Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το ΝΑΤΟ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αμερικανικής ηγεμονίας. Ο ευρω-ατλαντικός συνασπισμός από τη δεκαετία του ’90 και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου παρακολουθεί και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές κρατώντας πάντα αναλλοίωτο τον στρατηγικό του στόχο: τη διαιώνιση της αμερικανικής παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας. Κάτι που όσο περνούν τα χρόνια γίνεται ολοένα και δυσκολότερο, ίσως πια και αδύνατο.
Μέσα σ’ αυτό το ταραγμένο ιστορικό / γεωπολιτικό πλαίσιο η επικείμενη σύνοδος κορυφής της Συμμαχίας στην Άγκυρα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι προσεγγίσεις για τις επιλογές αλλά και για τις δυνατότητες του ΝΑΤΟ ώστε να ανταποκριθεί στον στρατηγικό και απώτερο στόχο του (τη διαιώνιση της αμερικανικής παγκόσμιας ηγεμονίας) είναι «κατακερματισμένες».
Η ατζέντα της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ (7 – 8 Ιουλίου στην Άγκυρα) δεν αποκαλύπτει μόνο τις προτεραιότητες της Συμμαχίας. Αποτυπώνει τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις και τα στρατηγικά διλήμματα μιας Δύσης που εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια στρατιωτική ισχύ, αλλά καλείται να λειτουργήσει σε έναν κόσμο πολύ πιο περίπλοκο από εκείνον για τον οποίο δημιουργήθηκε το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο το 1949.
Στη διπλωματία υπάρχει ένας απλός κανόνας: οι σύνοδοι κορυφής δεν αφιερώνονται στα προβλήματα που έχουν λυθεί αλλά σε εκείνα που εξακολουθούν να απειλούν τη συνοχή ενός οργανισμού. Από αυτήν την άποψη η ατζέντα της επόμενης συνόδου του ΝΑΤΟ αποτελεί ίσως την πιο καθαρή εικόνα της πραγματικής κατάστασης της Συμμαχίας.
Αρκεί να διαβάσει κανείς τα θέματα της ατζέντας: Αύξηση αμυντικών δαπανών. Παραγωγή πυρομαχικών. Βιομηχανική επάρκεια. Υποστήριξη της Ουκρανίας. Σχέσεις Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Προστασία κρίσιμων υποδομών. Νότια πτέρυγα. Κυβερνοασφάλεια.
Καμία από αυτές τις συζητήσεις δεν θα υπήρχε αν το αντίστοιχο πρόβλημα είχε ήδη επιτυχώς αντιμετωπιστεί.
Η πραγματικότητα είναι ότι το ΝΑΤΟ βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη στρατηγική αναπροσαρμογή από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Όχι επειδή έχασε τη στρατιωτική του υπεροχή. Αντίθετα, εξακολουθεί να αποτελεί τη μακράν ισχυρότερη στρατιωτική συμμαχία στον κόσμο. Το πρόβλημα είναι διαφορετικό: ο κόσμος για τον οποίο σχεδιάστηκε το ΝΑΤΟ δεν υπάρχει πλέον.
Η Ρωσία συνεχίζει να αποτελεί τη βασική στρατιωτική απειλή για την Ευρώπη. Η Μέση Ανατολή παράγει διαρκώς νέες εστίες αστάθειας. Η Κίνα αμφισβητεί σταδιακά την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι κυβερνοεπιθέσεις, η τεχνητή νοημοσύνη, οι δορυφόροι, τα υποθαλάσσια καλώδια και οι ενεργειακές υποδομές έχουν μετατραπεί σε νέα πεδία σύγκρουσης.
Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λοιπόν η Δύση καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα περισσότερες από μία στρατηγικές προκλήσεις.
Αυτό εξηγεί γιατί η σύνοδος δεν αναζητά αποφάσεις σε στρατιωτικό επίπεδο. Στην πραγματικότητα ψάχνει απάντηση σε ένα βαθύτερο πολιτικό ερώτημα: μπορεί μια Συμμαχία τριάντα δύο κρατών να εξακολουθήσει να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν οι προτεραιότητες των μελών της αρχίζουν να αποκλίνουν;
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η ουσία του προβλήματος της ευρωατλαντικής συμμαχίας γιατί η πραγματική πρόκληση δεν είναι η στρατιωτική ισχύς του ΝΑΤΟ. Είναι η πολιτική συνοχή του.
Να δούμε λοιπόν τις πληγές που πρέπει να θεραπεύσει ο μεγαλύτερος στρατιωτικός συνασπισμός στην παγκόσμια ιστορία αν θέλει να δώσει προοπτική στην ύπαρξή του.
Η Ουκρανία άλλαξε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο η Συμμαχία αντιλαμβάνεται την ασφάλεια στην Ευρώπη. Μέχρι το 2022 επικρατούσε η αίσθηση ότι οι μεγάλοι συμβατικοί πόλεμοι ανήκαν στο παρελθόν. Σήμερα κανείς δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο.
Ο πόλεμος, όμως, αποκάλυψε και κάτι ακόμη: Η Δύση ήταν προετοιμασμένη για σύντομες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όχι για μια σύγκρουση φθοράς που διαρκεί χρόνια.
Η κατανάλωση πυρομαχικών στην Ουκρανία ήταν τέτοια ώστε ακόμη και οι μεγαλύτερες βιομηχανικές οικονομίες δυσκολεύτηκαν να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους. Οι αποθήκες άδειαζαν γρηγορότερα από όσο μπορούσαν να γεμίσουν. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην Ουκρανία. Αφορά την ίδια την αξιοπιστία της αποτροπής γιατί μια στρατιωτική συμμαχία είναι τόσο ισχυρή όσο και η δυνατότητά της να στηρίζει έναν μακρόχρονο πόλεμο.
Γι’ αυτό η αύξηση των αμυντικών δαπανών (που επέβαλε ο Τραμπ) δεν αποτελεί πλέον πολιτικό σύνθημα αλλά κρίσιμη επιχειρησιακή αναγκαιότητα για τη λειτουργία / ύπαρξη του ΝΑΤΟ. Δεν αρκεί να αγοράζονται νέα οπλικά συστήματα. Πρέπει να ξαναχτιστεί η παραγωγική βάση της άμυνας: εργοστάσια πυρομαχικών, εφοδιαστικές αλυσίδες, πρώτες ύλες και εξειδικευμένο προσωπικό.
Με άλλα λόγια θα πρέπει να αποδειχτεί έμπρακτα ότι η βιομηχανική δύναμη / δυνατότητα των κρατών – μελών αντανακλά ευθέως στη στρατιωτική τους ισχύ.
Αν ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε τις επιχειρησιακές αδυναμίες της Συμμαχίας, η γεωγραφία αποκαλύπτει τις πολιτικές της διαφορές.
Όπως βλέπουμε λοιπόν, αν και όλοι οι σύμμαχοι βλέπουν τον ίδιο χάρτη δεν βλέπουν παράλληλα την ίδια απειλή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της Συμμαχίας.
Το ΝΑΤΟ δεν κινδυνεύει να διασπαστεί. Κινδυνεύει, όμως, να δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να ιεραρχήσει κοινές προτεραιότητες. Και αυτή είναι μια διαφορά με τεράστια σημασία.
Για περισσότερες από επτά δεκαετίες η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίχθηκε στην αμερικανική στρατιωτική υπεροχή. Η Ουάσιγκτον αποτελούσε τον αδιαμφισβήτητο πυλώνα του ΝΑΤΟ, αναλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού βάρους. Η πραγματικότητα αυτή δεν ανατρέπεται, αλλά μεταβάλλεται.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εγκαταλείπουν την Ευρώπη. Προετοιμάζονται όμως για έναν κόσμο όπου ο βασικός τους αντίπαλος δεν θα είναι η Ρωσία αλλά η Κίνα.
Αυτό εξηγεί γιατί οι αμερικανικές κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, επιμένουν όλο και περισσότερο στην ανάγκη οι Ευρωπαίοι να επενδύσουν περισσότερο στην άμυνά τους. Η απαίτηση για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες δεν είναι λογιστική εμμονή ούτε διαπραγματευτική πίεση. Είναι αντανάκλαση μιας βαθύτερης στρατηγικής μετατόπισης.
Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι δεν μπορεί επ’ αόριστον να διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών της πόρων στην Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει μια Κίνα που αυξάνει σταθερά τη ναυτική, οικονομική και τεχνολογική της ισχύ.
Η Ευρώπη, ως εκ τούτου, καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άμυνά της, επειδή οι αμερικανικές προτεραιότητες βρίσκονται στην Ασία, πέριξ της Κίνας.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο στρατηγικό δίλημμα. Η Ευρώπη επιθυμεί μεγαλύτερη αυτονομία, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται την αμερικανική πυρηνική ομπρέλα, τις δυνατότητες πληροφοριών, τις μεταφορικές υποδομές και τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή χωρίς να διαρραγεί η συνοχή της Συμμαχίας.
Υπ’ αυτήν την έννοια θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η σχέση ΗΠΑ – Ευρώπης δεν βρίσκεται σε κρίση. Βρίσκεται όμως σε φάση αναδιαπραγμάτευσης.
Καμία άλλη χώρα δεν αποτυπώνει καλύτερα τις αντιφάσεις του ΝΑΤΟ από την Τουρκία.
Η γεωγραφική της θέση την καθιστά αναντικατάστατη. Ελέγχει τα Στενά, γειτνιάζει με τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο, διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς της Συμμαχίας και αποτελεί κρίσιμο κρίκο για τη νότια πτέρυγα.
Ταυτόχρονα όμως ακολουθεί μια ολοένα πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική. Συνεργάζεται με το ΝΑΤΟ, αλλά διατηρεί ανοικτούς διαύλους με τη Μόσχα. Στηρίζει την Ουκρανία, αλλά αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση με τη Ρωσία. Επιχειρεί να λειτουργεί ως περιφερειακή δύναμη με δική της ατζέντα και όχι απλώς ως εκτελεστής συλλογικών αποφάσεων.
Η Άγκυρα δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ. Διεκδικεί όμως μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία μέσα σε αυτό.
Η στάση αυτή προκαλεί κατά καιρούς εντάσεις, αλλά δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Για τη Συμμαχία, η Τουρκία παραμένει υπερβολικά σημαντική για να απομονωθεί και υπερβολικά ανεξάρτητη για να ελέγχεται πλήρως. Η ισορροπία αυτή θα συνεχίσει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις της με τους συμμάχους τα επόμενα χρόνια.
Για την Αθήνα, η αξία της Συνόδου δεν βρίσκεται στις διατυπώσεις του τελικού ανακοινωθέντος αλλά στα στρατηγικά συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτήν. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται σταθερά μεταξύ των κρατών που δαπανούν υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ για την άμυνα και τα τελευταία χρόνια έχει αναβαθμίσει σημαντικά τις στρατιωτικές της δυνατότητες. Αυτό της προσδίδει αξιοπιστία μέσα στη Συμμαχία.
Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσει ότι το ΝΑΤΟ μπορεί ή επιθυμεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Η ιστορία της Συμμαχίας δείχνει ότι προτεραιότητά της είναι η διατήρηση της συνοχής μεταξύ των μελών της και όχι η διαιτησία στις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να στηρίζεται στην προσδοκία πολιτικών «δικαιώσεων» μέσα από τις αποφάσεις μιας συνόδου κορυφής. Πρέπει να στηρίζεται στη διατήρηση ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας, στην αξιοποίηση των στρατηγικών συνεργασιών της χώρας και στην ενεργή συμμετοχή της στη διαμόρφωση των νέων προτεραιοτήτων της νοτιοανατολικής πτέρυγας.
Ταυτόχρονα, η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί μια ακόμη εξέλιξη: όσο η Ουάσιγκτον μεταφέρει σταδιακά μέρος της στρατηγικής της προσοχής προς τον Ινδο-Ειρηνικό, τόσο μεγαλύτερη σημασία θα αποκτά η ικανότητα των ευρωπαϊκών κρατών να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο βάρος για τη δική τους ασφάλεια. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να βρίσκεται μεταξύ εκείνων που θα διαμορφώσουν αυτήν τη νέα αρχιτεκτονική και όχι μεταξύ όσων θα την ακολουθήσουν εκ των υστέρων.
Η επόμενη σύνοδος κορυφής δύσκολα θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα του ΝΑΤΟ. Ούτε είναι αυτός ο ρόλος της. Θα δείξει όμως αν η Συμμαχία εξακολουθεί να διαθέτει το σημαντικότερο χαρακτηριστικό κάθε επιτυχημένου οργανισμού: την ικανότητα προσαρμογής.
Οι προκλήσεις είναι πλέον ταυτόχρονες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η άνοδος της Κίνας, η τεχνολογική επανάσταση και οι διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες των συμμάχων συνθέτουν ένα περιβάλλον πολύ πιο σύνθετο από εκείνο που γέννησε το ΝΑΤΟ πριν από 77 χρόνια.
Η Συμμαχία παραμένει η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν διατηρεί την ισχύ της, αλλά αν μπορεί να τη μετατρέψει σε κοινή στρατηγική βούληση. Γιατί οι στρατοί, όσο ισχυροί κι αν είναι, δεν αρκούν όταν οι πολιτικές προτεραιότητες αρχίζουν να αποκλίνουν. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που εκπέμπει η φετινή σύνοδος κορυφής.
Διαβάστε επίσης:
Ακρίβεια και υποκλοπές ζορίζουν την κυβέρνηση
Σοκ και οργή σε κυβέρνηση και ΝΔ για τις θανατηφόρες εμπρηστικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.