Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΤι μπορεί να πάει στραβά όταν μια αεροπορική εταιρεία αποφασίζει να πουλήσει ένα εισιτήριο που υπόσχεται στον πελάτη της κάτι σχεδόν απίστευτο, όπως το να πετά στην πρώτη θέση για όλη του τη ζωή, χωρίς όριο στον αριθμό των ταξιδιών; Για την American Airlines η απάντηση ήρθε χρόνια αργότερα και ήταν ακριβή. Πολύ ακριβή. Δύο από τους ελάχιστους ανθρώπους που αγόρασαν το περίφημο A-Airpass, ο Steven Rothstein και ο Jacques E. Vroom Jr., το χρησιμοποίησαν σε τέτοιο βαθμό ώστε η εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με κόστος εκατομμυρίων δολαρίων και, τελικά, με μια σκληρή δικαστική σύγκρουση.
Η ιστορία τους ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η American Airlines αναζητούσε τρόπους να ενισχύσει τα ταμεία της. Η διοίκηση παρουσίασε τότε μια επιχειρηματική ιδέα που έμοιαζε σχεδόν αδιανόητη για την εποχή. Ένα ισόβιο εισιτήριο πρώτης θέσης, το οποίο θα επέτρεπε στον κάτοχό του να ταξιδεύει απεριόριστα σε ολόκληρο τον κόσμο. Η αρχική τιμή ήταν 250.000 δολάρια. Για ακόμη 150.000 δολάρια ο κάτοχος μπορούσε να προσθέσει Companion Pass, αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα να ταξιδεύει μαζί του και ένας ακόμη επιβάτης στην πρώτη θέση. Συνολικά πουλήθηκαν μόλις 66 τέτοια πάσα. Η American Airlines είχε εξασφαλίσει άμεσα σημαντικά ποσά. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει ήταν πόσο κυριολεκτικά θα έπαιρναν δύο από τους πελάτες της τη λέξη «απεριόριστα».
Στις 1 Οκτωβρίου 1987 ο χρηματιστής από το Σικάγο Steven Rothstein αγόρασε το δικό του A-Airpass, καταβάλλοντας ακριβώς 233.509,93 δολάρια, μετά από έκπτωση που του αναγνωρίστηκε λόγω προηγούμενης συμμετοχής στο πρόγραμμα. Δύο χρόνια αργότερα πρόσθεσε το Companion Pass έναντι 150.000 δολαρίων. Μάλιστα, πριν από την οριστικοποίηση της συμφωνίας διαπραγματεύτηκε προσωπικά ειδική ρήτρα, ώστε ο συνοδός του να μπορεί να ταξιδεύει όχι μόνο με την ίδια πτήση αλλά και με την αμέσως προηγούμενη ή την επόμενη. Τότε κανείς δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι η συμφωνία αυτή θα εξελισσόταν σε έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους της American Airlines.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1989 ακολούθησε ο Jacques E. Vroom Jr. από το Ντάλας. Αγόρασε το δικό του A-Airpass μαζί με Companion Pass, πληρώνοντας συνολικά 356.000 δολάρια. Και οι δύο είχαν πλέον στα χέρια τους αυτό που για έναν συνηθισμένο ταξιδιώτη θα έμοιαζε με το απόλυτο όνειρο, αεροπορικό ταξίδι στην πρώτη θέση, παντού και για πάντα. Μόνο που ο Rothstein δεν αντιμετώπισε το εισιτήριο ως ένα προνόμιο για περιστασιακά ταξίδια. Το έκανε τρόπο ζωής.
Πετούσε ακόμη και αυθημερόν για ένα γεύμα, για μια επαγγελματική συνάντηση ή απλώς επειδή μπορούσε. Μέχρι το 2008 είχε πραγματοποιήσει περίπου 10.000 πτήσεις, δηλαδή περισσότερες από μία πτήση την ημέρα κατά μέσο όρο επί 21 συνεχόμενα χρόνια. Είχε διανύσει πάνω από 30 εκατομμύρια μίλια, με περίπου 1.000 ταξίδια στη Νέα Υόρκη, 500 στο Λονδίνο, 500 στο Σαν Φρανσίσκο, 500 στο Λος Άντζελες, 120 στο Τόκιο, 80 στο Παρίσι και 80 στο Σίδνεϊ.
Οι υπολογισμοί της American Airlines έδειξαν αργότερα ότι το πραγματικό κόστος των ταξιδιών του ξεπερνούσε τα 21 εκατομμύρια δολάρια, ενώ σε άλλες εσωτερικές εκτιμήσεις της εταιρείας το ποσό έφτανε ακόμη και τα 23 εκατομμύρια.
Ο Vroom αποδείχθηκε ακόμη πιο αφοσιωμένος στο «χρυσό» του εισιτήριο. Μέχρι το 2008 είχε συγκεντρώσει σχεδόν 38 εκατομμύρια μίλια πτήσεων, απόσταση που αντιστοιχεί σε περισσότερους από 1.500 γύρους της Γης. Τα ταξίδια είχαν γίνει καθημερινότητά του σε τέτοιο βαθμό ώστε, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν αργότερα στις δικαστικές αίθουσες, ορισμένοι υπάλληλοι της εταιρείας τον αναγνώριζαν από τη φωνή του όταν τηλεφωνούσε για να κάνει κράτηση.

Για χρόνια, πάντως, η American Airlines δεν φαινόταν να θεωρεί πρόβλημα τη συμπεριφορά των δύο ανδρών. Το αντίθετο. Το A-Airpass μπορούσε να παρουσιάζεται ως ένα εξαιρετικό παράδειγμα πιστότητας πελατών. Ενδεικτικό της στάσης της εταιρείας είναι μια προσωπική επιστολή που έστειλε στις 13 Ιανουαρίου 1998 ο τότε διευθύνων σύμβουλος Robert Crandall στον Rothstein, εκφράζοντας την ικανοποίησή του επειδή εκείνος απολάμβανε την επένδυσή του και διαβεβαιώνοντάς τον ότι η εταιρεία θα συνέχιζε να τιμά τη συμφωνία για πολλά χρόνια.
Το 2007, καθώς η American Airlines αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, η εταιρεία δημιούργησε ειδική μονάδα ελέγχου εσόδων, τη Revenue Integrity Unit. Οι αναλυτές άρχισαν να ψάχνουν πιο προσεκτικά τις περιπτώσεις των επιβατών που είχαν ισόβια εισιτήρια. Και όταν έφτασαν στους δύο πιο συχνούς ταξιδιώτες, βρέθηκαν μπροστά σε μια πραγματικότητα που δεν μπορούσε πλέον να αγνοηθεί. Ο Rothstein και ο Vroom κόστιζαν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εταιρείας, πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια ο καθένας κάθε χρόνο. Έτσι, το «χρυσό εισιτήριο» είχε αρχίσει να μοιάζει με μαύρη τρύπα.

Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση ήρθε στις 30 Ιουλίου 2008. Ο Jacques Vroom βρισκόταν στο αεροδρόμιο Heathrow του Λονδίνου όταν στελέχη ασφαλείας της American Airlines τον πλησίασαν και του παρέδωσαν μια επιστολή. Το A-Airpass του ακυρωνόταν άμεσα για υποτιθέμενη δόλια χρήση.
Η εταιρεία υποστήριζε ότι ο Vroom πουλούσε σε τρίτους τη θέση του συνοδού του, παραβιάζοντας τον Tariff Rule 744. Στη δικογραφία υπήρχαν καταθέσεις, επιταγές χιλιάδων δολαρίων και οικονομικές συναλλαγές που, σύμφωνα με την American Airlines, αποδείκνυαν ότι είχε μετατρέψει το προνόμιο του Companion Pass σε κερδοφόρα δραστηριότητα. Ο Vroom, από την πλευρά του, υποστήριζε ότι ο συγκεκριμένος κανονισμός είχε θεσπιστεί το 1994, πέντε χρόνια μετά την αγορά του πάσου του, και επομένως δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αναδρομικά. Πέντε μήνες αργότερα, η American Airlines έκοψε και το εισιτήριο του Steven Rothstein. Ήταν 13 Δεκεμβρίου 2008 όταν ο Rothstein έφτασε στο αεροδρόμιο O’Hare του Σικάγου για να ταξιδέψει προς τη Βοσνία μαζί με έναν φίλο του. Είχε κάνει check-in, είχε παραδώσει τις αποσκευές του και περίμενε την επιβίβαση. Τότε ένας υπάλληλος της American Airlines τον πλησίασε και του παρέδωσε έναν φάκελο. Μέσα βρισκόταν η ειδοποίηση ακύρωσης του ισόβιου A-Airpass.

Η εταιρεία τον κατηγορούσε ότι χρησιμοποιούσε ψεύτικα ονόματα για να κρατά άδειες διπλανές θέσεις, ότι προσέφερε θέσεις συνοδού σε αγνώστους μέσα στα αεροδρόμια και ότι είχε παραβιάσει τους όρους του προγράμματος επί χρόνια. Στα στοιχεία που επικαλέστηκε η American Airlines περιλαμβανόταν και το γεγονός ότι μεταξύ Δεκεμβρίου 2003 και Απριλίου 2004 είχαν πραγματοποιηθεί τουλάχιστον 41 κρατήσεις συνοδού με το όνομα «Steven Rothstein Jr.». Η ίδια η δικαστική απόφαση καταγράφει ότι ο Rothstein είχε παραδεχθεί πως είχε χρησιμοποιήσει πλασματικά ονόματα, μεταξύ άλλων τα «Steven Rothstein, Jr.» και «Bag Rothstein», για κρατήσεις συνοδού.
Ο Rothstein δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Προσέφυγε στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο του Βόρειου Ιλινόις, ζητώντας αποζημίωση εκατομμυρίων δολαρίων και την επαναφορά του πάσου του. Η υπόθεση εξελίχθηκε σε μια από τις πλέον χαρακτηριστικές δικαστικές διαμάχες γύρω από τα προγράμματα πιστότητας αεροπορικών εταιρειών. Το 2011 η δικαστής Virginia M. Kendall εξέδωσε απόφαση που αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για τον Rothstein. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την κίνηση της American Airlines και απέρριψε τη δική του. Ο Vroom ακολούθησε διαφορετική αλλά εξίσου σκληρή δικαστική διαδρομή. Κατέθεσε ανταγωγή και κατηγόρησε την American Airlines για συκοφαντική δυσφήμιση. Η εταιρεία επέμενε ότι είχε μετατραπεί η θέση συνοδού σε παράνομη εμπορική δραστηριότητα. Οι δικαστικές διαδικασίες κράτησαν χρόνια. Παράλληλα, η υπαγωγή της American Airlines στο καθεστώς προστασίας από την πτώχευση Chapter 11 περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Στην υπόθεση Rothstein, μάλιστα, η ίδια η δικαστική διαδικασία αναγνώριζε ότι η πτώχευση της American είχε επηρεάσει την εξέλιξη της αντιδικίας. Στο τέλος του 2012 η υπόθεση Rothstein έκλεισε με εξωδικαστικό συμβιβασμό, οι όροι του οποίου δεν έγιναν γνωστοί.
Το περίφημο A-Airpass, πάντως, δεν επέστρεψε στα χέρια του. Η υπόθεση Vroom παρέμεινε για χρόνια μπλεγμένη σε δικαστικές διαδικασίες και αντικρουόμενες θέσεις. Κανείς από τους δύο δεν ξαναπέταξε με το ισόβιο «χρυσό εισιτήριο», και κάπως έτσι ολοκληρώθηκε μια από τις πιο παράξενες ιστορίες που εξελίχθηκε στον κόσμο των αερομεταφορών. Σχεδόν 70 εκατομμύρια μίλια, περισσότερες από 48.000 πτήσεις και κόστος δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων αργότερα, το μάθημα για την American Airlines ήταν σκληρό αφού όπως αποδείχθηκε το πιο ακριβό εισιτήριο δεν είναι πάντα αυτό που πληρώνει ο επιβάτης.
Διαβάστε επίσης:
Παρέμβαση στο Κογκρέσο υπέρ της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ
ΜΜΕ κατά Τραμπ: Προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη για την πώληση προνομιακής πρόσβασης στις αναρτήσεις του
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.