Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύντροφό της, τον πρώην σύζυγό της ή έναν άνδρα που δεν αποδέχθηκε την αυτονομία της, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα ακολουθεί σχεδόν την ίδια διαδρομή. Οι εικόνες συγκλονίζουν, οι μαρτυρίες σοκάρουν, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις αναζωπυρώνονται και επανέρχεται το ίδιο ερώτημα: χρειάζεται η Ελλάδα να αναγνωρίσει νομικά τον όρο «γυναικοκτονία»;
Η απάντηση που δίνουν οι επικριτές της ιδέας είναι συνήθως απλή: «Η ανθρωποκτονία τιμωρείται ήδη. Γιατί χρειάζεται άλλη λέξη;».
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, ίσως είναι διαφορετικό. Τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία αρνείται να κατονομάσει ένα συγκεκριμένο μοτίβο εγκλήματος; Και τι αλλάζει όταν αποφασίζει να το αναγνωρίσει θεσμικά; Η εμπειρία αρκετών χωρών δείχνει ότι η συζήτηση δεν αφορά κυρίως την ποινή. Αφορά την αναγνώριση του κινήτρου. Και όπου δεν ονομάζεται το έγκλημα, χάνεται το κίνητρο. Όπου χάνεται το κίνητρο, χάνεται και η δυνατότητα πρόληψης.
Η γυναικοκτονία δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο που απασχολεί πλέον διεθνείς οργανισμούς, κυβερνήσεις και δικαστικά συστήματα. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) και της UN Women, περίπου 50.000 γυναίκες και κορίτσια δολοφονήθηκαν το 2024 από συντρόφους ή μέλη της οικογένειάς τους. Με απλά λόγια, κατά μέσο όρο 137 γυναίκες σκοτώνονταν κάθε ημέρα από ανθρώπους που υποτίθεται ότι αποτελούσαν το πιο ασφαλές περιβάλλον της ζωής τους. Το στοιχείο αυτό είναι αποκαλυπτικό. Δείχνει ότι η έμφυλη βία δεν τελειώνει στο ξύλο, στις απειλές ή στην ψυχολογική κακοποίηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις καταλήγει στην ακραία μορφή της: τη δολοφονία.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία της λέξης.
Οι πρώτες χώρες που αναγνώρισαν τη γυναικοκτονία διαπίστωσαν ένα βασικό πρόβλημα: οι δολοφονίες γυναικών καταγράφονταν απλώς ως ανθρωποκτονίες. Νομικά αυτό ήταν ορθό. Στατιστικά όμως ήταν παραπλανητικό. Διότι εξαφάνιζε το κοινό χαρακτηριστικό πολλών υποθέσεων: ότι οι γυναίκες δεν σκοτώθηκαν τυχαία. Σκοτώθηκαν επειδή ήταν γυναίκες που θέλησαν να φύγουν από μια σχέση, να χωρίσουν, να αρνηθούν τον έλεγχο ή να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση. Όταν όλες αυτές οι υποθέσεις μπαίνουν στο ίδιο καλάθι με κάθε άλλη ανθρωποκτονία, το κίνητρο χάνεται από το οπτικό πεδίο του κράτους. Και όταν δεν καταγράφεται το κίνητρο, δεν μπορεί να σχεδιαστεί αποτελεσματική πολιτική πρόληψης.

Η Ευρώπη δεν κινήθηκε παντού με τον ίδιο τρόπο. Σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, νομικό ορισμό της γυναικοκτονίας έχουν ήδη εισαγάγει η Κύπρος, η Μάλτα, η Κροατία και η Ιταλία. Παράλληλα, το Βέλγιο έχει υιοθετήσει ειδική νομοθεσία για την πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου.
Καμία από αυτές τις χώρες δεν ισχυρίζεται ότι η νομοθέτηση εξαφάνισε τη βία. Ισχυρίζονται όμως ότι η πολιτεία απέκτησε καλύτερη εικόνα του προβλήματος. Και αυτό δεν είναι αμελητέο.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής. Δεκαοκτώ χώρες έχουν πλέον ποινικοποιήσει τη γυναικοκτονία. Η περιοχή αυτή αντιμετώπισε για δεκαετίες πρωτοφανή επίπεδα βίας κατά των γυναικών και πρωτοστάτησε στην ανάπτυξη του όρου «femicidio». Το αποτέλεσμα δεν ήταν θεαματικό ως προς τη μείωση των δολοφονιών. Αποδείχθηκε όμως κάτι άλλο: ότι η νομοθεσία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζονται δομές προστασίας, αστυνομική εκπαίδευση, ξενώνες φιλοξενίας, γρήγορη απονομή δικαιοσύνης και μηχανισμοί πρόληψης. Η λέξη μπορεί να είναι απαραίτητη, αλλά δεν είναι από μόνη της αρκετή.
Στην Ελλάδα η συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται στο αν χρειάζεται ή όχι μια νέα νομική κατηγορία. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι άλλο. Σήμερα γνωρίζουμε ότι πίσω από πολλές γυναικοκτονίες προηγούνται μήνες ή χρόνια ενδοοικογενειακής βίας, απειλών, εμμονικής παρακολούθησης, ψυχολογικής κακοποίησης, οικονομικού ελέγχου, εκβιασμών.
Οι δολοφονίες αποτελούν συνήθως το τελευταίο στάδιο μιας μακράς διαδρομής. Αν το κράτος δεν καταγράφει συστηματικά αυτές τις υποθέσεις ως μέρος ενός ενιαίου φαινομένου, χάνει πολύτιμες πληροφορίες για τα κοινά χαρακτηριστικά τους. Και τότε περιορίζεται στο να αντιδρά μετά το έγκλημα αντί να το προλαμβάνει.
Οι υποστηρικτές της νομικής αναγνώρισης της γυναικοκτονίας δεν ζητούν αυστηρότερες ποινές από τα ισόβια, αλλά επιδιώκουν κάτι διαφορετικό: Να αναγνωρίσει η Πολιτεία ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων με κοινά χαρακτηριστικά, κοινά κίνητρα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Να μπορεί να τα μετρήσει, να τα μελετήσει, να τα προλάβει. Διότι η πρόληψη αρχίζει πάντα από τη γνώση και η γνώση αρχίζει από την ονομασία.
Η ιστορία των χωρών που επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν τον όρο «γυναικοκτονία» δεν δείχνει ότι βρήκαν τη μαγική λύση. Δείχνει όμως κάτι εξίσου σημαντικό: ότι αποφάσισαν να κοιτάξουν το πρόβλημα κατάματα. Γιατί όταν ένα έγκλημα παραμένει ανώνυμο, κινδυνεύει να εμφανίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό. Όταν αποκτά όνομα, γίνεται ορατό ως κοινωνικό φαινόμενο. Και μόνο τότε μπορεί πραγματικά να αντιμετωπιστεί.
Διαβάστε επίσης
Γυναικτονία στη Δράμα: Σε κλίμα οδύνης η κηδεία της 45χρονης
Λαγοκέφαλος δάγκωσε ηλικιωμένη στη Βάρκιζα – Υποβλήθηκε σε ράμματα
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.