Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ FIFA επιμένει ότι το ποδόσφαιρο ενώνει τον κόσμο. Το Μουντιάλ του 2026, όμως, απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι το ποδόσφαιρο δεν διεξάγεται έξω από τον κόσμο. Κουβαλάει μέσα στα γήπεδα τους πολέμους, τις ανισότητες, τις μεταναστευτικές πολιτικές, τις εθνικές αντιπαλότητες και τις επιδιώξεις της εξουσίας.
Το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο των 48 ομάδων προβλήθηκε ως η πλέον «συμπεριληπτική» διοργάνωση στην ιστορία. Στην πράξη, όμως, υπήρξαν χώρες των οποίων οι φίλαθλοι δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν, αξιωματούχοι που δεν πήραν βίζα, παίκτες και αποστολές που ανακρίθηκαν, ένας διαιτητής που απελάθηκε και μια FIFA η οποία έμοιαζε περισσότερο από ποτέ πρόθυμη να προσαρμόζεται στις διαθέσεις του ισχυρότερου οικοδεσπότη.
Το Μουντιάλ του 2026 ήταν, χωρίς αμφιβολία, και το Μουντιάλ του Ντόναλντ Τραμπ – αλλά από την… ανάποδη!
Κανένας πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είχε επιχειρήσει να ταυτιστεί τόσο έντονα με μια ποδοσφαιρική διοργάνωση. Ο Τραμπ δεν περιορίστηκε σε μια εθιμοτυπική παρουσία. Βρέθηκε δίπλα στον Τζιάνι Ινφαντίνο, εμφανίστηκε στις εξέδρες, παρενέβη δημόσια σε ζητήματα του τουρνουά και τελικά κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο για την απονομή του τροπαίου.
Η εικόνα του, πίσω από αλεξίσφαιρο γυαλί στον τελικό, ήταν από μόνη της συμβολική: η γιορτή του «ανοιχτού στον κόσμο» Μουντιάλ υπό την προστασία μιας τεράστιας επιχείρησης ασφαλείας και με έναν πρόεδρο που είχε καταστήσει τους συνοριακούς αποκλεισμούς βασικό στοιχείο της πολιτικής του.

Η παρέμβαση του Τραμπ κορυφώθηκε στην υπόθεση του Φόλαριν Μπαλογκάν. Μετά την αποβολή του Αμερικανού επιθετικού, ο πρόεδρος των ΗΠΑ επικοινώνησε με τον Ινφαντίνο και ζήτησε να επανεξεταστεί η τιμωρία του. Η FIFA τελικά επέτρεψε στον ποδοσφαιριστή να αγωνιστεί στον επόμενο γύρο. Ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την απόφαση, το πολιτικό μήνυμα ήταν καταστροφικό: ο πρόεδρος της διοργανώτριας χώρας μπορούσε να τηλεφωνήσει στον πρόεδρο της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής αρχής και να ζητήσει αλλαγή μιας αγωνιστικής ποινής.
Το θέμα έφτασε μέχρι το Συμβούλιο της Ευρώπης, με τον γενικό γραμματέα του Αλέν Μπερσέ να προειδοποιεί, την ημέρα του τελικού, ότι η FIFA αντιμετωπίζει κρίση αξιοπιστίας και ότι πολιτικές παρεμβάσεις αυτού του τύπου ανοίγουν επικίνδυνους δρόμους για την ακεραιότητα των διοργανώσεων.
Η σχέση του Ινφαντίνο με τον Τραμπ είχε προκαλέσει συζητήσεις πολύ πριν από τη σέντρα. Η FIFA είχε απονείμει στον Αμερικανό πρόεδρο το πρώτο «Βραβείο Ειρήνης» της ιστορίας της τον Δεκέμβριο του 2025, σε μια κίνηση που αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως πολιτική κολακεία παρά ως αναγνώριση κάποιας διεθνούς ειρηνευτικής προσπάθειας.

Στον τελικό, οι δύο άνδρες μπήκαν μαζί στον αγωνιστικό χώρο και αποδοκιμάστηκαν έντονα. Ο Τραμπ απένειμε μετάλλια, παρέδωσε μαζί με τον Ινφαντίνο το τρόπαιο και επιχείρησε να παραμείνει ανάμεσα στους Ισπανούς ποδοσφαιριστές όταν άρχισαν να πανηγυρίζουν. Ο πρόεδρος της FIFA χρειάστηκε να τον απομακρύνει διακριτικά από το κάδρο.
Ήταν μια μικρή, σχεδόν κωμική σκηνή, αλλά και η επιτομή ολόκληρης της διοργάνωσης: η πολιτική εξουσία δεν αρκείται πλέον να φιλοξενεί το ποδόσφαιρο. Θέλει να μπει μέσα στη φωτογραφία του νικητή.
Η παρουσία του Ιράν μετέτρεψε το Μουντιάλ σε προέκταση της πολεμικής και διπλωματικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ. Τα προβλήματα είχαν αρχίσει ήδη από την κλήρωση, όταν ο πρόεδρος της ιρανικής ομοσπονδίας Μεχντί Τατζ δεν πήρε βίζα. Αργότερα, μέρος του τεχνικού και διοικητικού επιτελείου αντιμετώπισε ανάλογα εμπόδια.

Ο Τραμπ είχε φτάσει στο σημείο να δηλώσει ότι, μολονότι το Ιράν ήταν ευπρόσδεκτο να συμμετάσχει, δεν θεωρούσε «κατάλληλη» την παρουσία της ομάδας στις ΗΠΑ λόγω κινδύνων για τη ζωή και την ασφάλεια των μελών της. Η Τεχεράνη απάντησε ότι, εάν μια χώρα δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια όλων των συμμετεχόντων, εκείνη που πρέπει να απομακρυνθεί δεν είναι η ομάδα, αλλά ο οικοδεσπότης.
Η προετοιμασία του Ιράν μεταφέρθηκε από την Αριζόνα στην Τιχουάνα του Μεξικού. Μετά τον πρώτο αγώνα του στην Καλιφόρνια, η αποστολή κατήγγειλε ότι υποχρεώθηκε να αναχωρήσει μέσα σε λίγες ώρες, χωρίς να της επιτραπεί η προβλεπόμενη διανυκτέρευση και αποκατάσταση. Ακολούθησαν καθυστερήσεις, εξονυχιστικοί έλεγχοι και καταγγελίες περί παρενόχλησης, ακόμη και για τον έλεγχο του τηλεφώνου του αρχηγού της ομάδας.
Η αμερικανική κυβέρνηση ισχυρίστηκε επίσης ότι η ιρανική αποστολή επιχείρησε να φέρει στη χώρα μέλος των Φρουρών της Επανάστασης. Η ομοσπονδία του Ιράν χαρακτήρισε τον ισχυρισμό «κατασκευασμένο και απολύτως ψευδή».

Το τελευταίο καψόνι ήρθε μετά τον αποκλεισμό. Ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Μαρκγουέιν Μάλιν δήλωσε ότι έκανε «χορό χαράς» και τραγούδησε όταν έμαθε πως το Ιράν δεν πέρασε στους «32». Η ιρανική ομοσπονδία απάντησε ότι οι Αμερικανοί είναι συνηθισμένοι στην κακομεταχείριση και στα ψέματα. Η περίφημη ουδετερότητα της διοργανώτριας χώρας είχε πλέον εγκαταλειφθεί ακόμη και στα προσχήματα.
Οι ποδοσφαιριστές και τα απολύτως απαραίτητα μέλη των αποστολών εξαιρέθηκαν κατά κανόνα από τους αμερικανικούς ταξιδιωτικούς περιορισμούς. Δεν συνέβη το ίδιο με τους φιλάθλους.
Πολίτες από χώρες όπως το Ιράν, η Αϊτή, η Ακτή Ελεφαντοστού και η Σενεγάλη αντιμετώπισαν απαγορεύσεις ή εξαιρετικά αυστηρούς περιορισμούς. Φίλαθλοι από αφρικανικές χώρες βρέθηκαν αντιμέτωποι ακόμη και με την απαίτηση κατάθεσης εγγύησης έως 15.000 δολαρίων για την έκδοση βίζας — ένα μέτρο που αργότερα ανεστάλη για όσους διέθεταν εισιτήριο.

Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατήγγειλαν ότι φίλαθλοι, δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι από το Μαρόκο, την Αίγυπτο, το Ιράκ, την Ιορδανία και το Ουζμπεκιστάν αποκλείστηκαν ή φοβήθηκαν να ταξιδέψουν. Η παρουσία της ICE γύρω από τα γήπεδα ενίσχυσε το κλίμα ανασφάλειας, ιδιαίτερα στις μεταναστευτικές κοινότητες των ΗΠΑ.
Έτσι, το «πιο συμπεριληπτικό Μουντιάλ» έγινε και ένα Μουντιάλ δύο ταχυτήτων: ανοιχτό για όσους διέθεταν το σωστό διαβατήριο, τα σωστά χρήματα και το σωστό πολιτικό προφίλ – σαφώς λιγότερο ανοιχτό για όλους τους υπόλοιπους.
Το πιο χαρακτηριστικό πρόσωπο αυτής της πολιτικής ήταν ο Σομαλός διαιτητής Ομάρ Αμπντουλκαντίρ Αρτάν. Είχε επιλεγεί από τη FIFA και επρόκειτο να γίνει ο πρώτος διαιτητής από τη Σομαλία που θα συμμετείχε σε τελική φάση Μουντιάλ. Είχε, μάλιστα, αναδειχθεί κορυφαίος διαιτητής της Αφρικής για το 2025.
Παρά το γεγονός ότι διέθετε έγκυρη βίζα, κρατήθηκε κατά την άφιξή του στο Μαϊάμι, ανακρίθηκε και τελικά απελάθηκε. Οι αμερικανικές αρχές επικαλέστηκαν αόριστες «ανησυχίες κατά τον έλεγχο», χωρίς να παρουσιάσουν δημόσια συγκεκριμένες αποδείξεις. Η FIFA περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν μπορεί να παρέμβει στις μεταναστευτικές αποφάσεις της διοργανώτριας χώρας.

Για τον Αρτάν, όμως, δεν επρόκειτο για μια γραφειοκρατική ταλαιπωρία. Ήταν η καταστροφή του σημαντικότερου επαγγελματικού ονείρου της ζωής του. Και για το Μουντιάλ ήταν μια ανεξίτηλη κηλίδα: ένας άνθρωπος κρίθηκε κατάλληλος από την παγκόσμια ποδοσφαιρική ομοσπονδία, αλλά ανεπιθύμητος από το κράτος που ανέλαβε να φιλοξενήσει ολόκληρο τον κόσμο.
Ακόμη και ο Ζοάν Καπντεβίλα, παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ισπανία το 2010, δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει τον τελικό. Η ηλεκτρονική άδεια εισόδου του απορρίφθηκε επειδή το 2016 είχε ταξιδέψει στο Ιράν για έναν αγώνα παλαιμάχων. Έφτασε να απευθύνει δημόσια έκκληση στον Τραμπ, χωρίς αποτέλεσμα.
Ο προπονητής της Αιγύπτου Χοσάμ Χασάν έδωσε μία από τις ισχυρότερες πολιτικές εικόνες του τουρνουά. Μετά την πρόκριση επί της Αυστραλίας στους «32», μπήκε στον αγωνιστικό χώρο κρατώντας παλαιστινιακή σημαία και αφιέρωσε τη νίκη στους λαούς της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης.
Egypt national team coach Hossam Hassan raised the flag of Palestine after his team defeated Australia at the World Cup, dedicating the winning to the people of Palestine🇵🇸🇵🇸 pic.twitter.com/sfow3re1oq
— Gaza Behind Scenes (@gazabehindscens) July 4, 2026
Στις εξέδρες ακούστηκε το σύνθημα «Free Palestine», ενώ το βίντεο διαδόθηκε σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Η FIFA δεν επέβαλε ποινή, επισημαίνοντας ότι η Παλαιστίνη είναι μέλος της και ότι η σημαία της επιτρέπεται στα γήπεδα.
Αυτή η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις από ισραηλινά μέσα και οργανώσεις, αλλά ανέδειξε και τις αντιφάσεις της FIFA: μιας ομοσπονδίας που απαγορεύει επιλεκτικά τα πολιτικά μηνύματα, αλλά αδυνατεί να καθορίσει πότε μια εθνική σημαία αποτελεί πολιτική διαμαρτυρία και πότε απλή έκφραση αλληλεγγύης.
Για πολλούς Αιγύπτιους, η πορεία της ομάδας και η παλαιστινιακή σημαία αποτέλεσαν μια σπάνια στιγμή συλλογικής υπερηφάνειας σε μια κοινωνία πιεσμένη από την ακρίβεια και την πολιτική ασφυξία. Ο Χασάν δεν μίλησε μόνο ως προπονητής. Λειτούργησε ως φορέας ενός αισθήματος που οι επίσημες ηγεσίες συχνά προτιμούν να περιορίζουν.
Μία από τις πιο παράδοξες πολιτισμικές συγκρούσεις προέκυψε στο Σιάτλ. Η τοπική οργανωτική επιτροπή είχε χαρακτηρίσει εκ των προτέρων έναν αγώνα ως «Pride Match», συνδέοντάς τον με τις εκδηλώσεις υπερηφάνειας της πόλης. Η κλήρωση έφερε σε αυτόν τον αγώνα την Αίγυπτο και το Ιράν, δύο χώρες στις οποίες η ομοφυλοφιλία διώκεται ποινικά.

Οι δύο ομοσπονδίες ζήτησαν να αφαιρεθούν οι σχετικοί συμβολισμοί και να περιοριστούν οι σημαίες του ουράνιου τόξου. Το αίτημα δεν έγινε δεκτό.
Το λεγόμενο «Pride Match» ανέδειξε τη σύγκρουση ανάμεσα στην οικουμενική διεκδίκηση της ισότητας και στις κρατικές πολιτικές δύο χωρών στις οποίες οι ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι εξακολουθούν να διώκονται. Οι αντιδράσεις των ομοσπονδιών Αιγύπτου και Ιράν δεν αναιρούν τον πυρήνα του μηνύματος: τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν σταματούν στα σύνορα, ούτε μπορούν να υποβιβάζονται σε ζήτημα «διαφορετικής κουλτούρας».
Η πορεία της Αργεντινής μέχρι τον τελικό συνοδεύτηκε από έντονη συζήτηση για τη διαιτησία. Η Αίγυπτος, που προηγήθηκε με 2-0 πριν ηττηθεί με 3-2, διαμαρτυρήθηκε για ακυρωμένο γκολ, για πέναλτι που δεν δόθηκε στον Μοχάμεντ Σαλάχ και για τη συνολικότερη χρήση του VAR. Ο Χοσάμ Χασάν υποστήριξε ανοιχτά ότι η FIFA επιθυμούσε να προχωρήσει η Αργεντινή του Μέσι.

Παρόμοιες υπόνοιες διατυπώθηκαν μετά την αποβολή του Μπριλ Εμπολό στον αγώνα με την Ελβετία, ενώ στον τελικό οι Ισπανοί διαμαρτυρήθηκαν για την ανοχή του Σλάβκο Βίντσιτς στα πρώτα σκληρά μαρκαρίσματα των Αργεντινών.
Δεν προέκυψε απόδειξη ενός οργανωμένου σχεδίου υπέρ της Αργεντινής. Και αρκετές από τις σχετικές αναρτήσεις ενισχύθηκαν από παραποιημένα βίντεο, ψεύτικες εικόνες και υλικό τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, οι θεωρίες δεν γεννήθηκαν στο κενό. Τροφοδοτήθηκαν από την αδιαφάνεια της διαιτησίας, την εμπορική αξία του Μέσι και –κυρίως– από τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι σε μια FIFA που είχε ήδη επιτρέψει στον Τραμπ να εμφανιστεί ως παράγοντας πειθαρχικών αποφάσεων.

Όταν ένας θεσμός χάνει την αξιοπιστία του, κάθε λάθος παύει να αντιμετωπίζεται ως λάθος. Μετατρέπεται αυτόματα σε απόδειξη συνωμοσίας.
Και ύστερα ήρθε η Ισπανία.
Η χώρα που βρισκόταν σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Τραμπ για τον πόλεμο στο Ιράν, τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και τις αμυντικές δαπάνες του NATO κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και μπροστά στον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο.

Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ είχε αρνηθεί να παραχωρήσει τις βάσεις της Ρότα και του Μορόν για αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Παρέμενε αντίθετη στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε περικοπές στο κοινωνικό κράτος. Ο Τραμπ χαρακτήρισε την Ισπανία «κακό σύμμαχο», απείλησε να διακόψει τις εμπορικές σχέσεις και ζήτησε ουσιαστικά την πολιτική της συμμόρφωση.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Τραμπ βρέθηκε υποχρεωμένος να κρεμάσει τα χρυσά μετάλλια στους Ισπανούς ποδοσφαιριστές και να τους παραδώσει το τρόπαιο. Την ίδια στιγμή, οι εξέδρες τον αποδοκίμαζαν.
Φυσικά, η Ισπανία δεν κέρδισε για τον Σάντσεθ και οι ποδοσφαιριστές της δεν αγωνίστηκαν ως φορείς κάποιας αντιιμπεριαλιστικής αποστολής. Το ποδοσφαιρικό αποτέλεσμα δεν αλλάζει τις διεθνείς σχέσεις. Η Ιστορία, όμως, αγαπά τους συμβολισμούς.

Μέσα σε ένα Μουντιάλ που σφραγίστηκε από τις απαγορεύσεις εισόδου, την πολεμική κατά του Ιράν, την παρουσία της ICE, την πολιτική παρέμβαση του Λευκού Οίκου και την ασφυκτική αγκαλιά Τραμπ–Ινφαντίνο, η νίκη της Ισπανίας εκλήφθηκε από πολλούς ως μια γλυκιά εκδίκηση του ποδοσφαίρου.
Και, κατά κάποιον τρόπο, ως μια μικρή αντιαμερικανική –ή ακριβέστερα, αντιτραμπική– νίκη: η ομάδα μιας χώρας που αρνήθηκε να λειτουργήσει ως πειθήνιος σύμμαχος σήκωσε το κύπελλο στο ακριβότερο αμερικανικό υπερθέαμα, ενώ ο ισχυρότερος άνθρωπος της διοργανώτριας χώρας αποδοκιμαζόταν και προσπαθούσε μάταια να μείνει στη φωτογραφία.
Για μία στιγμή, η εικόνα αντιστράφηκε. Ο Τραμπ δεν ήταν ο πρωταγωνιστής. Ήταν απλώς εκείνος που παρέδιδε το τρόπαιο στους ανυπάκουους.
Διαβάστε επίσης
Ό,τι μπορούσε η κάθε ομάδα – Μπάλα δεν έπαιξε, αλλά στο ξύλο πρώτη η Αργεντινή (Videos)
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.