search
ΠΕΜΠΤΗ 18.06.2026 07:35
MENU CLOSE

Συμφωνία ειρήνης ή εύθραυστη ανακωχή;

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2443
18/06/2026
18.06.2026 06:30
teherani iran 4456- new

Η πρόσφατη προκαταρκτική συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν σηματοδοτεί μία από τις πιο σημαντικές διπλωματικές εξελίξεις των τελευταίων ετών στη Μέση Ανατολή. Την Τρίτη 16 Ιουνίου ο Αμερικανός αναλυτής Τζος Μπλοκ και σαουδαραβικά ΜΜΕ δημοσίευσαν το Μνημόνιο Κατανόησης (MoU) ΗΠΑ – Ιράν, το οποίο περιλαμβάνει τις 14 ρήτρες της συμφωνίας που οι δύο χώρες πρόκειται να υπογράψουν στη Γενεύη στις 19 Ιουνίου. Σύμφωνα με το MoU, οι δύο χώρες θα διεξαγάγουν περαιτέρω διαπραγματεύσεις για 60 ημέρες, ωστόσο η περίοδος αυτή μπορεί να παραταθεί «με αμοιβαία συναίνεση».

Παρότι παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές ως βήμα αποκλιμάκωσης και σταθεροποίησης, τα δεδομένα δείχνουν ότι πρόκειται περισσότερο για ένα εύθραυστο πλαίσιο κατανόησης, παρά για οριστική ειρήνη. Μάλιστα, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως «προσπάθεια τερματισμού ενός πολέμου που ο Ντόναλντ Τραμπ δεν επιθυμούσε πλέον να συνεχιστεί».

Μεταξύ άλλων το Μνημόνιο προβλέπει «κατάπαυση του πυρός σε όλα τα ενεργά μέτωπα» και «άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών» εντός 30 ημερών από την υπογραφή, σύμφωνα με το Axios. Παράλληλα, προβλέπεται «η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ», με την Ουάσιγκτον να δηλώνει ότι θα παραμείνουν «ανοιχτά και χωρίς διόδια».

Πάντως, η Τεχεράνη δεν έχει επιβεβαιώσει πλήρως την αμερικανική ερμηνεία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο διατήρησης ιρανικού ελέγχου ή οικονομικών ρυθμίσεων για τη διέλευση.

Το αβέβαιο καθεστώς των Στενών

Ως γνωστόν, τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά σημεία του πλανήτη. Η σημασία τους για την ενεργειακή ασφάλεια και τη διεθνή οικονομία είναι καθοριστική, γεγονός που τα καθιστά διαχρονικό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους η ελεύθερη και ανεμπόδιστη ναυσιπλοΐα αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για τη σταθερότητα των διεθνών αγορών. Αντίθετα το Ιράν αντιμετωπίζει τα Στενά ως στρατηγικό εργαλείο επιρροής και αποτροπής επιδιώκοντας να διατηρήσει σημαντικό βαθμό ελέγχου στη ναυσιπλοΐα και να επιβάλει στο μέλλον τέλη διέλευσης.

Παρά τη θετική αντίδραση των αγορών, με την πτώση των τιμών του πετρελαίου λόγω των προσδοκιών αποκλιμάκωσης, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης παραμένει αβέβαιη. Το Μνημόνιο προβλέπει ότι το Ιράν θα λάβει άμεσα μέτρα ώστε η διέλευση εμπορικών πλοίων από τα Στενά να επανέλθει μέσα σε 30 ημέρες στην προ της κρίσης κατάσταση. Ωστόσο το κείμενο δεν απαγορεύει ρητά στο Ιράν να «διαχειρίζεται» τα Στενά. Επομένως, η Τεχεράνη θα μπορούσε να επιβάλει τέλη στα διερχόμενα εμπορικά πλοία.

Ανοιχτό το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος

Παρά τα αμερικανικά μηνύματα αποκλιμάκωσης, δεν υπάρχει σαφής συμφωνία ούτε για τον εμπλουτισμό ουρανίου ούτε για το μέλλον των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων. Η Ουάσιγκτον συνδέει την άρση των κυρώσεων με συγκεκριμένα βήματα συμμόρφωσης. Αντίθετα η Τεχεράνη απορρίπτει οποιαδήποτε λύση που θα περιόριζε τη στρατηγική της αυτονομία, αποδεχόμενη μόνο προσωρινές ή μερικές δεσμεύσεις.

Η πρόβλεψη για 60 ημέρες περαιτέρω διαπραγματεύσεων δείχνει ότι το ζήτημα των πυρηνικών παραμένει ανοιχτό και δυνάμει εκρηκτικό, με ιστορικό προηγούμενων αποτυχημένων συμφωνιών να βαραίνει το κλίμα. Ας μην ξεχνάμε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν θεωρείται η βασική αιτία της αρχικής κλιμάκωσης της σύγκρουσης. Ως εκ τούτου, το πυρηνικό ζήτημα παραμένει το πιο δύσκολο πεδίο γεφύρωσης, με περιορισμένα περιθώρια συμβιβασμού.

Το ανοιχτό μέτωπο του Λιβάνου

Ένα ακόμη αμφιλεγόμενο σημείο αφορά την επέκταση της κατάπαυσης του πυρός στο μέτωπο του Λιβάνου. Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι η συμφωνία καλύπτει όλα τα μέτωπα συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου. Η συνεχιζόμενη ένταση μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ ενισχύει την αβεβαιότητα, καθώς η οργάνωση λειτουργεί ως βασικός περιφερειακός βραχίονας του Ιράν. Μάλιστα, η απουσία του Ισραήλ από τις διαπραγματεύσεις αυξάνει τον κίνδυνο νέων στρατιωτικών ενεργειών, που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τη συμφωνία. Είναι προφανές ότι η εξέλιξη της σύγκρουσης Ισραήλ – Χεζμπολάχ θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό κατά πόσο η αποκλιμάκωση μπορεί να διατηρηθεί ή να υπονομευθεί από τους περιφερειακούς δρώντες.

● Η Χεζμπολάχ δήλωσε ότι θα τηρήσει την κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο και άφησε να εννοηθεί ότι θεωρεί τη συμφωνία ως προάγγελο της πλήρους αποχώρησης των ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο. Μάλιστα αξιωματούχος της δήλωσε στο Reuters ότι «η οργάνωση έχει σταματήσει τις επιθετικές επιχειρήσεις από την ανακοίνωση της συμφωνίας», υπογραμμίζοντας όμως ότι «η συμμόρφωσή της εξαρτάται από τη στάση του Ισραήλ».

Το Ισραήλ δηλώνει ότι «θα συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ». Ο υπουργός Άμυνας Ίσραελ Κατζ τόνισε ότι «οι ισραηλινές δυνάμεις θα διατηρήσουν επ’ αόριστον παρουσία σε ζώνες ασφαλείας στον Λίβανο, τη Συρία και τη Γάζα».

Οι διαφορετικές ερμηνείες της συμφωνίας δημιουργούν σοβαρή αβεβαιότητα για την εφαρμογή της. Το Ιράν ενδέχεται να συνδέσει τη δική του συμμόρφωση με την επίτευξη μιας συνολικής κατάπαυσης του πυρός στον Λίβανο και τον τερματισμό των ισραηλινών επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ, αυξάνοντας έτσι την πίεση προς το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι επιπτώσεις της αμερικανοϊρανικής συμφωνίας

Οι Ελντάντ Σαβίτ και Σίμα Σίνε, ερευνητές του ισραηλινού Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS), υποστηρίζουν ότι η προκαταρκτική συμφωνία συνιστά προσωρινή διευθέτηση, καθώς τα βασικά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά. Ακόμη και η περίοδος των 60 ημερών, που προβλέπεται για διαπραγματεύσεις, δεν εγγυάται κάποια σημαντική πρόοδο. Αντιθέτως είναι πιθανό να εξελιχθεί σε μηχανισμό καθυστέρησης.

Εκτιμάται ότι το Ιράν θα επιδιώξει να καρπωθεί τα κέρδη που προβλέπει η συμφωνία, να αποφύγει νέες δεσμεύσεις και να αμβλύνει τις αμερικανικές απαιτήσεις. Ο Τραμπ, έχοντας ήδη διακηρύξει την επιτυχία του, θα δυσκολευτεί και πιθανότατα δεν θα επιθυμεί να επιστρέψει σε πολεμική αντιπαράθεση, καθώς κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο το πολιτικό επίτευγμα που επιδιώκει να προβάλει. Στο ζήτημα του Λιβάνου, που είναι κρίσιμο για το Ισραήλ, οι θέσεις της Ουάσιγκτον διαφέρουν από τις αντίστοιχες θέσεις της Ιερουσαλήμ δημιουργώντας τριβές με την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία θεωρεί σχεδόν βέβαιο ότι το Ισραήλ επιδιώκει να υπονομεύσει τον τερματισμό του πολέμου.

Μέχρι τώρα η κυβέρνηση Νετανιάχου επιδίωκε να μετατρέψει τις στρατιωτικές επιτυχίες σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική αλλαγή απέναντι στο Ιράν και τη Χεζμπολάχ. Αντίθετα ο Τραμπ επιδίωκε να τερματίσει τον πόλεμο, να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ, να μειώσει την οικονομική πίεση στο παγκόσμιο σύστημα και να παρουσιάσει ένα γρήγορο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό επίτευγμα.

Η ελευθερία δράσης του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν αναμένεται να περιοριστεί σημαντικά. Στον Λίβανο αναμένεται να συνεχίσει τη διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, αναλόγως με την επιθετική δραστηριότητα της Χεζμπολάχ. Ωστόσο θα αξιολογείται πλέον, τόσο από την Τεχεράνη όσο και από την Ουάσιγκτον, με βάση το κατά πόσο θα θέτει σε κίνδυνο την αμερικανοϊρανική συμφωνία.

Το Ιράν, παρά τις σημαντικές ζημιές που υπέστη κατά τη διάρκεια του πολέμου, φαίνεται να εξέρχεται από την κρίση στρατηγικά ενισχυμένο. Διαπραγματεύτηκε σκληρά και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για:

● Την αναβολή της επίλυσης του ζητήματος του πυρηνικού του προγράμματος.

● Τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας και της πιθανής καθιέρωσης διοδίων στα Στενά του Ορμούζ.

● Την άρση των οικονομικών κυρώσεων.

● Την αποδέσμευση των παγωμένων κεφαλαίων.

● Την προστασία του «Άξονα Αντίστασης».

Η οπτική της Τεχεράνης για τη συμφωνία

Πρόσφατες τοποθετήσεις ιρανικών κρατικών ΜΜΕ (IRNA και Mehr News Agency), καθώς και σχόλια που αποδίδονται σε κύκλους προσκείμενους στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας και τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC) αναφέρουν ότι η προκαταρκτική συμφωνία δεν αποτελεί ιστορική διπλωματική τομή ούτε σταθερή ειρηνευτική διευθέτηση. Ωστόσο, πρόκειται για έναν προσωρινό και τακτικό συμβιβασμό υπό συνθήκες πίεσης, ο οποίος τερματίζει τη συγκρουσιακή κατάσταση χωρίς να αίρει τις θεμελιώδεις αντιπαραθέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με το κυρίαρχο ιρανικό αφήγημα, η Ουάσιγκτον οδηγήθηκε σε αποκλιμάκωση λόγω:

Του αυξημένου κόστους της σύγκρουσης.

Της πίεσης στις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Της αδυναμίας επίτευξης αποφασιστικού στρατιωτικού αποτελέσματος.

Υπό αυτό το πρίσμα η συμφωνία παρουσιάζεται ως επιβεβλημένη ανακωχή και όχι ως αλλαγή της αμερικανικής στρατηγικής. Η Τεχεράνη ερμηνεύει τη συμφωνία ως ευκαιρία διατήρησης και ενίσχυσης της διαπραγματευτικής της θέσης. Η μετατόπιση των κρίσιμων ζητημάτων, ιδίως του πυρηνικού προγράμματος, σε μελλοντικό στάδιο θεωρείται ότι της επιτρέπει να διατηρήσει τις τεχνολογικές της δυνατότητες και να ενισχύσει τη στρατηγική της ανθεκτικότητα.

Καθοριστικό στοιχείο της ιρανικής ανάγνωσης αποτελεί ο ρόλος των Στενών του Ορμούζ. Ιρανικές πηγές υποστηρίζουν ότι η ικανότητα της χώρας να επηρεάζει την ασφάλεια της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας και τις ενεργειακές ροές αποτέλεσε βασικό μοχλό πίεσης προς τις ΗΠΑ. Το Ορμούζ παρουσιάζεται ως «γεωοικονομικό εργαλείο αποτροπής», το οποίο ενίσχυσε τη διαπραγματευτική θέση της Τεχεράνης και υποχρέωσε τη Δύση σε μερική προσαρμογή.

Τέλος, αναγνωρίζεται και η εσωτερική πολιτική διάσταση. Μετριοπαθείς κύκλοι παρουσιάζουν τη συμφωνία ως οικονομική ανάσα, ενώ σκληροπυρηνικές δυνάμεις τη θεωρούν προσωρινό τακτικό ελιγμό χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις. Η συνολική γραμμή παραμένει ότι η Τεχεράνη δεν εγκαταλείπει τις στρατηγικές της επιλογές, αλλά τις προσαρμόζει χρονικά. Συμπερασματικά η ιρανική ανάγνωση της συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν συγκλίνει στην εκτίμηση ότι πρόκειται για μια εύθραυστη και προσωρινή ανακωχή.

Τα τέσσερα σημεία που θα καθορίσουν το μέλλον της συμφωνίας

Σε πρόσφατη ανάλυσή της, που δημοσιεύθηκε στο βρετανικό ινστιτούτο διεθνών σχέσεων Chatham House, η πρώην ύπατη εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και επικεφαλής των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στην πυρηνική συμφωνία του 2015 Κάθριν Μάργκαρετ Άστον υποστηρίζει ότι η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν συνιστά μια ειρηνευτική διευθέτηση με μόνιμα χαρακτηριστικά, αλλά έναν προσωρινό μηχανισμό διαχείρισης της κρίσης.

Κατά την Άστον, τα τέσσερα σημεία που θα καθορίσουν το μέλλον της συμφωνίας αποτυπώνονται σε τέσσερις κρίσιμους άξονες:

1. Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει ουσιαστικά άλυτο. Η συμφωνία μεταθέτει χρονικά την πιο δύσκολη πτυχή της διαπραγμάτευσης, χωρίς να προσφέρει συγκεκριμένες απαντήσεις στα βασικά ερωτήματα που αφορούν τα επιτρεπόμενα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου, το εύρος των διεθνών επιθεωρήσεων, τη διαχείριση των αποθεμάτων πυρηνικού υλικού και τους μηχανισμούς ελέγχου. Αυτό το κενό αποτελεί τη μεγαλύτερη αδυναμία του εγχειρήματος, καθώς το πυρηνικό πρόγραμμα υπήρξε εξαρχής ο πυρήνας της κρίσης.

2. Το Ισραήλ συνιστά τον μεγάλο άγνωστο παράγοντα της εξίσωσης. Καμιά συμφωνία δεν μπορεί να αποκτήσει μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα εάν το Ισραήλ καταλήξει στην εκτίμηση ότι η Τεχεράνη έχει τη δυνατότητα ταχείας απόκτησης πυρηνικού όπλου ή ότι το Ιράν εκμεταλλεύεται τη συμφωνία για να κερδίσει χρόνο.

3. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν την πραγματική κινητήρια δύναμη της συμφωνίας. Το άμεσο στρατηγικό κίνητρο της Ουάσιγκτον ήταν η επαναφορά της ασφάλειας στη ναυσιπλοΐα, η ομαλοποίηση των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και των τιμών του πετρελαίου, καθώς και η αποφυγή μιας νέας παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης.

4. Η συμφωνία παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Η Άστον παρομοιάζει το σύνολο της διαπραγμάτευσης με ένα «παζλ», του οποίου τα βασικά κομμάτια εξακολουθούν να παραμένουν ασύνδετα. Το πυρηνικό πρόγραμμα, οι κυρώσεις, η δράση του «Άξονα Αντίστασης», η κατάσταση στον Λίβανο και οι μηχανισμοί εφαρμογής των συμφωνηθέντων συνιστούν ανοιχτά ζητήματα, τα οποία μπορούν ανά πάσα στιγμή να οδηγήσουν σε νέα κρίση.

Επομένως, η επιβίωση της αμερικανοϊρανικής συμφωνίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι επόμενες διαπραγματεύσεις θα μπορέσουν να μετατρέψουν αυτή τη βραχυπρόθεσμη αποκλιμάκωση σε ένα συνεκτικό και εφαρμόσιμο πλαίσιο περιφερειακής ασφάλειας.

Ειρήνη ή προσωρινή παύση εχθροπραξιών;

Παρά τον ιστορικό χαρακτήρα που αποδίδεται στην προκαταρκτική αμερικανοϊρανική συμφωνία, τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν πρόκειται για πλήρη ειρήνη αλλά για μια εύθραυστη ανακωχή. Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως μια «εύθραυστη και υπερφιλόδοξη συμφωνία Τραμπ – Τεχεράνης», καθότι η ιρανική κρίση είναι πολυμερής και ίσως δεν θα έπρεπε να υπογραφεί μόνο από δύο μέρη. Εξάλλου, εκτός από το Ιράν και τις ΗΠΑ, υπάρχουν περιφερειακοί κρατικοί και μη κρατικοί δρώντες, οι οποίοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ή να υπονομεύσουν τη συμφωνία.

Επιπλέον τα κρίσιμα ζητήματα – Στενά του Ορμούζ, πυρηνικό πρόγραμμα και περιφερειακές συγκρούσεις – παραμένουν ανοιχτά. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων θα κρίνει εάν αυτή η όντως υπερφιλόδοξη συμφωνία θα εξελιχθεί σε σταθερό πλαίσιο ασφάλειας για τη Μέση Ανατολή ή αν θα αποτελέσει μια ακόμη προσωρινή παύση εχθροπραξιών.

* Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])

Διαβάστε επίσης:

Axios: ΗΠΑ και Ιράν συζητούν την επιτάχυνση της υπογραφής της συμφωνίας, ακόμη και σήμερα

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τον «αυστηρότερο» νόμο για τη μετανάστευση – Πράσινο φως για τη δημιουργία «κέντρων επιστροφής»

Bloomberg: Η συμφωνία Τραμπ για τα πυρηνικά του Ιράν κινδυνεύει να είναι χειρότερη από αυτήν του Ομπάμα





google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΠΕΜΠΤΗ 18.06.2026 07:35