότητα του συμβάντος, τα κρίσιμα επιχειρησιακά συστήματα του πλοίου —πρόωση, συστήματα μάχης και δυνατότητες αεροπορικών επιχειρήσεων— δεν υπέστησαν ζημιές. Η απόφαση για αποχώρηση από την πρώτη γραμμή δεν ελήφθη επειδή το πλοίο είχε καταστεί ανίκανο να επιχειρεί, αλλά επειδή κρίθηκε αναγκαίο να αποκατασταθούν οι ζημιές και να επανέλθουν οι συνθήκες διαβίωσης και επιχειρησιακής ετοιμότητας του πληρώματος.
Για τον λόγο αυτό, το πλοίο κατευθύνθηκε στη ναυτική βάση της Σούδας στην Κρήτη, έναν από τους σημαντικότερους κόμβους υποστήριξης του αμερικανικού στόλου στη Μεσόγειο, όπου πραγματοποιούνται οι απαραίτητες επισκευές και έλεγχοι.

Οι πρώτες πληροφορίες που έκαναν λόγο για προβλήματα στα πλυντήρια ή στο σύστημα αποχέτευσης δεν ήταν εντελώς αυθαίρετες. Στο παρελθόν έχουν αναφερθεί περιστασιακές δυσλειτουργίες σε τέτοια βοηθητικά συστήματα, τα οποία επηρεάζουν κυρίως την καθημερινότητα του πληρώματος και όχι την επιχειρησιακή ισχύ του πλοίου.
Η προσωρινή απουσία του πλοίου από την πρώτη γραμμή δεν σημαίνει απαραίτητα μείωση της αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στην περιοχή. Το αμερικανικό ναυτικό διαθέτει πολλαπλές ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων και είναι σε θέση να αναπροσαρμόζει γρήγορα τη διάταξη των δυνάμεών του ώστε να διατηρεί την επιχειρησιακή ισορροπία. Όπως και κάνει τώρα με της αντικατάσταση του Ford από το αεροπλανοφόρο Bush.
Το περιστατικό, ωστόσο, αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: ακόμη και τα πιο σύγχρονα πολεμικά πλοία του κόσμου, όπως το USS Gerald R. Ford — το πιο προηγμένο αεροπλανοφόρο που έχει κατασκευαστεί ποτέ — παραμένουν εξαιρετικά σύνθετα συστήματα. Η επιχειρησιακή τους αποτελεσματικότητα εξαρτάται όχι μόνο από τα προηγμένα όπλα και τα ηλεκτρονικά τους, αλλά και από δεκάδες φαινομενικά δευτερεύοντα συστήματα που υποστηρίζουν την καθημερινή ζωή και τη λειτουργία χιλιάδων ανθρώπων πάνω στο πλοίο.
Το περιστατικό στο GeraldR. Ford υπενθυμίζει ότι η ισχύς ενός σύγχρονου αεροπλανοφόρου δεν είναι μόνο θέμα τεχνολογίας ή οπλικών συστημάτων. Είναι αποτέλεσμα ενός σύνθετου οικοσυστήματος ανθρώπων, μηχανών και διαδικασιών που λειτουργούν αδιάκοπα επί μήνες στη θάλασσα. Κάτι που είχε επισημάνει το «Π» όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα στο εμβληματικό αεροπλανοφόρο.
Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και ένα συμβάν σε έναν χώρο υποστήριξης —όπως ένα πλυντήριο— μπορεί να εξελιχθεί σε επιχειρησιακό ζήτημα. Και ακριβώς γι’ αυτό, η διαχείριση κινδύνων, η εκπαίδευση του πληρώματος και η ικανότητα ταχείας αποκατάστασης παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες για τη διατήρηση της ναυτικής υπεροχής.Τελικά, ακόμη και οι πιο ισχυρές πλατφόρμες εξαρτώνται τελικά από την ανθεκτικότητα του ανθρώπινου παράγοντα και την αποτελεσματικότητα της καθημερινής λειτουργίας τους.
Το ευρύτερο ερώτημα, όμως ξεφεύγει από το αν οι μονάδες πυρασφάλειας του USS Ford, λειτούργησαν, αλλά το κατά πόσον η παραμονή του στη Σούδα για τις επισκευές, διαμορφώνει κίνδυνο για το ίδιο (μια και είναι ακινητοποιημένο), την ναυτική βάση και την Κρήτη. Είναι αυτό που λενε Και οι ίδιοι οι αμερικανοί ένα “sittingduck”;
Οι έως τώρα πληροφορίες ανέφεραν ότι το Ιράν απέχει περίπου 2.000–2.500 χλμ. από την Κρήτη. Αυτό σημαίνει ότι για να πληγεί η Σούδα θα απαιτούσε βαλλιστικός πύραυλος μεγάλου βεληνεκούς (MRBM ή IRBM), με τροχιά πάνω από αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής, όπου λειτουργούν συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης του ΝΑΤΟ. Η έως σήμερα απάντηση, επομένως κατέγραφε ότι ακόμη και οι πιο προηγμένοι ιρανικοί πύραυλοι έχουν οριακή ή θεωρητική δυνατότητα να φτάσουν τόσο δυτικά. Κάτι που φαίνεται να αλλάζει μετά το εγχείρημα για το ιρανικό πλήγμα στο Diego Garcia. Έστω κι αν αυτό δεν επιτεύχθηκε…
Τι σημαίνει όμως αυτό για την περίπτωση της Σούδας και του USS Ford την στιγμή που καταδεικνύεται ότι οι ιρανοί διαθέτουν πυραύλους με μεγαλύτερο βεληνεκές;
Η προσωρινή παρουσία του αμερικανικού αεροπλανοφόρου στην Κρήτη έχει προκαλέσει, όπως είναι φυσικό, συζητήσεις γύρω από ένα κρίσιμο ερώτημα: θα μπορούσε μια τόσο σημαντική ναυτική μονάδα ή ακόμη και η ίδια η βάση να αποτελέσουν εύκολο στόχο για μια πιθανή πυραυλική επίθεση από το Iran;

Η απάντηση των περισσότερων δυτικών αναλυτών αναφέρει ότι παρότι καμία στρατιωτική εγκατάσταση στον κόσμο δεν είναι απρόσβλητη, μια τέτοια επίθεση θα αντιμετώπιζε σοβαρά γεωγραφικά, επιχειρησιακά και στρατηγικά εμπόδια.
Το πρώτο και πιο προφανές είναι η απόσταση. Η Κρήτη βρίσκεται περίπου 2.000 έως 2.500 χιλιόμετρα από το Ιράν, γεγονός που σημαίνει ότι μια ενδεχόμενη επίθεση θα απαιτούσε τη χρήση βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η πορεία ενός τέτοιου όπλου θα έπρεπε να διασχίσει μεγάλο τμήμα της Μέσης Ανατολής, κάτι που αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες έγκαιρου εντοπισμού από τα συστήματα επιτήρησης και προειδοποίησης της Δύσης. Όπως έγινε προφανώς και στην περίπτωση της βάσης του Diego Garcia. Αυτό από την άλλη, δεν μπορεί να αναιρέσει την ανησυχία.
Το δυτικό σύστημα πληροφοριών υπογραμμίζει ότι ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο όπως το USS Gerald R. Ford δεν επιχειρεί ποτέ μόνο του. Αντίθετα, αποτελεί το κέντρο μιας ολόκληρης ομάδας κρούσης, η οποία περιλαμβάνει αντιτορπιλικά, υποβρύχια και αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης. Η λεγόμενη Carrier Strike Group λειτουργεί ως ένα κινητό σύστημα άμυνας πολλαπλών επιπέδων, ικανό να εντοπίζει και να αναχαιτίζει απειλές σε μεγάλες αποστάσεις.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι σύγχρονες στρατιωτικές βάσεις ή τα μεγάλα πολεμικά πλοία είναι άτρωτα. Ιδιαίτερα όταν ένα τέτοιο είναι ελλιμενισμένο. Στη σημερινή εποχή, οι απειλές μπορεί να πάρουν πολλές μορφές, από επιθέσεις κορεσμού, με πυραύλους και drones μέχρι κυβερνοεπιθέσεις ή άλλες υβριδικές ενέργειες.
Διαβάστε επίσης:
Σέρρες: Τροχαίο με έναν σοβαρά τραυματία
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.