Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Για δεκαετίες η Ελλάδα άκουγε μεγάλες κουβέντες για τον ορυκτό της πλούτο, χωρίς όμως να αποκτήσει ποτέ ουσιαστικό ρόλο στο διεθνές παιχνίδι των στρατηγικών πρώτων υλών. Σήμερα, μέσα στη νέα παγκόσμια μάχη για τον έλεγχο των κρίσιμων μετάλλων, φαίνεται να ανοίγει ένα διαφορετικό παράθυρο ευκαιρίας. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτό δεν αφορά κάποιο «παραδοσιακό» μέταλλο, αλλά ένα υλικό σχεδόν άγνωστο για τους περισσότερους: το γάλλιο.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το συγκεκριμένο μέταλλο απασχολούσε κυρίως εξειδικευμένους βιομηχανικούς κύκλους. Πλέον όμως θεωρείται κομβικό για ολόκληρη τη νέα τεχνολογική οικονομία. Από τα μικροτσίπ και την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι τα φωτοβολταϊκά, τα δίκτυα 5G, τα ραντάρ, τους δορυφόρους και τα σύγχρονα οπλικά συστήματα, το γάλλιο βρίσκεται πλέον στην «καρδιά» των τεχνολογιών που καθορίζουν την οικονομική και γεωπολιτική ισχύ.
Και εκεί ακριβώς ξεκινά το μεγάλο διεθνές παιχνίδι. Γιατί οι κρίσιμες πρώτες ύλες έχουν πλέον μετατραπεί σε κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό βιομηχανικό προϊόν. Οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ευρώπη αντιμετωπίζουν πλέον τα στρατηγικά μέταλλα περίπου όπως αντιμετώπιζαν παλαιότερα το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο: ως εργαλείο ισχύος και γεωπολιτικής επιρροής.
Η Κίνα κατάφερε τα προηγούμενα χρόνια να αποκτήσει σχεδόν κυρίαρχη θέση στην παγκόσμια αγορά σπάνιων γαιών και κρίσιμων μετάλλων, χτίζοντας τεράστια παραγωγική ισχύ και ελέγχοντας σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και επεξεργασίας.
Σε αρκετές πρώτες ύλες, το κινεζικό αποτύπωμα αγγίζει ποσοστά που ξεπερνούν το 90% της διεθνούς παραγωγής ή επεξεργασίας. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλα τμήματα της δυτικής βιομηχανίας εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το Πεκίνο, είτε πρόκειται για την τεχνολογία είτε για την αμυντική βιομηχανία.
Η πραγματική ανησυχία στη Δύση ξεκίνησε όταν η Κίνα άρχισε να χρησιμοποιεί αυτή τη θέση ισχύος ως διαπραγματευτικό εργαλείο, περιορίζοντας εξαγωγές κρίσιμων μετάλλων και στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι οι πρώτες ύλες μπορούν να μετατραπούν σε γεωπολιτικό όπλο.
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η επένδυση της METLEN στο γάλλιο αποκτά πολύ μεγαλύτερη διάσταση από ένα απλό βιομηχανικό project.
Η επένδυση ύψους 400 εκατ. ευρώ ουσιαστικά επιχειρεί να τοποθετήσει την Ελλάδα μέσα σε μια νέα ευρωπαϊκή αλυσίδα στρατηγικών μετάλλων, σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά επειγόντως εναλλακτικές πηγές προμήθειας εκτός Κίνας.
Στην αγορά θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική και η αναφορά του Ευάγγελου Μυτιληναίου ότι η εταιρεία ανέπτυξε τεχνολογία παραγωγής γαλλίου με κόστος ακόμη χαμηλότερο από εκείνο της Κίνας.
Αυτό δεν αποτελεί απλώς τεχνική λεπτομέρεια. Για χρόνια το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Κίνας ήταν ότι μπορούσε να παράγει κρίσιμες πρώτες ύλες φθηνότερα από οποιονδήποτε άλλο, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την ανάπτυξη ανταγωνιστικής παραγωγής στη Δύση.
Αν πράγματι η ελληνική παραγωγή μπορεί να κινηθεί σε χαμηλότερο κόστος, τότε αλλάζουν οι ισορροπίες όχι μόνο σε επιχειρηματικό αλλά και σε γεωπολιτικό επίπεδο.
Και αυτό γιατί το ζήτημα των κρίσιμων μετάλλων δεν αφορά πλέον μόνο τη βιομηχανία. Αφορά την ενεργειακή μετάβαση, την τεχνολογική κυριαρχία, την άμυνα και τελικά την ίδια τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Η ΕΕ αντιλήφθηκε μάλλον καθυστερημένα ότι είχε οικοδομήσει μια επικίνδυνη εξάρτηση. Για δεκαετίες βασίστηκε στη ρωσική ενέργεια και παράλληλα επέτρεψε στην Κίνα να κυριαρχήσει στις κρίσιμες πρώτες ύλες χωρίς να δημιουργήσει εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Κίνας λειτούργησαν σαν γεωπολιτικό σοκ. Ξαφνικά, οι Βρυξέλλες ανακάλυψαν ότι χωρίς πρόσβαση σε στρατηγικά μέταλλα δεν μπορεί να υπάρξει ούτε πράσινη μετάβαση ούτε τεχνολογική αυτάρκεια ούτε αμυντική αυτονομία.
Και κάπου εκεί η Ελλάδα αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον. Η χώρα διαθέτει βωξίτη, μεταλλουργική βάση, ενεργειακές υποδομές και πλέον επενδύσεις που μπορούν να συνδεθούν με την παραγωγή κρίσιμων υλικών. Αν προστεθούν ευρωπαϊκά κεφάλαια και νέα βιομηχανικά projects, τότε η Ελλάδα θα μπορούσε σταδιακά να αποκτήσει ρόλο πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που είχε μέχρι σήμερα στον χάρτη των στρατηγικών πρώτων υλών.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο την εξόρυξη. Αφορά ολόκληρη αλυσίδα παραγωγής και τεχνολογίας: μεταποίηση, βιομηχανικές εφαρμογές, έρευνα, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και σύνδεση με ευρωπαϊκές αμυντικές και τεχνολογικές βιομηχανίες.
Για αυτό και η αναφορά Μυτιληναίου στη φράση «πατήρ πάντων πόλεμος» μόνο τυχαία δεν θεωρήθηκε. Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, οι πρώτες ύλες μετατρέπονται σταδιακά σε εργαλείο πίεσης και ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Οι ΗΠΑ, η Ευρώπη, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα αναζητούν πλέον ασφαλείς εφοδιαστικές αλυσίδες εκτός κινεζικής επιρροής. Και σε αυτό το νέο γεωοικονομικό σκηνικό, ακόμη και μια χώρα όπως η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό ειδικό βάρος.
Το αν τελικά θα αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία είναι μια διαφορετική συζήτηση. Γιατί η Ελλάδα έχει συχνά αποδείξει ότι μπορεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα αλλά να καθυστερεί στην αξιοποίησή τους.
Αυτή τη φορά, όμως, η συγκυρία δείχνει διαφορετική. Και ίσως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η χώρα να βρεθεί όχι απλώς θεατής των διεθνών εξελίξεων, αλλά μέσα στον πυρήνα μιας νέας μάχης για τον έλεγχο των πρώτων υλών που θα καθορίσουν την επόμενη δεκαετία.
Διαβάστε επίσης:
Η CrediaBank απορροφά την Ευρώπη Holdings – Tι προβλέπει το deal
Η ΔΕΗ αλλάζει επίπεδο με ιστορική υπερκάλυψη και διεθνή επενδυτική ψήφο εμπιστοσύνης
Louis Hotels: Δρομολογεί επενδύσεις άνω των 60 εκατ. σε Ελλάδα και Κύπρο
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.