Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ιστορία μιας χώρας που δεν κλείνουν ποτέ πραγματικά. Παραμένουν ανοιχτές πληγές, σημεία αναφοράς, σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 είναι αναμφίβολα μία από αυτές.
Έντεκα χρόνια μετά, η εικόνα του αποτελέσματος παραμένει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη: το «Όχι» επικράτησε με 61,31%, έναντι 38,69% του «Ναι», σε μία από τις πιο πολωμένες πολιτικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης. Οι πλατείες γέμισαν από πανηγυρισμούς, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης μιλούσαν για «ιστορική νίκη της δημοκρατίας», ενώ στην άλλη πλευρά επικρατούσε έντονη ανησυχία για την επόμενη ημέρα και τη θέση της χώρας στην Ευρώπη.

Κι όμως, το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο δεν ήταν το αποτέλεσμα. Ήταν όσα ακολούθησαν.
Μέσα σε λίγες ημέρες, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα υπέγραψε το τρίτο και πιο βαρύ μνημόνιο, αποδεχόμενη ένα πακέτο μέτρων σαφώς πιο επώδυνο από εκείνο που οι πολίτες είχαν κληθεί να απορρίψουν στην κάλπη.
Από εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε ένας πολιτικός όρος που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Η λέξη «kolotoumpa» μπήκε στο διεθνές πολιτικό λεξιλόγιο ως συνώνυμο της θεαματικής πολιτικής αναδίπλωσης.

Το δημοψήφισμα δεν έγινε σε συνθήκες πολιτικής κανονικότητας. Είχε προηγηθεί η δραματική ανακοίνωση του Αλέξη Τσίπρα τα ξημερώματα της 27ης Ιουνίου, η διακοπή των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, η επιβολή capital controls, οι ουρές έξω από τα ΑΤΜ, το όριο αναλήψεων των 60 ευρώ ημερησίως και η αίσθηση ότι η χώρα βρισκόταν ένα βήμα πριν από μία ιστορική ρήξη.
Οι τράπεζες παρέμειναν κλειστές, η αγορά σχεδόν παρέλυσε και η ελληνική κοινωνία βίωσε μία από τις μεγαλύτερες περιόδους αβεβαιότητας της σύγχρονης ιστορίας της.

Στο πολιτικό πεδίο, οι τόνοι είχαν φτάσει στα άκρα. Η κυβέρνηση υποστήριζε ότι το «Όχι» θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση της χώρας απέναντι στους πιστωτές. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης προειδοποιούσαν ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για δημοψήφισμα με διακύβευμα την ίδια τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη.
Τη νύχτα της 5ης Ιουλίου, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε λόγο για «νίκη της δημοκρατίας» και για μια ισχυρή λαϊκή εντολή που θα αξιοποιούσε στις διαπραγματεύσεις. Ο τότε υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης χαρακτήριζε το αποτέλεσμα ιστορικό, αν και λίγες ώρες αργότερα υπέβαλε την παραίτησή του, δηλώνοντας ότι η αποχώρησή του θα διευκόλυνε τον πρωθυπουργό στις συνομιλίες με τους Ευρωπαίους εταίρους – ο ίδιος ήθελε ρήξη, με ρίσκο ακόμα και την έξοδο από το ευρώ, ο πρωθυπουργός πάση θυσία συμβιβασμό και σε καμία περίπτωση grexit.
Την ίδια ώρα, ο Αντώνης Σαμαράς ανακοίνωνε την παραίτησή του από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη για την ήττα του «Ναι».

Από τη σημερινή χρονική απόσταση, ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας εξαπάτησε τους ψηφοφόρους του ή αν βρέθηκε αντιμέτωπος με αξεπέραστους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα είναι άλλο: γιατί χρειαζόταν το δημοψήφισμα;
Η πραγματικότητα είναι ότι ο τότε πρωθυπουργός ουδέποτε είχε παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ – γιατί είχε απορρίψει την εκδοχή αυτή για τη χώρα ήδη από τον Νοέμβριο του 2013, μιλώντας με κατηγορηματικό τρόπο σε ένα ταξίδι του στις ΗΠΑ.
Παρά τη σκληρή ρητορική εκείνης της εποχής από κάθε πλευρά – δανειστές και στελέχη της κυβέρνησης – ούτε ο ίδιος ούτε η μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας επιθυμούσαν πραγματικά το Grexit.
Η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ότι θα καταργήσει τα μνημόνια, θα επαναδιαπραγματευτεί τους όρους λιτότητας και θα αλλάξει συνολικά την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Ελλάδα. Μετά από πέντε μήνες εξαντλητικών διαπραγματεύσεων, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη που είχε περιγράψει προεκλογικά.
Κάπου εκεί, το δημοψήφισμα λειτούργησε ως ο πολιτικός ελιγμός που επέτρεψε στον Αλέξη Τσίπρα να μετατρέψει μια στρατηγική ήττα σε διαχειρίσιμη πολιτική μετάβαση.
Η λαϊκή ετυμηγορία δεν οδήγησε σε σύγκρουση με την Ευρώπη. Αντίθετα, αποτέλεσε το πολιτικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο η κυβέρνηση μπόρεσε να αποδεχθεί (και να πείσει τον ελληνικό λαό για) ένα νέο μνημόνιο, παρουσιάζοντας την επιλογή αυτή ως τη μοναδική ρεαλιστική λύση μετά την εξάντληση κάθε άλλης δυνατότητας.
Με άλλα λόγια, το δημοψήφισμα λειτούργησε ταυτόχρονα ως κορύφωση της σύγκρουσης αλλά και ως μηχανισμός πολιτικής εκτόνωσής της.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η διττή ανάγνωση εκείνης της ημέρας. Για τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, το δημοψήφισμα λειτούργησε τελικά ως πολιτική λύτρωση. Του επέτρεψε να πραγματοποιήσει τη μεγάλη αναδίπλωση χωρίς να καταρρεύσει άμεσα η κυβέρνηση και χωρίς να χρεωθεί αποκλειστικά ο ίδιος την εγκατάλειψη των βασικών προεκλογικών δεσμεύσεων. Η ευθύνη της αλλαγής πορείας παρουσιάστηκε ως αναγκαστική συνέπεια μιας εξαιρετικά δύσκολης διαπραγμάτευσης και μιας λαϊκής εντολής που, σύμφωνα με την κυβερνητική ερμηνεία, δεν αφορούσε την έξοδο από την Ευρώπη αλλά την αναζήτηση καλύτερης συμφωνίας.
Για πολλούς από τους πολιτικούς του αντιπάλους, όμως (ακόμα και ένα μεγάλο μέρος του τότε κόμματός του), το δημοψήφισμα παραμένει μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές αντιφάσεις της μεταπολίτευσης. Μία διαδικασία που οδήγησε σε αποτέλεσμα το οποίο ουσιαστικά ανετράπη μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα, αφήνοντας πίσω βαθιά δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα και στους θεσμούς.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα, κάθε φορά που επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση το καλοκαίρι του 2015, η λέξη «kolotoumpa» εξακολουθεί να συνοδεύει σχεδόν αυτόματα το όνομα του πρώην πρωθυπουργού. Από τους περισσότερους του αποδίδεται με υποτιμητικό τρόπο, αλλά και για ένα μεγάλο κομμάτι (όπως τους υποστηρικτές του Ναι) με ένα… «ευτυχώς».
Η επέτειος αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό φέτος, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί την επιστροφή του στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό με την ΕΛΑΣ, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως εκ νέου εκφραστής ενός ευρύτερου προοδευτικού χώρου.
Ωστόσο, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η νέα αυτή πολιτική διαδρομή δύσκολα μπορεί να αποσυνδεθεί από το καλοκαίρι του 2015.
Για τους υποστηρικτές του, εκείνη η περίοδος αποτελεί την ιστορία ενός πρωθυπουργού που βρέθηκε αντιμέτωπος με ανυπέρβλητους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς και επέλεξε τον δύσκολο συμβιβασμό προκειμένου να κρατήσει τη χώρα στο ευρώ και υλοποιώντας ένα επώδυνο μνημόνιο να κλείσει αυτόν το επαχθέστατο για τη χώρα κύκλο.
Για τους επικριτές του, αποτελεί την απόδειξη ότι το δημοψήφισμα χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο πολιτικής διαχείρισης μιας ήδη προδιαγεγραμμένης αναδίπλωσης: ένας τρόπος να μεταβιβαστεί στη λαϊκή ετυμηγορία το πολιτικό βάρος της υπαναχώρησης και να «ντυθεί» με τον μανδύα της λαϊκής νομιμοποίησης ένα αδιέξοδο που είχε ήδη διαμορφωθεί στις διαπραγματεύσεις.

Έντεκα χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει αναπάντητο και διχάζει ακόμη: ήταν το δημοψήφισμα η κορυφαία στιγμή δημοκρατικής έκφρασης της μεταπολίτευσης ή μία ιστορική πολιτική αυταπάτη που οδήγησε τελικά ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που είχε υποσχεθεί;
Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο πολιτικό βάρος που εξακολουθεί να συνοδεύει τον Αλέξη Τσίπρα. Γιατί, όσο κι αν επιχειρεί να ανοίξει ένα νέο πολιτικό κεφάλαιο, το καλοκαίρι του 2015 παραμένει το σημείο από το οποίο κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει ούτε μία σελίδα. Μόνο να δώσει την δική του ερμηνεία, ποντάροντας στην αποσύνδεση της ιστορικής κρίσης από το συναισθηματικό πλαίσιο εκείνης της περιόδου.
Διαβάστε επίσης:
Τα δυσεπίλυτα προβλήματα του ΝΑΤΟ – Οι αντιφάσεις και τα διλήμματα στη σύνοδο κορυφής της Άγκυρας
Με την Οικονομία στις εκλογές ο Μητσοτάκης: Συγκριτικό πλεονέκτημα η μπούμερανγκ;
ΠΑΣΟΚ: Σοβαρό πολιτικό γεγονός, οι αποκαλύψεις για την παρακολούθηση Κούλογλου
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.