Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΑν περιοριστεί κανείς στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε στην Ελλάδα η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, εύκολα θα σχηματίσει την εντύπωση ότι το ενδιαφέρον της επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στα ελληνοτουρκικά: στο casus belli, στους S-400, στα F-35 και στις ισορροπίες μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Όμως η πραγματική ουσία της συνόδου βρισκόταν αλλού. Το βασικό διακύβευμα δεν ήταν οι διμερείς διαφορές δύο συμμάχων, αλλά η κατεύθυνση που επιλέγει να ακολουθήσει η Συμμαχία μέσα σε έναν κόσμο όπου οι ισορροπίες ισχύος μεταβάλλονται με πρωτοφανή ταχύτητα.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν και τι κέρδισε ή έχασε η Ελλάδα από αυτή τη σύνοδο. Είναι βαθύτερο: έχει αντιληφθεί η Αθήνα (κυβέρνηση, αντιπολίτευση, ακαδημαϊκή κοινότητα) ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο οι δυτικές πρωτεύουσες αξιολογούν την Τουρκία;
Για δεκαετίες η ελληνική διπλωματία στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η συμπεριφορά της Άγκυρας δημιουργεί κόστος στις σχέσεις της με τη Δύση. Ότι το casus belli, η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, οι παραβιάσεις στο Αιγαίο, η κατοχή της βόρειας Κύπρου, οι σχέσεις με τη Ρωσία ή οι παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή λειτουργούν ως παράγοντες που περιορίζουν τη διεθνή επιρροή της Τουρκίας.
Η παραδοχή αυτή δεν ήταν αυθαίρετη. Ανταποκρινόταν σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Σε μια εποχή όπου η Δύση πίστευε ότι μπορούσε να επιβάλει κανόνες, να χρησιμοποιήσει κυρώσεις, να αποκλείσει χώρες από εξοπλιστικά προγράμματα ή να τις πιέσει πολιτικά προκειμένου να αλλάξουν συμπεριφορά.
Όμως ο κόσμος του 2026 δεν είναι εκείνος του 2006 ούτε του 2016. Η κλιμάκωση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η διαρκής ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η άνοδος της Κίνας και η σταδιακή μετατόπιση του στρατηγικού ενδιαφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ασία έχουν αλλάξει τις προτεραιότητες. Σήμερα, για πολλές δυτικές κυβερνήσεις, το βασικό ερώτημα δεν είναι εάν η Τουρκία είναι ένας «δύσκολος σύμμαχος». Είναι αν υπάρχει εναλλακτική χωρίς αυτήν.
Η απάντηση που φαίνεται να διαμορφώνεται είναι αρνητική. Η Τουρκία:
Δεδομένων τούτων η Τουρκία δεν είναι εύκολος σύμμαχος, είναι όμως ολοένα και περισσότερο ένας σύμμαχος που η Δύση θεωρεί δύσκολο να παρακάμψει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυτικές πρωτεύουσες ξέχασαν τις διαφορές τους με την Άγκυρα. Ούτε ότι η Τουρκία έγινε ξαφνικά πρότυπο δημοκρατίας ή αξιόπιστος εταίρος χωρίς αντιφάσεις. Σημαίνει όμως ότι, στην εξίσωση κόστους – οφέλους, το γεωπολιτικό της βάρος αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τα προβλήματα που δημιουργεί. Και στη σύνοδο της Άγκυρας επιβεβαιώθηκε ακριβώς αυτή η μετατόπιση.
Δεν χρειάστηκαν θεαματικές αποφάσεις. Αρκούσε το συνολικό κλίμα. Οι συζητήσεις περιστράφηκαν γύρω από την αποτρεπτική ισχύ του ΝΑΤΟ, την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας, τη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία και τη διατήρηση της συνοχής της Συμμαχίας. Μέσα σε αυτήν την ατζέντα αναδείχθηκε εκ των πραγμάτων η σημασία της Τουρκίας και τα ελληνοτουρκικά εμφανίστηκαν για ακόμη μία φορά ως περιφερειακή διαφορά που δεν επιτρέπεται να διαταράξει τις ευρύτερες στρατηγικές προτεραιότητες.
Δεν είναι η πρώτη φορά που επικρατεί αυτή η «λογική». Είναι όμως ίσως η πρώτη φορά που αυτή η λογική εμφανίζεται τόσο καθαρά σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η αξία της Τουρκίας φαίνεται να αυξάνεται αντί να μειώνεται.
Ανάλογη μεταβολή διακρίνεται και στις σχέσεις της Άγκυρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τις πολιτικές ενστάσεις, η Τουρκία αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο όχι ως χώρα που οδηγείται σε απομόνωση, αλλά ως αναγκαίος εταίρος σε ζητήματα ασφάλειας, άμυνας, μεταναστευτικού, βιομηχανικής συνεργασίας και περιφερειακής σταθερότητας. Πρόκειται για μια ειδική σχέση που δεν οδηγεί στην πλήρη ένταξη, αλλά ούτε και στην απομάκρυνση. Αντίθετα, βαθαίνει σταδιακά μέσα από την εξυπηρέτηση αμοιβαίων συμφερόντων.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι αν αυτή η εξέλιξη είναι «δίκαιη» από ελληνική σκοπιά. Στις διεθνείς σχέσεις, οι μεγάλες δυνάμεις σπανίως λειτουργούν με κριτήριο τη δικαιοσύνη. Λειτουργούν με βάση την αντίληψη του συμφέροντός τους. Και όταν το διεθνές περιβάλλον αλλάζει, μεταβάλλεται αναπόφευκτα και η αξιολόγηση των συμμάχων τους.
Αν η βασική διαπίστωση είναι ότι η γεωπολιτική αξία της Τουρκίας αναβαθμίζεται στα μάτια των δυτικών συμμάχων της, τότε το πραγματικό ερώτημα μεταφέρεται στην Αθήνα. Όχι για να αμφισβητήσει τις στρατηγικές επιλογές της χώρας, αλλά για να εξετάσει αν οι παραδοχές πάνω στις οποίες αυτές οικοδομήθηκαν εξακολουθούν να ανταποκρίνονται στη νέα πραγματικότητα.
Για δεκαετίες η ελληνική εξωτερική πολιτική κινήθηκε πάνω σε έναν σχετικά σταθερό άξονα. Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ θεωρήθηκε όχι μόνο πυλώνας ασφάλειας αλλά και σημαντικός πολλαπλασιαστής ισχύος απέναντι στην Τουρκία. Η λογική ήταν απλή: όσο περισσότερο η Άγκυρα απομακρυνόταν από τις δυτικές αξίες και πρακτικές, τόσο περισσότερο θα ενισχυόταν η διεθνής θέση της Ελλάδας.
Ωστόσο, η εικόνα των τελευταίων ετών υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες δυνάμεις αξιολογούν πλέον τους συμμάχους τους πρωτίστως με όρους στρατηγικής χρησιμότητας. Η έννοια της αξιοπιστίας δεν εξαφανίστηκε. Υποχωρεί όμως όταν συγκρούεται με την ανάγκη αντιμετώπισης μεγαλύτερων γεωπολιτικών προκλήσεων.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η Τουρκία, παρά τις συγκρούσεις της με πολλές δυτικές πρωτεύουσες, όχι μόνο δεν απομονώθηκε, αλλά επανέρχεται σταδιακά στο επίκεντρο των δυτικών σχεδιασμών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και το ζήτημα των F-35 αντιμετωπίζεται πλέον σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Η συζήτηση δεν αφορά αποκλειστικά τις τουρκικές επιλογές ή το ρωσικό σύστημα S-400. Συνδέεται με το πώς η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, τη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα και την ανάσχεση της ρωσικής και κινεζικής επιρροής.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα χάνει την αξία της. Κάθε άλλο. Η Ελλάδα διαθέτει πολιτική σταθερότητα, ισχυρές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές, ενεργειακές διασυνδέσεις, ενώ διεκδικεί έναν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο. Όμως η αξία της Ελλάδας δεν αυξάνεται αυτόματα επειδή αυξάνονται οι δυσκολίες της Τουρκίας. Ούτε μειώνεται επειδή αναβαθμίζεται ο γεωπολιτικός ρόλος της Άγκυρας. Πρόκειται για δύο διαφορετικές εξισώσεις. Και εδώ ίσως βρίσκεται και η σημαντικότερη πρόκληση για την ελληνική στρατηγική σκέψη.
Για πολλά χρόνια η Αθήνα επένδυσε στην αντίληψη ότι η απόσταση της Τουρκίας από τη Δύση λειτουργεί υπέρ των ελληνικών θέσεων. Σήμερα όμως η Δύση επιχειρεί ακριβώς το αντίθετο: να περιορίσει αυτήν την απόσταση, όχι επειδή συμφωνεί με όλες τις επιλογές της Άγκυρας, αλλά επειδή θεωρεί ότι το κόστος μιας Τουρκίας εκτός δυτικού πλαισίου θα ήταν πολύ μεγαλύτερο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ελληνικά επιχειρήματα χάνουν τη νομική ή πολιτική τους ισχύ. Σημαίνει όμως ότι ενδέχεται να αποκτούν μικρότερη βαρύτητα όταν συγκρούονται με ευρύτερες γεωστρατηγικές επιδιώξεις των μεγάλων συμμάχων.
Η ιστορία άλλωστε δείχνει ότι στις περιόδους μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων ούτε το Διεθνές Δίκαιο ούτε οι συμμαχίες λειτουργούν αυτομάτως ως εγγυήσεις. Λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο των συμφερόντων που διαμορφώνονται κάθε εποχή. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που αφήνει πίσω της η σύνοδος της Άγκυρας. Δηλαδή ότι αλλάζει σταδιακά ο τρόπος με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις ιεραρχούν τις προτεραιότητές τους.
Και όταν αλλάζει η ιεράρχηση των συμφερόντων των ισχυρών, οι μικρότερες χώρες οφείλουν να επανεξετάζουν διαρκώς τις δικές τους παραδοχές. Όχι από ανασφάλεια, ούτε από ηττοπάθεια, αλλά επειδή αυτή είναι η ουσία της στρατηγικής σκέψης.
Αν λοιπόν η σύνοδος της Άγκυρας αφήνει ένα πραγματικό στρατηγικό αποτύπωμα, αυτό βρίσκεται στην ανάγκη να απαντηθεί ένα ερώτημα που η ελληνική δημόσια συζήτηση αποφεύγει επί χρόνια:
Επί δεκαετίες κυριάρχησε η αντίληψη ότι η συμμετοχή στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, σε συνδυασμό με τη σταθερή προσήλωση της Ελλάδας στο Διεθνές Δίκαιο, θα λειτουργούσε ως ο βασικός μηχανισμός αποτροπής απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό. Η πραγματικότητα, ωστόσο, διέψευσε σημαντικό μέρος αυτών των παραδοχών.
Το casus belli που ψήφισε η τουρκική Εθνοσυνέλευση το 1995 εξακολουθεί να ισχύει τριάντα και πλέον χρόνια μετά. Η τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών» όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκε, αλλά ενσωματώθηκε στη στρατηγική της Άγκυρας. Η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» απέκτησε κεντρική θέση στον τουρκικό σχεδιασμό, ενώ η κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου συνεχίζεται περισσότερο από μισόν αιώνα μετά την εισβολή του 1974. Την ίδια περίοδο, η Τουρκία όχι μόνο δεν απομακρύνθηκε από το ΝΑΤΟ, αλλά εξακολουθεί να θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας.
Η διαπίστωση αυτή υποχρεώνει σε μια περισσότερο νηφάλια αποτίμηση των «δογμάτων» της ελληνικής εξωτερικής πολιτική. Οι διεθνείς οργανισμοί όπως το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε. δεν δημιουργήθηκαν για να επιλύουν τις διαφορές μεταξύ συμμάχων ούτε για να εγγυώνται τα συμφέροντα κάθε κράτους – μέλους. Δημιουργήθηκαν για να υπηρετούν τη συνολική στρατηγική των μελών τους και, τελικά, των ισχυρότερων εξ αυτών. Όταν τα ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα επιβάλλουν τη διατήρηση της Τουρκίας στον δυτικό σχεδιασμό, δύσκολα θα υπάρξουν επιλογές που θα θέσουν σε κίνδυνο αυτήν την επιδίωξη.
Αυτό είναι ένα δεδομένο που η Αθήνα οφείλει πια να ενσωματώσει στη στρατηγική της. Η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με βάση το ποιος έχει δίκιο, αλλά με βάση το πώς αντιλαμβάνονται οι ισχυροί το συμφέρον τους. Και το συμφέρον αυτό μεταβάλλεται μαζί με το διεθνές περιβάλλον.
Ακριβώς γι’ αυτό, η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να πείσει τους συμμάχους της ότι η Τουρκία είναι αναθεωρητική δύναμη. Αυτό είναι ήδη γνωστό. Η πρόκληση είναι να διαμορφώσει μια στρατηγική που να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τις διαθέσεις ή τις προτεραιότητες τρίτων.
Μια τέτοια στρατηγική προϋποθέτει:
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει κάθε νέα διεθνή κρίση ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ισχύς, η τεχνολογία, η οικονομία και η ασφάλεια συνδέονται περισσότερο από ποτέ. Οι συμμαχίες θα παραμείνουν κρίσιμες, αλλά θα γίνονται ολοένα πιο συναλλακτικές. Οι σταθερές θα είναι λιγότερες και οι ανατροπές συχνότερες.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται σε μια από τις πλέον ασταθείς γειτονιές του πλανήτη, το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος θα ήταν να θεωρήσει ότι οι απαντήσεις του χθες αρκούν για να αντιμετωπίσουν τα ερωτήματα του αύριο. Η ουσία της στρατηγικής δεν είναι η προσκόλληση σε δόγματα, αλλά η ικανότητα προσαρμογής όταν αλλάζει ο κόσμος.
ΣΥΡΙΖΑ: Ανεξαρτητοποιήθηκε και η Τσαπανίδου
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.