Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΤο εξοπλιστικό πρόγραμμα που αναμένεται να εγκρίνει το ΚΥΣΕΑ δεν αφορά απλώς την προμήθεια νέων πυραυλικών συστημάτων από το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα, σηματοδοτεί τη μετάβαση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από μια λογική αυτόνομων αντιαεροπορικών συστημάτων σε μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, όπου κάθε αισθητήρας, κάθε ραντάρ και κάθε εκτοξευτής θα αποτελεί μέρος ενός ενιαίου ψηφιακού οικοσυστήματος.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα είναι ένα ελληνικό αντίγραφο του Iron Dome. Θα είναι κάτι ευρύτερο: ένα πολυεπίπεδο πλέγμα προστασίας που θα συνδυάζει ισραηλινά οπλικά συστήματα, ελληνικό λογισμικό διοίκησης και ελέγχου, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και σημαντική συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας περιγράφουν εδώ και χρόνια ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής αεράμυνας δεν είναι τόσο η έλλειψη ικανών οπλικών συστημάτων όσο η περιορισμένη διασύνδεσή τους. Μέχρι σήμερα, κάθε αντιαεροπορική μονάδα λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως ανεξάρτητος “κόμβος”. Διαθέτει το δικό της ραντάρ, τη δική της εικόνα τακτικής κατάστασης και τους δικούς της αισθητήρες. Αν και υπάρχουν δίαυλοι ανταλλαγής πληροφοριών, η ενοποίηση των δεδομένων δεν προσεγγίζει το επίπεδο μιας πλήρως δικτυοκεντρικής άμυνας.

Η νέα αρχιτεκτονική φιλοδοξεί να αλλάξει αυτό το μοντέλο. Στην καρδιά της θα βρίσκεται ένα νέο σύστημα Command, Control, Communications, Computers, Intelligence (C4I), το οποίο θα συλλέγει δεδομένα από όλα τα διαθέσιμα μέσα, θα τα συγχωνεύει σε μια ενιαία επιχειρησιακή εικόνα (Common Operational Picture) και θα υποστηρίζει τους χειριστές στην αξιολόγηση της κατάστασης. Με απλά λόγια, όλες οι μονάδες θα “βλέπουν” την ίδια εικόνα του εναέριου χώρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόβλεψη για ελληνικό λογισμικό με εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με πληροφορίες, η χρήση AI δεν αφορά την αυτόνομη λήψη αποφάσεων για χρήση όπλων, αλλά την επιτάχυνση της επεξεργασίας τεράστιου όγκου δεδομένων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες.
Στην πράξη, οι εφαρμογές αυτές θα μπορούν να συγχωνεύουν δεδομένα από πολλαπλά ραντάρ, να αναγνωρίζουν εάν διαφορετικοί αισθητήρες “βλέπουν” τον ίδιο στόχο, να ταξινομούν αυτόματα τις επαφές, και να παρουσιάζουν στους χειριστές μια ενιαία και συνεχώς επικαιροποιούμενη επιχειρησιακή εικόνα. Ο ανθρώπινος παράγοντας θα εξακολουθήσει να έχει τον τελικό έλεγχο των αποφάσεων.
Εδώ ο «Κένταυρος», το ελληνικό σύστημα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών που αναπτύχθηκε από την ΕΑΒ και χρησιμοποιήθηκε επιχειρησιακά από το Πολεμικό Ναυτικό, αποκτά πλέον μια νέα διάσταση. Δεν λειτουργεί ως αντιαεροπορικό πυραυλικό σύστημα, αλλά ως το πρώτο επίπεδο προστασίας απέναντι στη ραγδαία αυξανόμενη απειλή των drones.

Η φιλοσοφία της νέας αρχιτεκτονικής προβλέπει ότι διαφορετικές κατηγορίες απειλών θα αντιμετωπίζονται με διαφορετικά μέσα, αποφεύγοντας την κατασπατάληση πολύτιμων αναχαιτιστών για στόχους χαμηλού κόστους. Έτσι, ο Κένταυρος εντάσσεται οργανικά στο δίκτυο επιτήρησης, εμπλουτίζοντας την κοινή επιχειρησιακή εικόνα και προσφέροντας ένα εξειδικευμένο επίπεδο προστασίας απέναντι σε μη επανδρωμένα συστήματα.
Η ουσία του νέου ελληνικού συστήματος αεράμυνας δεν βρίσκεται στην προμήθεια μεμονωμένων αντιαεροπορικών συστημάτων, αλλά στη δυνατότητά τους να λειτουργούν ως ένα ενιαίο, διασυνδεδεμένο δίκτυο. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» βασίζεται στη φιλοσοφία της Ολοκληρωμένης Αεράμυνας και Αντιπυραυλικής Άμυνας (Integrated Air and Missile Defence – IAMD), σύμφωνα με την οποία αισθητήρες, ραντάρ, κέντρα διοίκησης και οπλικά συστήματα ανταλλάσσουν συνεχώς πληροφορίες, δημιουργώντας μια κοινή επιχειρησιακή εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι τα επιμέρους συστήματα που αναμένεται να αποκτήσει η Ελλάδα –SPYDER της Rafael, BARAK MX της Israel Aerospace Industries (IAI) και η έκδοση του David’s Sling με τον αναχαιτιστή SkyCeptor– έχουν σχεδιαστεί εξαρχής με δικτυοκεντρική φιλοσοφία και ανοικτή αρχιτεκτονική, ώστε να μπορούν να ενσωματώνονται σε ενιαία συστήματα διοίκησης και ελέγχου.

Στην πράξη, κάθε αισθητήρας που συμμετέχει στο δίκτυο, είτε πρόκειται για επίγειο ραντάρ της Πολεμικής Αεροπορίας, είτε για ναυτικό αισθητήρα, UAV, μικροδορυφόρο ή σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου, θα μεταδίδει τα δεδομένα του στο κεντρικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Εκεί, μέσω τεχνικών συγχώνευσης δεδομένων (data fusion), οι πληροφορίες θα συνδυάζονται ώστε να δημιουργείται μία και μοναδική εικόνα του εναέριου χώρου, αποφεύγοντας τις διπλές ή αντικρουόμενες ενδείξεις που μπορεί να προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες. Η προσθήκη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στο ελληνικό λογισμικό αναμένεται να επιταχύνει την ταξινόμηση των στόχων, την αξιολόγηση των πληροφοριών και την υποστήριξη της λήψης αποφάσεων από τους χειριστές, χωρίς να υποκαθιστά τον ανθρώπινο έλεγχο.
Μέσα σε αυτή την αρχιτεκτονική, τα SPYDER αποτελούν το επίπεδο προστασίας σημείου, καλύπτοντας αεροπορικές βάσεις, στρατιωτικούς σχηματισμούς και κρίσιμες εγκαταστάσεις. Τα BARAK MX αναλαμβάνουν την προστασία ευρύτερων περιοχών και στρατηγικών υποδομών, λειτουργώντας ως ο ενδιάμεσος κρίκος της αεράμυνας, ενώ το David’s Sling με τον SkyCeptor προσθέτει το ανώτερο επίπεδο αντιβαλλιστικής προστασίας απέναντι σε πιο σύνθετες απειλές. Αντί όμως να λειτουργούν ως ανεξάρτητα συστήματα, όλα θα αντλούν δεδομένα από την ίδια κοινή επιχειρησιακή εικόνα και θα διαχειρίζονται μέσω του ίδιου δικτύου διοίκησης και ελέγχου. Έτσι, η αποτελεσματικότητα της συνολικής αρχιτεκτονικής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις επιδόσεις κάθε μεμονωμένου συστήματος, αλλά κυρίως από τη δυνατότητα συνεργασίας τους μέσα σε ένα ενιαίο ψηφιακό περιβάλλον.
Στο ίδιο δίκτυο αναμένεται να ενταχθεί και το ελληνικής ανάπτυξης σύστημα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών «Κένταυρος» της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας, το οποίο θα προσθέσει μια εξειδικευμένη δυνατότητα επιτήρησης και αντιμετώπισης της αυξανόμενης απειλής από drones. Παράλληλα, η συμμετοχή της ΕΑΒ, σε συνδυασμό με τα μνημόνια συνεργασίας που έχει ήδη υπογράψει με την IAI και άλλες ισραηλινές αμυντικές εταιρείες, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η ελληνική βιομηχανία να αναλάβει κρίσιμο ρόλο στην ολοκλήρωση υποσυστημάτων, στην ανάπτυξη λογισμικού, στην τεχνική υποστήριξη και στη διατήρηση της διαθεσιμότητας του νέου δικτύου αεράμυνας. Με τον τρόπο αυτό, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα αποτελεί απλώς μια συλλογή προηγμένων αντιαεροπορικών συστημάτων, αλλά ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα αισθητήρων, λογισμικού και οπλικών μέσων, στο οποίο η συνεργασία όλων των επιμέρους στοιχείων θα αποτελεί τον βασικό πολλαπλασιαστή ισχύος.
Ένα εξαιρετικά σημαντικό σημείο είναι το ελληνικό C4I που θα κάνει μια μία τις ακόλουθες λειτουργίες: Sensor Fusion, Target Correlation, Threat Evaluation, Common Operational Picture, Decision Support, Command & Control. Αυτό σημαίνει ότι όλα τα συστήματα «μιλάνε» μεταξύ τους.
Μία άλλη σημαντική παράμετρος είναι ότι η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία δεν περιορίζεται σε πλέον σε ρόλο συντήρησης συστημάτων. Οι συμφωνίες που έχει ήδη υπογράψει με την Israel Aerospace Industries (IAI) αλλά και οι επαφές της με τη Rafael και άλλες ισραηλινές εταιρείες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για κάτι πολύ μεγαλύτερο: να αποτελέσει τον βασικό ελληνικό βιομηχανικό κόμβο της νέας αρχιτεκτονικής. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μειώνει σταδιακά την εξάρτηση από τον κατασκευαστή και δημιουργεί εθνική τεχνογνωσία σε ένα νέο περιβάλλον μάχης.

Αν τελικά αυτό επιβεβαιωθεί στις συμβάσεις που θα ακολουθήσουν, θα πρόκειται για ίσως τη σημαντικότερη αναβάθμιση του ρόλου της ΕΑΒ από την ίδρυσή της, καθώς θα μετακινηθεί από τον παραδοσιακό ρόλο της συντήρησης και υποστήριξης προς εκείνον του ολοκληρωτή σύνθετων αμυντικών συστημάτων (system integrator), με δυνατότητα ανάπτυξης λογισμικού, ενσωμάτωσης υποσυστημάτων και διαχείρισης του κύκλου ζωής κρίσιμων πλατφορμών. Αυτό θα ενίσχυε τόσο την επιχειρησιακή αυτονομία των Ενόπλων Δυνάμεων όσο και την προοπτική συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.
Πέρα από την ΕΑΒ, αρκετές ελληνικές εταιρείες διαθέτουν ήδη εμπειρία σε ηλεκτρονικά, λογισμικό, αισθητήρες, κυβερνοάμυνα και ολοκλήρωση αμυντικών συστημάτων. Εφόσον τα βιομηχανικά ανταλλάγματα και οι συμβάσεις το επιτρέψουν, θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε υποσυστήματα του προγράμματος, όπως ανάπτυξη λογισμικού, επικοινωνίες, διαχείριση δεδομένων, ηλεκτρονικά, συντήρηση και δοκιμές.
Είναι σημαντικό, ωστόσο, να διαχωρίζονται οι τεκμηριωμένες συνεργασίες από τις πιθανές μελλοντικές συμμετοχές. Για παράδειγμα, η ΕΑΒ έχει ήδη ανακοινώσει συνεργασίες με ισραηλινές εταιρείες, ενώ για άλλες ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να αναφέρεται ότι ενδέχεται να εμπλακούν, εφόσον υπάρξουν σχετικές συμβάσεις ή υποκατασκευαστικό έργο.
Διαβάστε επίσης
«Βούρκος» και «σκουπίδια»: Φούντωσε ξανά η κόντρα Ζωής – ΚΚΕ με εκατέρωθεν πυρά
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.