search
ΠΕΜΠΤΗ 02.07.2026 07:43
MENU CLOSE

Κριτική ταινιών: «Πάρτυ γενεθλίων» και «Όσα ξέρει η Μαριέλ»- Γραμμάτια των γονέων, πληρώνουν τα παιδιά

02.07.2026 06:30
kritiki tainias 44- new

Μια ταινία γυρισμένη στην Ελλάδα, το «Πάρτυ γενεθλίων» του Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ και το γερμανικό «Όσα ξέρει η Μαριέλ» διαπιστώνουν, με πικρό τρόπο, το γνώριμο «αμαρτίες γονέων παιδεύουσιν τέκνα». Στην πρώτη περίπτωση εύκολα ταυτίζουμε το πρόσωπο του επιχειρηματία Μάρκου Τιμολέον με αυτό του Ωνάση, όπως αναπτύσσεται στο ομότιτλο βιβλίο του Πάνου Καρνέζη. Στο δεύτερο φιλμ,  ο  Γερμανός Φρεντερίκ Χαμπαλέκ επιστρατεύει τη σάτιρα και τη φαντασία, προκειμένου ν’ απαλύνει τις σκληρές γωνίες της σύγχρονης οικογένειας. Η οικογένεια μπορεί να μην καταφέρνει τον στόχο της, ο σκηνοθέτης όμως σίγουρα πετυχαίνει να ολοκληρώσει τον σκοπό του. 

Ένας «φτωχός» Έλληνας μεγιστάνας

Τίτλος ταινίας: «Πάρτυ γενεθλίων»

Σύνοψη: Ένας Έλληνας μεγιστάνας συγκεντρώνει φίλους και συνεργάτες στο ίδιωτικό του νησί, προσκεκλημένους στο πάρτι γενεθλίων της κόρης του. Αυτό γίνεται αφορμή να ξεδιπλωθούν σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, με τη σύγκρουση πατέρα- κόρης στο επίκεντρο.

Σκηνοθεσία: Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ

Παίζουν: Γουΐλεμ  Νταφόε, Βίκυ Κάρμεν Σόντερς, Τζον Κόουλ, Έμμα Σουάρες

Αυτός ο Μάρκος Τιμολέον, στο «Πάρτυ γενεθλίων», προφανώς θα μπορούσε να είναι ο Αριστοτέλης Ωνάσης, αφού το λεγόμενο context ανταποκρίνεται στον βίο του Έλληνα μεγιστάνα, με οδηγό το βιβλίο του Πάνου Καρνέζη. Η συγκεκριμένη αναλογία, θα λέγαμε ότι αποτελεί ευχή και κατάρα για το φιλμ. Από τη μια, οι εμφανείς αναλογίες ασφαλώς κάνουν την ταινία πιο ελκυστική και πιο «πιπεράτη» για τον θεατή, από την άλλη, τον απομακρύνει από την πραγματική στόχευσή του, που είναι η εις βάθος ανάπτυξη των σχέσεων πατέρα-κόρης. Ενός πατέρα που δεν έχει μάθει να χάνει και μιας κόρης που δεν έχει μάθει να κερδίζει. Αυτή η απόσταση δεν γεφυρώνεται με ένα πάρτυ προς τιμήν της, όσο κι αν ρέει ο πλούτος, με τη μορφή φιλοξενίας, ποτού και μουσικής. Ίσως αυτή η εύκολη ταύτιση Αριστοτέλη-Μάρκου, που μοιραία ξεπηδά στο μυαλό μας, ν’ αποτελεί μια μορφή μολυβένιας μπάλας για την αυθεντική ανάγνωση των σχέσεων, μακριά από την ενδεχόμενη «οπτική της κλειδαρότρυπας».

Μολαταύτα, ο σκηνοθέτης Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ καταφέρνει να ξεπεράσει τον σκόπελο, πραγματοποιώντας γόνιμη χρήση του σεναρίου, το οποίο συνυπογράφει κι ένας εκ των παραγωγών, ο Γιώργος Καρνάβας. Πρόκειται για μια διεθνή παραγωγή, με την Ελλάδα (Κέρκυρα και Αθήνα) ως τόπο γυρισμάτων, και να μια άλλη αφορμή για την προαναφερθείσα ταύτιση. Ο Χιμένεθ διαθέτει εμπειρία Ελλάδας, με το «Παράθυρο στη θάλασσα», κάτι που τον βοηθάει στη σκηνογραφική αντιμετώπιση του χώρου. Απαραίτητος αρωγός στην προσπάθεια, η διευθύντρια φωτογραφίας Γκρις Τζορντάνα, η οποία, σκοτεινιάζοντας το κατά τεκμήριο φωτεινό τοπίο, δημιουργεί φωτοσκιάσεις στους τόνους του κιάρο-σκούρο (από το ιταλικό chiaroscuro, δηλαδή «φωτεινό–σκοτεινό»), σαν τον πίνακα στο γραφείο του μεγιστάνα. Κάπως σαν την «Πτώση των καταραμένων» του Ρούμπενς, η Ολλανδή σκηνογράφος Μιρτ Μπέλτμαν ολοκληρώνει τη σύνθεση των πλάνων με την εσωτερική σύγκρουση ενός Κροίσου μπροστά στην ηθική κρίση και στην τιμωρία. Στην πραγματικότητα, η πτώση του είναι η απώλεια της ίδιας του της κόρης, την ώρα που αισθάνεται ότι κατέχει ολόκληρο τον κόσμο. Το τελικό πλάνο αυτό προδίδει.

Πέρα από την αξιοπρόσεκτη ερμηνεία του Γουΐλεμ Νταφόε, σε έναν δύσκολο ρόλο, οι δύο γυναίκες, η Βικ Κάρμεν Σόνε ανταποκρίνεται στις υποσχέσεις που έδωσε στο «Κορίτσι με τη βελόνα», χωρίς να υστερεί η Έμμα Σουάρες. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με μια ταινία στην οποία οι γυναίκες κρατούν τα κλειδιά της ανάπτυξης των εσώτερων στρωμάτων της ταινίας, κόντρα στην πρώτου επιπέδου ανάπτυξη μιας συμβατικής -και αρκετά γνωστής- ιστορίας. Οι συνεργάτες του Μάρκου, φτηνά ανθρωπάκια, δορυφόροι της εξουσίας, αδυνατούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο, με μόνη εξαίρεση πάλι μια γυναίκα, τη σύζυγό του. Υπάρχει γύρω ένας επίδοξος συγγραφέας της βιογραφίας του μεγιστάνα, μάλλον αδύναμος, τόσο ως χαρακτήρας, όσο και ως ρόλος. Στην ενδιαφέρουσα συμπύκνωση όλων αυτών, στο πλαίσιο ενός πάρτυ, ο Τιμολέον  αποτελεί μια φιγούρα, όμοια με αυτήν του Κρέοντα, τραγική και τυραννική, ταυτόχρονα. 

Η σκηνή του μοναχικού χορού αναδεικνύει ακριβώς αυτήν την εσωτερική αντίφαση του ήρωα, στην ύβρη και στη σταύρωσή του, με τη διαρκώς επανερχόμενη αναφορά στην απώλεια του γιου-διάδοχου. Το ζεϊμπέκικο, το οποίο ερμηνεύει ο Γιώργος Μαργαρίτης, αποτελεί κορυφαία στιγμή της ταινίας. Κυριολεκτικά, σχεδόν, αφού παίζει τον ρόλο του χορού, σε αρχαιοελληνική τραγωδία, με τον λαϊκό αοιδό στον ρόλο του «κορυφαίου».  Είναι κρίμα, που πολλές από αυτές τις εικονογραφικές ευστοχίες, ακυρώνονται με την αιχμαλωσία της ταινίας από τις συμβάσεις.

Αξιολόγηση: ** 1/2

Μυστικά και ψέμματα στην οικογένεια

Τίτλος ταινίας: «Όσα ξέρει η Μαριέλ»

Σύνοψη: Μετά το χαστούκι που δέχεται από μια φίλη της, η δωδεκάχρονη Μαριέλ αναπτύσσει τηλεπαθητικές δυνάμεις και μπορεί να παρακολουθεί τα πεπραγμένα της ζωής των γονιών της. Μαθαίνοντας αποκαλυπτικές αλήθειες, απομυθοποιείται η εικόνα της οικογένειάς της. Οι γονείς προσπαθούν απεγνωσμένα ν’ αλλάξουν τη συμπεριφορά τους.

Σκηνοθεσία: Φρεντερίκ Χαμπαλέκ

Παίζουν: Τζούλια Τζεντς, Φέλιξ Κράμερ, Λαένι Γκάι Ζέλερ

Υπάρχουν τρεις τρόποι να «παίξει» κάποιος με τη φαινομενικά παράλογη διάσταση της ταινίας του Γερμανού Φρεντερίκ Χαμπαλέκ, «Όσα ξέρει η Μαριέλ», αλλά και με τη δωδεκάχρονη ηρωίδα. Αυτή αναπτύσσει υπερφυσικές δυνάμεις, μετά από ένα χαστούκι το οποίο δέχεται από μια φίλη της και την οδηγεί στην ικανότητα να διαβάζει τα όσα οι γονείς της μιλούν και πράττουν, όπου κι αν βρίσκονται. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ταινία που θα μπορούσε να ταξινομηθεί στο υπαρξιακό θρίλερ ή στον χώρο του φανταστικού κινηματογράφου; Κάθε άλλο, αφού, όλα κινούνται στη σφαίρα της απόλυτης -σχεδόν ενοχλητικής- λογικής. Στην ουσία είναι κάτι  σαν παιχνίδι, που οργανώνει η Μαριέλ. Ταμπλό της «συμμετοχής» αποτελεί το εικαστικής αξίας σκηνικό του Μπαρθολομάους Μάρτιν Λεπέκ. Το έργο χρησιμοποιεί τον απόλυτο τετραγωνισμό των εσωτερικών χώρων, ως αντιθετικό στοιχείο στην εσωτερική αναταραχή των πρωταγωνιστών. Όσο και να προσπαθούν να «τετραγωνίσουν» τις ζωές τους, αυτές επιμένουν να οδηγούνται σε δαιδαλώδεις διαδρομές. Τη σχέση των ηρώων με τη φαντασία και την προσπάθειά τους να συνδεθούν με αυτήν την προδίδει όχι μόνον το μοντερνίστικο σκηνικό, αλλά και η αναφορά στη μίμηση πινάκων: το εξώφυλλο του βιβλίου βαφτίζεται «ψευδό-Μαγκρίτ» και τους τοίχους κοσμούν έργα «μίμησης Μοντριάν». Σε αυτήν την πρώτη ανάγνωση, η Μαριέλ αποτελεί απλώς έναν καταλύτη. Το σκηνοθετικό εύρημα των ικανοτήτων της χρησιμοποιείται απλώς για να διαπεράσουν οι γονείς την εσωτερική τους θωράκιση. Χάρη στη Μαριέλ, οδηγούνται στην αυτογνωσία και στη γνωριμία τους με το τραχύ οικογενειακό ανάγλυφο.

Σε μια δεύτερη περίπτωση, η Μαριέλ είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο οποίος κατασκευάζει έναν κινηματογραφικό καθρέφτη, για χάρη του θεατή. Το σινεμά μπορεί να αποτελεί την «τετραγωνισμένη» υπόθεση μιας οθόνης, αλλά τα όσα βλέπει κάποιος πάνω της είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Η έβδομη τέχνη είναι η ευκαιρία να απελευθερωθεί η εσωτερική του δύναμη και να λυτρωθεί από κάθε ψευδαίσθηση ζωής. Το σινεμά δεν είναι υποχρεωμένο να βαδίζει τον δρόμο της σύμβασης και της κολακείας, αλλά ν’ αποκαλύπτει τον εσώτερο κόσμο μας και τη σχέση με τους γύρω μας. Η μικρή Μαριέλ είναι τόσο «μεταφυσική», όσο μια κινηματογραφική ιστορία, αληθινή και ψεύτικη την ίδια στιγμή. Υποχρεώνει τους γονείς της στην αλήθεια, αφού η αίσθηση ότι παρακολουθούνται τους οδηγεί σε πραγματική εξομολογητική πράξη. Προσπερνούν τον σκληρό τρόπο της προτεσταντικής ηθικής και αντιλαμβάνονται τη σημασία της αγάπης. Η οικογένεια, το κεντρικό «πρόσωπο» της ταινίας, για να επιβιώσει δεν απαιτεί το σύστημα της τιμωρίας, αλλά της κατανόησης. Η βία -είτε σωματική είτε λεκτική- επανέρχεται διαρκώς, είναι η πραγματική ένοχη, αφού όλα ξεκινούν από ένα χαστούκι, το οποίο δέχεται η μικρή Μαριέλ και το τελικό αίτημα είναι η αγάπη. 

Τέλος, η Μαριέλ, με τρόπο ενοχλητικό, είναι μια κάμερα. Τίποτα δεν ξεφεύγει από το «μάτι» της, αποκλείοντας την ιδιωτικότητα και των αναγκαίων απόκρυφων γωνιών στον ψυχισμό του καθενός μας. Μήπως πρόκειται για έναν φαινομενικά αθώο «big brother»; Αν η Μαριέλ είναι η αφορμή να τοποθετηθεί η οικογένεια στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, αυτό που βγαίνει στην επιφάνεια είναι η μαυρίλα ενός κρυμμένου κόσμου. Ίσως να μην είναι πάντα χρήσιμη η αποκάλυψή του, αφού το πρώτο θύμα όλων των αποκαλύψεων είναι η ίδια η δωδεκάχρονη. Μετά τα όσα συνέβησαν ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, στις εργασιακές τους σχέσεις, στην υπονόμευση της φιλίας, η Μαριέλ είναι ένα θύμα, αλλά ίσως κι ένας θύτης της οικογένειας. Όπως το πάρει κανείς…

Αξιολόγηση: ***

Διαβάστε επίσης:

Javier Bardem για τον ρόλο του στο «Cape Fear»: «Εμπνεύστηκα από τραγούδια των Slipknot και Linkin Park» (photos/videos)

«Not Alone»: Οι Timothée Chalamet και Selena Gomez κατακτούν το διάστημα στο νέο trailer της Illumination (photos/video)

«Bad Bridgets»: Colin Farrell και Steve Coogan στο cast της νέας ταινίας του Rich Peppiatt (photo)





google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΠΕΜΠΤΗ 02.07.2026 07:41