Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Δεκαεπτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, οι Έλληνες εργαζόμενοι εξακολουθούν να μετρούν απώλειες που δεν έχουν ανακτηθεί. Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, η ανεργία να έχει υποχωρήσει και οι κατώτατοι μισθοί να έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, όμως η αγοραστική δύναμη των αποδοχών παραμένει αισθητά χαμηλότερη από εκείνη του 2009. Στην πράξη, ένας εργαζόμενος χρειάζεται σήμερα περισσότερα χρήματα για να αγοράσει λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα μπορούσε πριν από τη δεκαετία των μνημονίων.
Η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ καταγράφει με αριθμούς αυτό που πολλοί διαπιστώνουν στην καθημερινότητά τους. Παρά τη βελτίωση βασικών δεικτών της οικονομίας, η απόσταση που χωρίζει τους σημερινούς μισθούς από τα προ κρίσης επίπεδα παραμένει μεγάλη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, φαίνεται να παγιώνεται.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Ο πραγματικός μέσος ετήσιος μισθός εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 31% χαμηλότερα από το επίπεδο του 2009. Ακόμη όμως και σε ονομαστικές τιμές, δηλαδή χωρίς να υπολογιστεί η επίδραση του πληθωρισμού, οι αποδοχές παραμένουν κατά περίπου 12% χαμηλότερες από εκείνες της τελευταίας χρονιάς πριν από την είσοδο της χώρας στα μνημόνια.
Το συμπέρασμα είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. Οι αυξήσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια δεν ήταν αρκετές για να καλύψουν το χαμένο έδαφος, καθώς ένα μεγάλο μέρος τους απορροφήθηκε από το κύμα ακρίβειας που ακολούθησε την ενεργειακή κρίση.
Το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός διαμορφώθηκε στα 18.134 ευρώ, αυξημένος κατά 3,9% σε σχέση με το 2024 και σχεδόν κατά 20% σε σύγκριση με το 2019.
Η εικόνα, όμως, αλλάζει όταν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός. Σε πραγματικούς όρους, δηλαδή με βάση την αγοραστική δύναμη των αποδοχών, ο μέσος ετήσιος μισθός περιορίζεται στις 14.998 ευρώ, παραμένοντας ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το 2019.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με το 2021, πριν ξεκινήσει το μεγάλο κύμα ανατιμήσεων. Παρά τις διαδοχικές αυξήσεις στους μισθούς, η πραγματική αξία τους εξακολουθεί να είναι κατά 1,3% χαμηλότερη.
Με απλά λόγια, οι περισσότεροι εργαζόμενοι λαμβάνουν περισσότερα ευρώ από ό,τι πριν από λίγα χρόνια, αλλά αυτά τα χρήματα αγοράζουν λιγότερα προϊόντα και υπηρεσίες.
Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται και στις ωριαίες αποδοχές. Το μέσο ονομαστικό ωρομίσθιο διαμορφώθηκε στα 9,6 ευρώ. Ωστόσο, σε πραγματικές τιμές αντιστοιχεί μόλις στο 73,5% της αγοραστικής δύναμης που είχε το 2009.
Πρακτικά, μία ώρα εργασίας σήμερα αποδίδει πολύ μικρότερο εισόδημα σε όρους κατανάλωσης από ό,τι πριν από δεκαεπτά χρόνια, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλοί εργαζόμενοι δηλώνουν ότι, παρά τις αυξήσεις, δυσκολεύονται περισσότερο να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Η έκθεση δείχνει ότι οι απώλειες δεν περιορίζονται στους χαμηλόμισθους ή σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων.
Ακόμη και σε κλάδους υψηλής εξειδίκευσης, όπως οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες ή οι επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες, οι πραγματικές αποδοχές παραμένουν χαμηλότερες από τα επίπεδα του 2009.
Στους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών, της αποθήκευσης, του τουρισμού και της εστίασης, όπου εργάζεται σημαντικό μέρος των νέων, η εικόνα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Το πραγματικό ωρομίσθιο διαμορφώνεται μόλις στα 6,4 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η ισχυρή ανάπτυξη του τουρισμού δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση των εισοδημάτων.
Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφονται στις υπηρεσίες έντασης γνώσης, όπου οι πραγματικές αποδοχές εμφανίζονται μειωμένες κατά περισσότερο από 42% σε σχέση με το 2009.
Εξίσου ανησυχητική είναι η εικόνα σε δύο τομείς που αποτελούν βασικούς πυλώνες του κοινωνικού κράτους. Στην εκπαίδευση, το πραγματικό ωρομίσθιο έχει υποχωρήσει από τα 17,2 ευρώ στα 10,8 ευρώ, ενώ στην υγεία και την κοινωνική φροντίδα από τα 12,5 ευρώ στα μόλις 8 ευρώ.
Η έκθεση αναδεικνύει και μια ακόμη διάσταση του προβλήματος: τη θέση της Ελλάδας σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Σε όρους αγοραστικής δύναμης, το ελληνικό πραγματικό ωρομίσθιο αντιστοιχεί πλέον μόλις στο 63%-64% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα δεν έχει απλώς αργήσει να καλύψει τις απώλειες της κρίσης, αλλά βλέπει και άλλες οικονομίες να την προσπερνούν.
Χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά ακόμη και αρκετές βαλκανικές οικονομίες, καταγράφουν τα τελευταία χρόνια ταχύτερη αύξηση των πραγματικών αποδοχών, περιορίζοντας σταδιακά την απόσταση που τις χώριζε από τη Δυτική Ευρώπη. Αντίθετα, στην Ελλάδα οι αυξήσεις των μισθών εξανεμίζονται από την ακρίβεια, με αποτέλεσμα η πραγματική σύγκλιση να παραμένει ζητούμενο.
Η έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ δεν αμφισβητεί ότι η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί σε σχέση με τα χρόνια της βαθιάς ύφεσης. Υπογραμμίζει όμως ότι η αύξηση της απασχόλησης και οι υψηλότεροι ονομαστικοί μισθοί δεν αρκούν όταν δεν συνοδεύονται από ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, η οικονομία μπορεί να έχει αλλάξει σελίδα, όμως το βιοτικό τους επίπεδο εξακολουθεί να θυμίζει την εποχή που ξεκίνησε η μεγάλη κρίση.
Διαβάστε επίσης
Πιερρακάκης στο L’ Express: Πληρώσαμε πολύ ακριβά τον λαϊκισμό
Κίνηση ζικ-ζακ ακολουθούν οι τιμές του πετρελαίου – Πάνω από τα 73 δολάρια σταθεροποιείται το Brent
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.