Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ είδηση ότι η Τουρκία εξετάζει το ενδεχόμενο να απομακρύνει τα ρωσικής κατασκευής αντιαεροπορικά συστήματα S-400, τα οποία αποτέλεσαν την αιτία της βαθύτερης κρίσης στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες την τελευταία δεκαετία, έρχεται να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις ισορροπίες μεταξύ Άγκυρας, Ουάσιγκτον και Μόσχας. Επιπρόσθετα η πιθανή απομάκρυνση των S-400 και η προοπτική επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δημιουργούν νέα δεδομένα για ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Η Ελλάδα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς μια ενδεχόμενη ενίσχυση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας με μαχητικά πέμπτης γενιάς θα επηρεάσει άμεσα τις ισορροπίες στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα έχει ήδη μεταφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες τις ανησυχίες της και έχει υπογραμμίσει ότι «τα οπλικά συστήματα που παρέχονται σε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εναντίον άλλου συμμάχου».
Παράλληλα, το Ισραήλ, οι χώρες του Κόλπου και το Ιράν παρακολουθούν την εξέλιξη, καθώς η πιθανή μεταφορά των S-400 σε τρίτη χώρα ή η επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 θα μπορούσε να επηρεάσει τις λεπτές ισορροπίες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο το ζήτημα των S-400 παύει να είναι απλώς μια διμερής διαφωνία ΗΠΑ – Τουρκίας και μετατρέπεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παζάρι, στο οποίο εμπλέκονται η Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι βασικοί περιφερειακοί παίκτες της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Επομένως, το μείζον ερώτημα δεν είναι απλώς αν η Τουρκία θα απαλλαγεί από τους S-400, αλλά ποια σημαντική γεωπολιτική συμφωνία μπορεί να κρύβεται πίσω από μια τέτοια εξέλιξη.
Πρόσφατα δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου ανέφεραν ότι η Τουρκία εξετάζει τη μεταπώληση ή τη μεταφορά των S-400 σε τρίτη χώρα, όπως το Κατάρ ή τα Εμιράτα. Το κρίσιμο σημείο όμως δεν ήταν η ίδια η πληροφορία, αλλά η αναπάντεχη τοποθέτηση της Ρωσίας. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ όχι μόνο δεν διέψευσε ότι υπάρχει συζήτηση για το θέμα μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας, αλλά το χαρακτήρισε και ως «εξαιρετικά ευαίσθητο».
Η δημόσια αναγνώριση της ύπαρξης επαφών δείχνει ότι το ζήτημα έχει ξεπεράσει το επίπεδο μιας απλής φημολογίας. Βέβαια, ο Πεσκόφ απέφυγε προσεκτικά να επιβεβαιώσει ότι έχει εγκριθεί κάποια πώληση ή μεταφορά των S-400. Δεν ανακοίνωσε κάποια συμφωνία, δεν κατονόμασε πιθανό αγοραστή και δεν έδωσε λεπτομέρειες για τους όρους μιας πιθανής συμφωνίας. Επομένως, υπάρχει διαπραγμάτευση, αλλά δεν υπάρχει ακόμη τελική απόφαση.
Για τη Ρωσία η πώλησή των S-400 στην Τουρκία είχε σημαντική γεωπολιτική αξία. Ήταν ηπρώτη φοράπου μια χώρα – μέλος του ΝΑΤΟ αποκτούσε ένα κορυφαίο ρωσικό σύστημα αεράμυνας δημιουργώντας τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της αμυντικής συνεργασίας ΗΠΑ – Τουρκίας. Με την πώληση των S-400 στην Τουρκία η Ρωσία απέκτησε δύο σημαντικά οφέλη:
● Πρώτον, οικονομικό όφελος.
● Δεύτερον, πολιτικό όφελος, καθώς δημιουργήθηκε ρήγμα μεταξύ της Τουρκίας και των δυτικών συμμάχων της.
Η Ρωσία γνωρίζει ότι η Τουρκία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους περιφερειακούς παίκτες. Παρά τις διαφωνίες τους στη Συρία, τη Λιβύη και τον Καύκασο, οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει σχέσεις συνεργασίας στους τομείς της ενέργειας, του εμπορίου και της περιφερειακής ασφάλειας.
Η Μόσχα φαίνεται να θεωρεί ότι η στρατηγική σχέση της με την Τουρκία υπερέχει της διατήρησης των S-400 ως μόνιμης εστίας έντασης στις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον.
Επιπλέον η Ρωσία βρίσκεται σε μια περίοδο κατά την οποία η διατήρηση οικονομικών και πολιτικών δεσμών με την Τουρκία έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Άγκυρα αποτελεί έναν από τους ελάχιστους μεγάλους περιφερειακούς εταίρους της Μόσχας που διατηρεί ταυτόχρονα ανοικτούς διαύλους με τη Δύση. Η πιθανότητα λοιπόν μιας συμφωνίας για τους S-400 δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ρωσική υποχώρηση, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου παζαριού, στο οποίο η Μόσχα θα επιδιώξει ανταλλάγματα.
Σε αυτήν την περίπτωση γεννιέται ένα σοβαρό ερώτημα: Τι μπορεί να ζητήσει το Κρεμλίνο από την Άγκυρα για να αποδεχθεί την απομάκρυνση ενός συστήματος που μέχρι σήμερα αποτελούσε σύμβολο της ρωσικής επιρροής στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ; Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
Ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες των ρωσοτουρκικών σχέσεων είναι η ενέργεια. Η Ρωσία αποτελεί έναν από τους βασικούς προμηθευτές φυσικού αερίου της Τουρκίας, ενώ ο αγωγός TurkStream έχει ενισχύσει τη θέση της Τουρκίας ως ενεργειακού κόμβου μεταξύ Ρωσίας και ευρωπαϊκών αγορών. Παράλληλα η κατασκευή του πυρηνικού σταθμού στο Ακούγιου από τη ρωσική Rosatom αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά έργα μεταξύ των δύο χωρών.
Η Μόσχα ενδιαφέρεται να διατηρήσει τη συνεργασία με την Άγκυρα στη Συρία, όπου η Τουρκία συνιστά έναν από τους βασικούς εξωτερικούς κρατικούς δρώντες. Μια συμφωνία για τους S-400 θα μπορούσε να συνδεθεί με τη διατήρηση των ρωσικών βάσεων στο συριακό έδαφος.
Η Ρωσία θα μπορούσε να επιδιώξει οικονομικά ανταλλάγματα από οποιαδήποτε μεταφορά ή πώληση των S-400, νέες συμφωνίες εξοπλισμών, καθώς και συνεργασία για την τεχνική υποστήριξη των συστημάτων. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι η Μόσχα θα επιδιώξει μια συμφωνία, στην οποία θα ανταλλάξει την απομάκρυνση των S-400 με πολιτικά, οικονομικά ή στρατηγικά οφέλη.
Το ενδεχόμενο μεταφοράς των τουρκικών S-400 σε χώρα του Κόλπου δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα. Μέχρι στιγμής οι πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί αναφέρουν το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως τους δύο πιθανούς προορισμούς. Το Κατάρ αποτελεί ίσως την πιο ενδιαφέρουσα αλλά και πιο αντιφατική επιλογή, καθώς η Ντόχα διατηρεί στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Στο Κατάρ βρίσκεται η μεγαλύτερη αμερικανική αεροπορική βάση Al Udeid και η έδρα της Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM).
Η παρουσία αμερικανικών αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35, δημιουργεί προφανή ερωτήματα. Πώς μπορούν να επιχειρούν F-35 στην ίδια περιοχή, που λειτουργεί και ένα ρωσικό σύστημα S-400; Αυτό ακριβώς ήταν το επιχείρημα των Αμερικανών απέναντι στην Τουρκία. Η βασική ανησυχία ήταν ότι ένα ρωσικό σύστημα θα μπορούσε να συλλέγει δεδομένα για τα χαρακτηριστικά, τις πτήσεις και την ηλεκτρονική υπογραφή του αμερικανικού αεροσκάφους.
Για την Τεχεράνη η επιλογή του Κατάρ θα ήταν σαφώς λιγότερο ανησυχητική, καθώς διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση με το Ιράν. Οι δύο χώρες μοιράζονται το τεράστιο κοίτασμα φυσικού αερίου North Field / South Pars, ενώ η Ντόχα έχει συχνά λειτουργήσει ως δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ του Ιράν και της Δύσης. Πιθανότατα, το Ιράν δεν θα αντιμετώπιζε το Κατάρ ως εχθρική δύναμη.
Η περίπτωση των Εμιράτων είναι διαφορετική, καθώς έχουν αναπτύξει στενή συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε θέματα ασφαλείας και αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους εταίρους της Ουάσιγκτον στον Κόλπο. Παράλληλα, μετά τις Συμφωνίες του Αβραάμ το 2020, τα Εμιράτα ανέπτυξαν σχέσεις στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων.
Από την οπτική του Ιράν, ένα ρωσικό σύστημα S-400 στα ΗΑΕ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ενισχύει μια χώρα η οποία βρίσκεται πιο κοντά στο αμερικανικό και ισραηλινό στρατόπεδο. Επιπλέον παραμένει ανοικτό το ζήτημα των νησιών Άμπου Μούσα, Μεγάλη Τουνμπ και Μικρή Τουνμπ στον Περσικό, τα οποία ελέγχονται από το Ιράν αλλά διεκδικούνται από τα ΗΑΕ.
Η Μόσχα έχει δείξει επανειλημμένα ότι επιδιώκει να διατηρεί σχέσεις με όλους τους βασικούς παίκτες της Μέσης Ανατολής, όπως το Ιράν, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, η Αίγυπτος και το Κατάρ. Επομένως, η πιθανή πώληση των τουρκικών S-400 σε χώρα του Κόλπου θα μπορούσε να δημιουργήσει εντάσεις με την Τεχεράνη, αλλά δύσκολα θα οδηγήσει σε στρατηγική ρήξη.
Η πιθανή απομάκρυνση των S-400 αποτελεί αναμφίβολα το σημαντικότερο βήμα που θα μπορούσε να κάνει η Τουρκία για να ανοίξει ξανά ο δρόμος προς το πρόγραμμα των F-35. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η λύση του συγκεκριμένου ζητήματος οδηγεί αυτόματα στην απόκτηση των F-35.
Το αμερικανικό μαχητικό αποτελεί το πιο προηγμένο επιχειρησιακό σύστημα αεροπορικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών και η συμμετοχή μιας χώρας στο πρόγραμμα προϋποθέτει υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης. Για αυτόν τον λόγο, ακόμη και αν οι S-400 απομακρυνθούν από την Τουρκία, θα παραμείνουν και άλλα σημαντικά εμπόδια, όπως:
1. Το αμερικανικό Κογκρέσο,που συνιστά «πολιτικό φρένο»,ακόμη κι αν ο Λευκός Οίκος συμφωνούσε στην πώληση των F-35 στην Τουρκία.Η υπόθεση των S-400 οδήγησε στην εφαρμογή κυρώσεων μέσω του νόμου CAATSA και στην απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35. Η απόφαση αυτή αντανακλούσε μια βαθύτερη δυσπιστία πολλών μελών του Κογκρέσου απέναντι στην πολιτική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απομάκρυνση των S-400, αλλά και το κατά πόσο η Τουρκία μπορεί να θεωρηθεί ξανά προβλέψιμος στρατηγικός εταίρος.
2. Το Ισραήλ, που συνιστά τον στενότερο σύμμαχο της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή και τη μόνη χώρα στην περιοχή που διαθέτει το F-35 από το 2016. Να σημειωθεί ότι το Ισραήλ διαθέτει πάντα «ποιοτική στρατιωτική υπεροχή» (Qualitative Military Edge – QME) από οποιονδήποτε πιθανό αντίπαλο στην περιοχή αυτήν. Η QME δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή, αλλά είναι θεσμοθετημένη στο αμερικανικό δίκαιο από το 2008 και δεσμευτική για κάθε αμερικανική κυβέρνηση.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 201 του νόμου «Naval Vessel Transfer Act of 2008» απαιτεί από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να πραγματοποιεί τακτική «ποσοτική και ποιοτική εκτίμηση» κατά πόσον το Ισραήλ διατηρεί την QME. Αν για παράδειγμα μια πώληση F-35 σε Ελλάδα ή Σαουδική Αραβία ή Τουρκία θεωρηθεί ότι μειώνει την «ποιοτική στρατιωτική υπεροχή» του Ισραήλ, τότε μπλοκάρεται από το Κογκρέσο ή εξισορροπείται με περισσότερο προηγμένα όπλα προς το Ισραήλ.
Παράλληλα σημαντική επιρροή ασκούν οι φιλοϊσραηλινές οργανώσεις, που παρακολουθούν στενά τις ισορροπίες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Αν και το Ισραήλ δεν διαθέτει θεσμικό δικαίωμα βέτο στις αμερικανικές εξαγωγές οπλικών συστημάτων, η άποψή του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από μεγάλο αριθμό μελών του Κογκρέσου.
3. Η Ελλάδα,πουσυνιστά ακόμη έναν περιφερειακό κρατικό δρώντα, ο οποίος αντιτίθεται στην απόκτηση των F-35 από την Τουρκία. Ιδιαίτερα δραστήριες είναι και οι ελληνοαμερικανικές οργανώσεις, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν ενισχύσει σημαντικά την παρουσία τους στο Κογκρέσο και προβάλλουν συστηματικά τις ελληνικές θέσεις για την ασφάλεια στην ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Κεντρικό επιχείρημά τους είναι ότι ηπώληση των F-35 στην Τουρκία δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τη συνολική συμπεριφορά της Άγκυρας απέναντι στους συμμάχους των ΗΠΑ. Οι υπερπτήσεις πάνω από ελληνικά νησιά, οι παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, η διατήρηση του casus belli κατά της Ελλάδας και οι επανειλημμένες κρίσεις στο Αιγαίο χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένων αμερικανικών οπλικών συστημάτων προς την Τουρκία.
Η Άγκυρα βρίσκεται εδώ και χρόνια ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Από τη μία πλευρά παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, με τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Συμμαχίας και με σημαντική γεωστρατηγική θέση. Από την άλλη πλευρά, την τελευταία δεκαετία επιδίωξε μεγαλύτερη αυτονομία στις επιλογές της αναπτύσσοντας στενότερες σχέσεις με τη Ρωσία.
Η αγορά των S-400 ήταν η κορυφαία επιδίωξη της Άγκυρας για στρατηγική αυτονομία, η οποία όμως την οδήγησε σε σύγκρουση με τη δυτική συμμαχία. Η πιθανή απομάκρυνσή τους δείχνει ότι η Τουρκία ίσως επανεξετάζει τη θέση της μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τουρκία παραμένει ένας δύσκολος αλλά σημαντικός σύμμαχος. Η επιστροφή της στο πρόγραμμα F-35 θα είχε αποτέλεσμα τη στενότερη στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ. Η απομάκρυνση των S-400 θα είναι το πρώτο βήμα, αλλά όχι το τελευταίο. Θα απαιτηθούν αποδείξεις για το ότι η Τουρκία:
● Μειώνει την εξάρτησή της από τη ρωσική αμυντική τεχνολογία.
● Ευθυγραμμίζεται με τις στρατηγικές προτεραιότητες του ΝΑΤΟ.
● Περιορίζει τις ενέργειες που προκαλούν εντάσεις με άλλους συμμάχους.
Για τη Μόσχα το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο, καθώς δεν θέλει να χάσει την Τουρκία από εταίρο. Η σχέση τους έχει αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η Μόσχα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δυτική απομόνωση. Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία προσφέρει στη Ρωσία:
● Έναν σημαντικό εμπορικό διάδρομο.
● Ενεργειακή συνεργασία.
● Γέφυρα μεταξύ Ρωσίας και Δύσης.
● Δυνατότητα επιρροής σε περιφερειακές κρίσεις.
Ταυτόχρονα η Μόσχα γνωρίζει ότι η επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 θα αποτελέσει επιτυχία για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ως εκ τούτου, η πιθανή ρωσική συναίνεση για τη μεταφορά των S-400 είναι σίγουρο ότι δεν θα δοθεί χωρίς ανταλλάγματα, εφόσον φυσικά ολοκληρωθεί η συμφωνία μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας.
* Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])
Διαβάστε επίσης
Ουκρανία: 13 νεκροί και περίπου 50 τραυματίες μετά από ρωσικές επιθέσεις
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.