search
ΣΑΒΒΑΤΟ 27.06.2026 08:59
MENU CLOSE

Βιβιλίο: Ο τελευταίος θαμώνας της μνήμης

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2444
25/06/26
27.06.2026 07:06
balanta

Peter Handke: Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα

Μετάφραση: Σπύρος Μοσκόβου

Εκδόσεις: Εστία

Σελ.: 204

Ο Αυστριακός νομπελίστας Πέτερ Χάντκε, όπως και στα προηγούμενα έργα του, έτσι και σε αυτό εδώ, το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά μυθιστόρημά του (στο εξωτερικό κυκλοφόρησε το 2024 και είναι, κατά δήλωση του Χάντκε, το προτελευταίο του, άρα αναμένουμε ένα του ακόμα, το τελευταίο), παραδίδει μάθημα λογοτεχνίας, έκφρασης, ατμόσφαιρας, στιλ, αφηγηματικής κομψότητας και σαγηνευτικής, διεισδυτικής γραφής, πυκνής μεν και δύστροπης, αλλά τόσο μα τόσο αναγκαίας και απολαυστικής.

Μέγας τεχνίτης του γραπτού λόγου, ο Χάντκε έχει δοκιμαστεί σε διάφορα είδη με επιτυχία (ποίηση, θέατρο, δοκίμιο, μυθιστόρημα, μετάφραση ξένων συγγραφέων και αρχαίων ελληνικών τραγωδιών). Είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στο εγχώριο αναγνωστικό κοινό, πολυβραβευμένος, με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2019 να εκτοξεύει τη φήμη του ακόμα περισσότερο και με αρκετά βιβλία του να κυκλοφορούν στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις της Εστίας κι ανάμεσά τους το εμβληματικό «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι» (εκδόσεις Gutenberg – Aldina), το οποίο σφράγισε τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Παραγωγικός και πολυγραφότατος έως σήμερα, με μια ηρεμία γραπτής έκφρασης (εκρηκτικής ηρεμίας, που σε αρκετά σημεία μοιάζει σαν να μη συμβαίνει τίποτα λόγω της απουσίας γρήγορου ρυθμού και ανατροπών, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνουν τόσο πολλά), ο Χάντκε θεωρείται απρόβλεπτος και ρηξικέλευθος, μη διστάζοντας να εκφράσει ανοιχτά τις απόψεις του, όπως για παράδειγμα όταν υπερασπίστηκε δημόσια τον Πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας Μιλόσεβιτς, ο οποίος καταδικάστηκε τελικά ως εγκληματίας πολέμου. Αυτό φυσικά δεν στάθηκε εμπόδιο στη βράβευσή του, ίσως γιατί ήταν μια θέση που αφορούσε τους εξωλογοτεχνικούς κύκλους και σίγουρα επειδή το ταλέντο του Χάντκε και το λογοτεχνικό του μέγεθος δεν γίνεται ούτε κατά διάνοια να αμφισβητηθούν.

Στα 84 του πλέον, αποφάσισε να αποσυρθεί από την ενεργό συγγραφική δράση. Το τελευταίο του έργο ήδη κυκλοφόρησε στις γερμανόφωνες χώρες και εδώ, από τις εκδόσεις της Εστίας, έχουμε για την ώρα στα χέρια μας το προτελευταίο του «Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα», ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα και άκρως συγκινητικό, όχι πολύ μεγάλο σε έκταση (σχεδόν 200 σελίδες), πυκνογραμμένο, με μακροπερίοδο λόγο (οπότε απαιτείται η αμέριστη και ευλαβική προσοχή του αναγνώστη), αινιγματικό και κρυπτικής διάθεσης, βαθύτατα ποιητικό και αργών ταχυτήτων, άρα και κόντρα στους φρενήρεις ρυθμούς ανάγνωσης και τρόπου ζωής μας. Μυθιστόρημα στοχασμών και ανακλήσεων με επανάληψη μοτίβων, λέξεων, παύσεων και με έναν αλησμόνητο κεντρικό ήρωα που επιστρέφει για λίγο στην αλλαγμένη Ιθάκη του νιώθοντας ταυτόχρονα οικειότητα και αποξένωση, Οδυσσέας – αγγελιαφόρος μιας τραγικής είδησης, την οποία επεξεργάζεται και αναβάλλει να αποκαλύψει, μέχρι το τέλος.

Ο Γκρέγκορ Βέρφερ (θα μπορούσε να θεωρηθεί το alter ego του Χάντκε σε νεαρότερη ηλικία) επιστρέφει, όπως κάθε χρόνο, για λίγες μέρες στον γενέθλιο τόπο του, στο χωριό του, που έχει ενσωματωθεί στη μεγαλούπολη. Κι ενώ όλα γύρω του είναι πια διαφορετικά, υπάρχει κάτι που παραμένει σταθερά σχεδόν ίδιο: η οικογένειά του, ο πατέρας του, η μητέρα του και η αδερφή του (που έχει κι ένα μωρό) είναι εκεί και τον περιμένουν.

Ο μικρός αδερφός, ο Χανς, δεν είναι μαζί τους, καθώς βρίσκεται κάπου πολύ μακριά σε κάποιο πεδίο μάχης ως μέλος της Λεγεώνας των Ξένων. Και ο Γκρέγκορ επίσης ζει και εργάζεται κάπου πολύ μακριά (δεν διευκρινίζεται το πού), σε κάποια άλλη ήπειρο, και επιστρέφοντας στον τόπο καταγωγής του (περνάει απαρατήρητος, σαν κανείς να μην τον αναγνωρίζει, παρά μονάχα ένας αδέσποτος σκύλος) κουβαλάει το βαρύ φορτίο να πρέπει να ενημερώσει την οικογένειά του για κάτι που και ο ίδιος μόλις πληροφορήθηκε με ένα τυπικό μήνυμα στο κινητό του.

Ο αδερφός του ο Χανς χτυπήθηκε από εχθρικά πυρά στο κεφάλι και πέθανε ακαριαία και ήδη θάφτηκε κάτω απ’ τα χώματα μιας μακρινής τροπικής χώρας όπου μαινόταν ο πόλεμος. Ο Γκρέγκορ καθυστερεί την άφιξή του στην οικογενειακή εστία. Τι να πει και πώς να το πει; Περιπλανιέται και βυθίζεται σε μια θάλασσα σκέψεων και αναμνήσεων. Κι έπειτα παίρνει τον δρόμο για το σπίτι, συναντά επιτέλους τα μέλη της οικογένειάς του προσποιούμενος πως τίποτα δεν έχει συμβεί. Τίποτα δεν αποκαλύπτει για τον θάνατο του Χανς. Άλλωστε στο σπίτι του, βάσει παλαιότερων πατρικών εντολών, οι ερωτήσεις απαγορεύονται. Ξέρουν ότι ο Χανς βρίσκεται μακριά, αγωνιούν για εκείνον, τον ονειρεύονται και τον προσμένουν. Κι ο Γκρέγκορ τους λέει ψέματα πως ο βενιαμίν τους εκεί μακριά γνώρισε την αγάπη. Δεν επιθυμεί να τους πει την αλήθεια ακόμα, δεν θέλει να διαταράξει την ησυχία τους.

Κι ακολουθεί ένας ποταμός αναμνήσεων που σαρώνει το μυαλό του μεγάλου αδερφού, αναμνήσεων με τον Χανς κι ένα ταξίδι στην παιδική τους ηλικία, στην αθωότητα, στην αποξένωσή τους που ήρθε πιο μετά. Ο Γκρέγκορ αισθάνεται άβολα στο πατρικό του, νιώθει αδέξιος και ξένος προς τους δικούς του και επόμενο βήμα του είναι μια επόμενη περιπλάνηση στους δρόμους και στα τοπία που του φαίνονται οικεία αλλά και εντελώς άγνωστα. Περνά τις ώρες του περπατώντας, ζυγίζοντας το παρελθόν που έχει σφηνώσει στο αφηγηματικό παρόν, ζυγίζει τη σχέση του με τον Χανς, παρατηρεί την αστική εξάπλωση που καταβρόχθισε ό,τι είχε απομείνει απ’ την ανάσα και την ομορφιά της υπαίθρου, αναλογίζεται τ’ ανθρώπινα, τη ζωή, τον θάνατο, το πέρασμα του χρόνου και τις αλλαγές που επιφέρει, συνομιλεί με εσωτερικές φωνές, βρίσκει καταφύγιο σε ξένα μέρη και σκάβει να βρει ζεστασιά και οικειότητα, περνά ένα βράδυ σε μια παλιά εκκλησία, μπαινοβγαίνει σε ταβέρνες και εστιατόρια και μένει εκεί έως πολύ αργά τη νύχτα ως ο τελευταίος θαμώνας τους, τριγυρίζει στο εδώ, στο εκεί, στο αλλού, σε έναν κόσμο που άλλαξε ανεπιστρεπτί. Αμετάβλητα χαμένος, ο Χανς, με τον πανικό να λυσσομανάει μέσα του και τον κόσμο αλλαγμένο, σε εκκωφαντική ηρεμία, ξέρει ότι βάσει ρίζας ανήκει εδώ χωρίς να ανήκει πουθενά.

Λίγο πριν επιστρέψει στη δική του ήπειρο, ο Γκρέγκορ συναντά ξανά την οικογένειά του όταν γίνεται η βάπτιση του μωρού της αδερφής του. Αντικρίζοντας την ανεμελιά και την ανυποψία τους και μην μπορώντας να κουβαλάει άλλο μέσα του τόσο ψυχολογικό βάρος, κάνει νόημα στην αδερφή του να τον ακολουθήσει και απομακρύνονται μερικά μέτρα απ’ το σπίτι. Της ανακοινώνει τον θάνατο του Χανς. Ήρεμα, ουδέτερα. Κι έπειτα παύση, κι έπειτα βουβά αναφιλητά. Ο Γκρέγκορ επιστρέφει στη γνώριμη ζωή του στη μακρινή ήπειρο πετώντας μέσα στην ποίηση. Και μέσα στη μνήμη που πολλαπλασιάζεται και στροβιλίζεται σαν αστρόσκονη στη γεωγραφία, στη νοσταλγία, στον αγώνα για οικειότητα, σε μια μπαλάντα.

Ο Σπύρος Μοσκόβου, κυριολεκτικά, κέντησε μια μετάφραση – θαύμα σε ένα από τα πιο πρόσφατα αριστουργήματα του Πέτερ Χάντκε και της αυστριακής πεζογραφίας.

Διαβάστε επίσης:

Βιβλίο: Η τελευταία άμυνα της σκέψης

Βιβλίο: Ιστορίες από το περιθώριο που κοιτούν κατάματα το κέντρο

Βιβλίο: Η τέχνη του δημόσιου λόγου ως πράξη ευθύνης και συγκρότησης του δημόσιου χώρου

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΣΑΒΒΑΤΟ 27.06.2026 08:59