Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Η τελευταία περίοδος αποδείχθηκε ιδιαίτερα διδακτική όσον αφορά στην αξία της πολιτικής, στα περιεχόμενα, στον ρόλο της, στον τρόπο άσκησής της, αλλά και στην μικροψυχία ορισμένων πολιτικών, οι οποίοι πολιτεύονται με μοναδικό γνώμονα την ικανοποίηση προσωπικών ή κομματικών επιδιώξεων, αποφεύγοντας να υπερασπιστούν ή ακόμη και να υπενθυμίσουν ότι κάποια κεκτημένα για την ευρωπαϊκή οικογένεια είναι αποτέλεσμα επιτυχιών ελληνικών κυβερνήσεων.
Η συμπερίληψη, για παράδειγμα, της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία αναφέρθηκε κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, επισημαίνοντας με ιδιαίτερη έμφαση την αξία της για την ΕΕ και τα κράτη-μέλη, είναι αποτέλεσμα σχεδιασμένης στρατηγικής και επίπονων προσπαθειών της Ελληνικής κυβέρνησης την περίοδο 2000-2004, κατά την οποία λάμβαναν χώρα οι διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη της ΕΕ.
Συγκεκριμένα, η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, το άρθρο 42.7 της Συνθήκης, ορίζει ότι, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα λοιπά κράτη μέλη υποχρεούνται να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που διαθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η ρήτρα ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα της ΕΕ που στη συνέχεια επικυρώθηκε στο δίκαιο της Ένωσης με τη Συνθήκη της Λισαβόνας και βρίσκεται σε ισχύ από την 1η Δεκεμβρίου 2009.
Αυτήν την πολύ θετική για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για τα ελληνικά συμφέροντα πρόνοια, όπως είναι κατανοητό, πολύ περισσότερο σήμερα, δεδομένων των εξελίξεων και της συζήτησης περί της οικοδόμησης μιας στρατηγικής ευρωπαϊκής άμυνας, ο σημερινός Έλληνας Πρωθυπουργός μόλις πρόσφατα τη θυμήθηκε, ενώ απέφυγε να αναφέρει ότι πρόκειται για μια ρύθμιση που ήρθε μετά από μια ελληνική πρωτοβουλία, προφανώς γιατί αυτή δεν αποτελεί επιτυχία δική του ή του κόμματός του.
Είναι χρήσιμο όμως να θυμηθούμε πώς φθάσαμε στην υιοθέτηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής από τις χώρες – μέλη της ΕΕ, που αποτελούσε ελληνική επιδίωξη από την ένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια -, και την οποία σήμερα επικαλούνται οι Ευρωπαίοι προκειμένου να αιτιολογήσουν τη στρατηγική απόφασή τους για μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία, παρά το γεγονός ότι τότε πολλές χώρες, ιδίως βορειοευρωπαϊκές, αντιδρούσαν σθεναρά.
Εκείνη την εποχή, λοιπόν, είχε διαμορφωθεί από την ελληνική κυβέρνηση μια συνεκτική στρατηγική με σκοπό την προώθηση πολλών ρυθμίσεων στο πλαίσιο του κειμένου του Ευρωπαϊκού Συντάγματος που ήταν υπό διαμόρφωση και οδήγησε στη Συνθήκη της Λισαβόνας, μεταξύ των οποίων και αρκετές ελληνικού ενδιαφέροντος.
Ας σημειωθεί ότι, είναι η συνέχεια της στρατηγικής που οδήγησε τον Δεκέμβριο του 1999 στη μεγάλης σημασίας απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία η επίλυση του Κυπριακού δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και ακολούθως, στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Κοπεγχάγης στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2002, για την ένταξη της Κύπρου και άλλων 9 χωρών στην ΕΕ από την 1η Μαΐου 2004.
Λίγους μήνες μετά την απόφαση για την ένταξη της Κύπρου, στα τέλη του 2003, πραγματοποιείται συνεδρίαση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης, στην οποία ο τότε Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, δεδομένων των αντιδράσεων για την υιοθέτηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής στη Συνθήκη, παρεμβαίνει με αποφασιστικότητα λέγοντας μεταξύ άλλων:
«Γνωρίζω πολύ καλά και το ξέρετε από πού πηγάζουν οι αντιρρήσεις όσων λένε πως το ΝΑΤΟ αρκεί. Γνωρίζω πολύ καλά και το ξέρετε τις ευαισθησίες των σκανδιναβικών κρατών. Αλλά πείτε μου, πώς είναι δυνατόν να δεχόμαστε να υπάρχει άρθρο στη Συνθήκη που μας υποχρεώνει να είμαστε αλληλέγγυοι μεταξύ μας σε περίπτωση που ένας από μας δεχθεί τρομοκρατική επίθεση αλλά να μην δεχόμαστε να υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση αλληλεγγύης σε περίπτωση που κάποιο κράτος – μέλος δεχθεί επίθεση από τρίτο κράτος; Πώς θα το εξηγήσουμε αυτό στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους δικούς μας πολίτες; Για αυτό μην συζητάμε αν πρέπει να υπάρχει η διάταξη – πρέπει. Ας συζητήσουμε πώς θα την διατυπώσουμε για να συμφωνήσουμε όλοι. Και για αυτό η Ελλάδα προτείνει την εξής διατύπωση…»
Ο λόγος του αποδείχθηκε καταλυτικός. Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, αποτελούσε πλέον μέρος της ιστορίας της ΕΕ.
Υπουργός Εξωτερικών, ήταν ο Γιώργος Α. Παπανδρέου. Πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης. Μαζί τους, μιας σειρά σημαντικά κυβερνητικά και υπηρεσιακά στελέχη, διαμόρφωσαν μια δυναμική διαπραγματευτική ομάδα, η οποία κατόρθωσε να κατακτήσει στόχους που αποτελούν πολύτιμα κεκτημένα για τα εθνικά μας συμφέροντα με διαχρονική σημασία και αξία.
Δεν θα πρέπει ωστόσο να διαφύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι, η ελληνική στρατηγική, ήταν σχεδιασμένη έτσι ώστε, να επιτυγχάνει εθνικούς στόχους γιατί απέρρεαν από τις ευρωπαϊκές αξίες και παράλληλα, ικανοποιούσαν ευρωπαϊκές επιδιώξεις, ακόμη και αν κάποια κράτη-μέλη, για δικούς τους λόγους μπορεί να αντιδρούσαν τακτικά.
Αυτή η στρατηγική που έχει την υπογραφή των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, είναι που πριν από λίγες ημέρες οδήγησε στην Κύπρο τους Ευρωπαίους ηγέτες προκειμένου να συζητήσουν το μέλλον της Ευρώπης.
Αυτή η στρατηγική αποδεικνύεται σήμερα χρήσιμη για ένα ευρωπαϊκό μέλλον που δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην αλληλεγγύη των κρατών-μελών.
Αυτή η στρατηγική έχει ελληνική υπογραφή.
Μια τέτοια στρατηγική όμως, ανεξάρτητης πολυμερούς εξωτερικής πολιτικής, προϋποθέτει όραμα, έγνοια για τα εθνικά συμφέροντα, προτεραιότητα στο δημόσιο συμφέρον και το σημαντικότερο, ενεργοποίηση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Μια τέτοια στρατηγική δεν περιλαμβάνεται στα ενδιαφέροντα της σημερινής αποσπασματικής εξωτερικής πολιτικής που ικανοποιεί τακτικές ανάγκες, συμφέροντα και κατεστημένα.
Σημασία για τη σημερινή κυβέρνηση έχει μόνον ό,τι μπορεί να συμβάλει στην ανανέωση της κυβερνητικής της θητείας, με μοναδικό μέλημα την ιδιοποίηση της εξουσίας και την αντιμετώπισή της ως λάφυρο. Όλες οι όζουσες υποθέσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, επιβεβαιώνουν αυτήν την πικρή αλήθεια.
Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εκπονείται μια πολιτική, ακόμη και για μείζονα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, είναι αποκαλυπτικός της επιπόλαιης, το λιγότερο, αντιμετώπισης κρίσιμων ζητημάτων.
Όταν πρόσφατα απειλήθηκε η Κύπρος από drone λόγω της σύρραξης Αμερικής – Ισραήλ – Ιράν, η κυβέρνηση επέλεξε να αξιοποιήσει αυτήν την εξέλιξη ως ευκαιρία μετάθεσης του δημόσιου διαλόγου από το πεδίο των σκανδάλων, αντιμετωπίζοντας το όλο ζήτημα με μεγάλη προχειρότητα. Έτσι, φτάσαμε στο σημείο βουλευτές της ΝΔ και σχολιαστές στα ΜΜΕ να επικαλούνται το ενιαίο αμυντικό δόγμα ως βάση της αποστολής στρατιωτικής βοήθειας προς ενίσχυση της κυπριακής άμυνας και δεν παρέλειπαν να αναφέρονται στον δημιουργό του αμυντικού δόγματος προκειμένου να διαμορφώσουν θετική εικόνα για την κυβερνητική επιλογή, η οποία είναι αλήθεια στις δημοσκοπήσεις που ακολούθησαν αποτυπώθηκε θετικά για την κυβέρνηση. Το ενιαίο αμυντικό δόγμα, μια πολιτική των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, που υλοποιήθηκε σε μια περίοδο απομόνωσης της Κύπρου και απουσίας άλλων διεθνών στηριγμάτων της, ικανοποιούσε ανάγκες μιας άλλης εποχής, και ορθώς οδήγησε στη διαμόρφωση του δόγματος προστασίας της Κύπρου από πιθανές απειλές.
Μετά το 2003 όμως, η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ. Η προστασία της, δεν μπορεί να είναι απλά θέμα διμερούς συνεργασίας με την Ελλάδα. Η ΕΕ, στο πλαίσιο του άρθρου 42.7 της Συνθήκης περί αμοιβαίας συνδρομής, υποχρεούται να συμβάλει στην προστασία της Κύπρου σε περιπτώσεις απειλής, όπως η πρόσφατη λόγω του πολέμου ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν.
Η χλιαρή, το λιγότερο, αξιοποίηση εκ μέρους της ελληνικής πλευράς της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής, δεν επέτρεψε τη μέγιστη δυνατή έμπρακτη ενίσχυσή της από την ίδια τη χώρα που συνέβαλε τα μέγιστα στην υιοθέτησή της.
Και όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελληνική διπλωματία όφειλε αφενός μεν να προωθεί κάθε τι που θα μπορούσε να ενισχύει την πορεία προς την αμυντική θωράκιση της ΕΕ, αφετέρου δε να αναλάβει πρωτοβουλία διαμόρφωσης μιας ευρύτερης συνεργασίας στην περιοχή με στόχο τη δημιουργία κλίματος γενικότερης κινητοποίησης με σκοπό την ειρήνη και τη συνεργασία.
Τέτοιες όμως στρατηγικές, απαιτούν αξίες, αντιλήψεις και ηγέτες που μεριμνούν πρωτίστως και εγκαίρως για το εθνικό συμφέρον. Η σημερινή κυβέρνηση, όχι μόνον αδυνατεί να οικοδομήσει μια τέτοια στρατηγική, αρκούμενη να ικανοποιεί τους τακτικούς συνοδοιπόρους της στα διεθνή ζητήματα, αλλά προβάλλει και μια επικίνδυνη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι λύσεις βρίσκονται α λα καρτ σε συμφωνίες τύπου δούναι και λαβείν.
Αυτή η αντίληψη, δεν επιφέρει πολιτικά αποτελέσματα με βάθος, όπως η στρατηγική εκείνη που οδήγησε την Κύπρο στην ΕΕ και στην υιοθέτηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής, αλλά παράγει πρόσκαιρες εντυπώσεις με το ενδιαφέρον κυρίως στραμμένο στην εσωτερική κατανάλωση.
Διαβάστε επίσης:
Aνάπτυξη του Iron Dome στα Εμιράτα – Νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή
Η Κοιλάδα του Αχελώου αξίζει ισότιμη πρόσβαση στην Υγεία
Η Λιμπερασιόν, η Ιταλίδα Αντρέα Μαρκολόγκο και ο Καζαντζίδης
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.