search
ΤΕΤΑΡΤΗ 29.07.2026 19:32
MENU CLOSE

Η Τουρκία κατέθεσε στον ΟΗΕ επιστολή του ψευδοκράτους: «Νόμιμη και δικαιολογημένη» η εισβολή του 1974

29.07.2026 18:21
united nations logo – new

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Η Τουρκία επανέφερε επισήμως στον ΟΗΕ τη θέση της ότι η στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο το 1974 ήταν «νόμιμη και δικαιολογημένη», απορρίπτοντας τους χαρακτηρισμούς περί «εισβολής» και «κατοχής».

Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά αξιοποιεί την απουσία εκπροσώπησης των Τουρκοκυπρίων στα διεθνή φόρα, ενώ στρέφεται και κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το ψήφισμα της 8ης Ιουλίου σχετικά με «τον αντίκτυπο της τουρκικής “εισβολής” του 1974 στις Κύπριες γυναίκες και κορίτσια, και τα εγκλήματα που διέπραξαν οι τουρκικές δυνάμεις και τις συνέπειες στην ισότητα των φύλων».

Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ, Αχμέτ Γιλντίζ, απέστειλε στις 16/7 επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ζητώντας να διανεμηθεί ως επίσημο έγγραφο τόσο της Γενικής Συνέλευσης, όσο και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Στο παράρτημα της επιστολής περιλαμβάνεται κείμενο του Μουράτ Σοϊσάλ, εκπροσώπου του ψευδοκράτους στη Νέα Υόρκη, το οποίο αποτελεί απάντηση στις τοποθετήσεις του εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Παράλληλα, διατυπώνεται κριτική στο πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα εγκλήματα σε βάρος των γυναικών το 1974.

Στην ίδια επιστολή επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι η τουρκική στρατιωτική επέμβαση του 1974 ήταν «νόμιμη και δικαιολογημένη», ενώ απορρίπτονται οι όροι «εισβολή» και «κατοχή». Επιπλέον, προβάλλεται εκ νέου η θέση ότι στην Κύπρο υπάρχουν «δύο ξεχωριστά κράτη και δύο ξεχωριστοί λαοί».

Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι όλες οι έως σήμερα προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού έχουν αποτύχει και διατυπώνεται η θέση πως μια «δίκαιη, διαρκής και βιώσιμη συμφωνία» μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια σχέση συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών, «ως κυρίαρχων ίσων, που απολαμβάνουν ισότιμο διεθνές καθεστώς».

Ολόκληρη η επιστολή

«Επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου 2026 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα

Έχω την τιμή να σας διαβιβάσω με την παρούσα επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου 2026, απευθυνόμενη σε εσάς από τον Μουράτ Σοϊσάλ, Αντιπρόσωπο της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (βλ. παράρτημα).

Θα σας ήμουν ευγνώμων εάν η παρούσα επιστολή και το παράρτημά της μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο του θέματος 40 της ημερήσιας διάταξης, και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Αχμέτ Γιλντίζ
Μόνιμος Αντιπρόσωπος

Παράρτημα στην επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου 2026 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα

Σας γράφω σχετικά με τη δήλωση που έκανε ο Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας με θέμα «Τιμώντας την υπόσχεση του διεθνούς δικαίου προς τα θύματα σεξουαλικής βίας που σχετίζεται με συγκρούσεις», που πραγματοποιήθηκε στις 8 Ιουλίου 2026. Καθώς η εν λόγω περίσταση αξιοποιήθηκε για άλλη μια φορά για να διαστρεβλωθούν τα γεγονότα που αφορούν την Κύπρο, αναγκάστηκα να απαντήσω γραπτώς, ιδίως δεδομένου του γεγονότος ότι ο τουρκοκυπριακός λαός εξακολουθεί να στερείται του δικαιώματός του για διεθνή εκπροσώπηση.

Αρχικά, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι εκμεταλλεύονται εδώ και καιρό την απουσία του Τουρκοκυπριακού λαού από τα διεθνή φόρουμ για να παρουσιάσουν το Κυπριακό ως ζήτημα «εισβολής» και «κατοχής», σαν να είχε λάβει χώρα η επέμβαση της Τουρκίας στο κενό και το Κυπριακό να είχε ξεκινήσει το 1974 και όχι το 1963. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι κανένα από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο δεν περιγράφει τη νόμιμη και δικαιολογημένη τουρκική επέμβαση στο νησί, η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις Διεθνείς Συνθήκες για την Κύπρο του 1959-1960, ως «εισβολή» ή την επακόλουθη παρουσία της στο νησί ως «κατοχή». Στις 20 Ιουλίου 1974, μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 που οργανώθηκε από τη στρατιωτική χούντα στην Αθήνα και τους Ελληνοκύπριους συνεργάτες της στην Κύπρο, το οποίο στόχευε στην προσάρτηση ολόκληρου του νησιού στην Ελλάδα (ένωση) με κάθε κόστος, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους εξόντωσης του Τουρκοκυπριακού λαού, η Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη, αναγκάστηκε να παρέμβει, ενεργώντας σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της βάσει της Συνθήκης Εγγύησης. Η επέμβαση της Τουρκίας ακολούθησε τα δεκαετή βάσανα που υπέστη ο Τουρκοκυπριακός λαός, κατά τη διάρκεια των οποίων αναγκάστηκε να ζήσει σε θύλακες που αποτελούσαν έως και το 3% του εδάφους του νησιού, ενώ παράλληλα υπέστη κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση της Εγγυήτριας Τουρκίας έφερε την πολυαναμενόμενη ειρήνη και ασφάλεια στο νησί, θέτοντας τέλος όχι μόνο στις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν εναντίον του Τουρκοκυπριακού λαού, αλλά και στη βία που διαπράχθηκε από την Ελληνοκυπριακή πολιτοφυλακή εναντίον του ίδιου του λαού της. Λαμβάνοντας υπόψη τις εμπειρίες του παρελθόντος και την αδυναμία της διεθνούς κοινότητας να τερματίσει τα τρέχοντα ανθρώπινα βάσανα που προκαλούνται από τις πρόσφατες συγκρούσεις παγκοσμίως, είναι αναμφίβολα ότι το σύστημα εγγυήσεων στην Κύπρο, το οποίο απέτρεψε την ολοκληρωτική εξόντωση του Τουρκοκυπριακού λαού, είναι πλέον πιο επίκαιρο και απαραίτητο από ποτέ.

Όπως έχει τεκμηριωθεί εκτενώς στα αρχεία των Ηνωμένων Εθνών, μεταξύ 1963 και 1974, οι Τουρκοκύπριοι υπέστησαν συστηματικά παραβιάσεις των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στη ζωή, από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Στην πραγματικότητα, η μεγάλης κλίμακας βία που διαπράχθηκε κατά του Τουρκοκυπριακού λαού και οι επακόλουθες κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες περιελάμβαναν επίσης σεξουαλική βία που σχετίζεται με τη σύγκρουση, κατέστησαν αναγκαία την ανάπτυξη από το Συμβούλιο Ασφαλείας της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) στο νησί το 1964, προκειμένου να σταματήσει η αιματοχυσία και οι φρικαλεότητες που διαπράττονται κατά του Τουρκοκυπριακού λαού. Παρά την πληθώρα εγγράφων των Ηνωμένων Εθνών που πιστοποιούν αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στα βάσανα του του τουρκοκυπριακού λαού στην εν λόγω δήλωση αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι αυτά τα σχόλια δεν βασίζονται σε γεγονότα, αλλά αποτελούν ένα ακόμη επεισόδιο του γνωστού ελληνοκυπριακού μηχανισμού προπαγάνδας.

Ομοίως, η ελληνοκυπριακή πλευρά εκμεταλλεύεται την απουσία εκπροσώπησης των Τουρκοκυπρίων σε διεθνείς πλατφόρμες, όχι μόνο για να αποσπάσει την προσοχή από την ευθύνη της τόσο για τη δημιουργία όσο και για τη συνεχιζόμενη διαιώνιση του Κυπριακού αλλά και για να προωθήσει την παραπλανητική της αφήγηση ότι είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του νησιού. Ενώ υπάρχουν δύο ξεχωριστά κράτη και δύο ξεχωριστοί λαοί στο νησί, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή γλώσσα, πολιτισμό και θρησκεία, η αναφορά του ελληνοκυπριακού εκπροσώπου στην «κυπριακή κοινωνία» σαν να υπήρχε ένας ενιαίος ομοιογενής λαός στο νησί αποτελεί έναν εντελώς παραπλανητικό χαρακτηρισμό της πραγματικότητας. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η παράλειψη του Ελληνοκύπριου εκπροσώπου, στην προαναφερθείσα συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, να αναγνωρίσει τις φρικαλεότητες και τις κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν εναντίον του τουρκοκυπριακού λαού από την Ελληνοκυπριακή πλευρά μεταξύ 1963 και 1974, ενώ αποδίδει στην Τουρκία γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ και, ταυτόχρονα, υπονοεί απλώς το ψήφισμα 1325 (2000) του Συμβουλίου Ασφαλείας και τα επακόλουθα ψηφίσματα για τις γυναίκες, την ειρήνη και την ασφάλεια, αποτελεί μια ακόμη προσπάθεια συστηματικής διαστρέβλωσης ιστορικών και νομικών γεγονότων.

Ως Εκπρόσωπος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου στη Νέα Υόρκη, επιθυμώ να εκφράσω τη βαθιά μου ανησυχία και τη βαθιά μου απογοήτευση σχετικά με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουλίου 2026 σχετικά με «τον αντίκτυπο της τουρκικής «εισβολής» του 1974 στις Κύπριες γυναίκες και κορίτσια, και τα εγκλήματα που διέπραξαν οι τουρκικές δυνάμεις και τις συνέπειες στην ισότητα των φύλων» (2026/2617(RSP)), το οποίο περιέχει αβάσιμες και παράλογες κατηγορίες κατά των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Καταδικάζουμε έντονα αυτή τη μονόπλευρη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία όχι μόνο αγνοεί τις αγωνίες που υφίσταται ο τουρκοκυπριακός λαός, αλλά και εκμεταλλεύεται ένα ανθρωπιστικό ζήτημα με προκατειλημμένο, προκατειλημμένο και πολιτικά υποκινούμενο τρόπο. Είναι σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι θεσμοί της έχουν χάσει εντελώς την αμεροληψία τους στο κυπριακό ζήτημα, ευθυγραμμιζόμενες με την ελληνοκυπριακή πλευρά σαν να ήταν ενεργό μέρος του κυπριακού ζητήματος. Ως εκ τούτου, καλούμε την Ευρωπαϊκή Ένωση να εγκαταλείψει τη μονόπλευρη προσέγγισή της, να απόσχει από την πολιτικοποίηση των ανθρωπιστικών πτυχών του κυπριακού ζητήματος ως μέσο πολιτικής προπαγάνδας και να αναγνωρίσει και να σεβαστεί τις ιστορικές πραγματικότητες στο νησί, συμπεριλαμβανομένων των δεινών που υφίσταται ο τουρκοκυπριακός λαός.

Συμπερασματικά, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα σχόλια του Ελληνοκύπριου εκπροσώπου, τα οποία δεν επιβεβαιώνονται και δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ούτε από νομικά ούτε από ιστορικά γεγονότα που αφορούν το νησί, αποτελούν ένα ακόμη επεισόδιο της γνωστής ελληνοκυπριακής προπαγάνδας. Αντί να εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να προωθήσει αβάσιμες κατηγορίες και εχθρική ρητορική, είναι καιρός η ελληνοκυπριακή πλευρά να υιοθετήσει μια ειλικρινή προσέγγιση με στόχο την επίτευξη μιας βιώσιμης και δίκαιης συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών που να αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα του νησιού και να σέβεται, μεταξύ άλλων, τα εγγενή δικαιώματα του τουρκοκυπριακού λαού. Μετά την αποτυχία όλων των προσπαθειών και πρωτοβουλιών των προηγούμενων δεκαετιών, μια νέα προσέγγιση έχει καταστεί αναπόφευκτη. Μια δίκαιη, διαρκής και βιώσιμη συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της δημιουργίας μιας σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών, ως κυρίαρχων ίσων, που απολαμβάνουν ισότιμο διεθνές καθεστώς.

Επωφελούμενος από την παρούσα ευκαιρία, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω στην ελληνοκυπριακή κυβέρνηση ότι η αντίστοιχη είναι, και ήταν πάντα, η τουρκοκυπριακή πλευρά, όχι η Τουρκία.

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή μπορούσε να κυκλοφορήσει ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στο θέμα 40 της ημερήσιας διάταξης, και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Μουράτ Σοϊσάλ
Εκπρόσωπος Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου
».

Διαβάστε επίσης:

Τουρκία για Κυπριακό: Λύση με θεμέλιο την κυριαρχική ισότητα των Τουρκοκυπρίων

Έχει ξεκινήσει η εξέγερση των ρομπότ; Η «απόδραση» μοντέλων της OpenAI και η εισβολή σε πλατφόρμες

Ο Τραμπ λέει ότι οι ΗΠΑ θα χτυπήσουν σκληρά το Ιράν μετά την αιφνιδιαστική επίθεση





google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΤΕΤΑΡΤΗ 29.07.2026 19:32