Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ συγκέντρωση στο Κιργιστάν των ηγετών της Κίνας, της Ρωσίας, της Ινδίας, του Ιράν και των κρατών της Κεντρικής Ασίας δεν σηματοδοτεί τη δημιουργία ενός «ΝΑΤΟ της Ανατολής». Αποκαλύπτει, όμως, κάτι ίσως σημαντικότερο: έναν κόσμο στον οποίο όλο και περισσότερες χώρες μαθαίνουν να συνεργάζονται, να εμπορεύονται και να διαπραγματεύονται χωρίς την έγκριση της Ουάσινγκτον. Και ο Ντόναλντ Τραμπ, αντί να ανακόπτει αυτή την εξέλιξη, τη διευκολύνει.
Στο Μπισκέκ του Κιργιστάν δεν πραγματοποιείται απλώς μία ακόμη σύνοδος με οικογενειακές φωτογραφίες, διπλωματικές χειραψίες και γενικόλογες διακηρύξεις περί ειρήνης. Συντελείται μία ακόμη πρόβα της παγκόσμιας τάξης που διαμορφώνεται μετά το τέλος της αμερικανικής μονοκρατορίας.
Στο ίδιο τραπέζι βρίσκονται ο Σι Τζινπίνγκ, ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Ναρέντρα Μόντι και ο Μασούντ Πεζεσκιάν, μαζί με τους ηγέτες του Πακιστάν, της Λευκορωσίας, του Καζακστάν, του Ουζμπεκιστάν, του Τατζικιστάν και του Κιργιστάν. Παρών είναι και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ηγέτης μιας χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ που επιμένει να κρατά ανοιχτές όλες τις γεωπολιτικές πόρτες.
Αν κάποιος δει αυτή τη συγκέντρωση ως μια «Διεθνή των αυταρχικών καθεστώτων», θα χάσει τη μισή εικόνα. Αν, αντιθέτως, θεωρήσει ότι πρόκειται για μια κενή επικοινωνιακή παράσταση κρατών που δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε μεταξύ τους, θα χάσει την άλλη μισή.
Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης δεν είναι ούτε συμπαγής αντιδυτική συμμαχία ούτε αδιάφορο διπλωματικό κλαμπ. Είναι το εργαστήριο ενός νέου πολυπολικού κόσμου: ενός συστήματος στο οποίο οι χώρες δεν προσχωρούν απαραίτητα σε ένα στρατόπεδο, αλλά συνεργάζονται επιλεκτικά με πολλά, ώστε να περιορίζουν την εξάρτησή τους από οποιαδήποτε μεγάλη δύναμη.

Ο Οργανισμός ιδρύθηκε το 2001 από την Κίνα, τη Ρωσία και τέσσερις χώρες της Κεντρικής Ασίας, με επίσημο επίκεντρο την ασφάλεια, την τρομοκρατία και τη σταθερότητα των συνόρων. Σήμερα αριθμεί δέκα πλήρη μέλη, μεταξύ των οποίων η Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν και η Λευκορωσία, ενώ γύρω του κινείται ένας ευρύτερος κύκλος εταίρων και προσκεκλημένων.
Δεν διαθέτει ρήτρα συλλογικής άμυνας, ενιαία στρατιωτική διοίκηση, κοινή αγορά ή κοινό νόμισμα. Δεν μπορεί να υποχρεώσει τα μέλη του να στηρίξουν το ένα το άλλο σε έναν πόλεμο. Δεν κατάφερε, άλλωστε, να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια ούτε στο Ιράν όταν αυτό δέχθηκε επιθέσεις από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, πέρα από καταδικαστικές ανακοινώσεις – στις οποίες μάλιστα η Ινδία αρνήθηκε να συμμετάσχει. Η ανάλυση του MERICS επισημαίνει ότι στο εσωτερικό του Οργανισμού υπάρχουν περισσότερες αποκλίσεις απ’ όσες υποδηλώνει η αντιδυτική εικόνα του.
Αυτό, όμως, δεν τον καθιστά ασήμαντο. Η ισχύς δεν μετριέται μόνο με την ικανότητα επιβολής, αλλά και με την ικανότητα συγκέντρωσης. Και η Κίνα καταφέρνει να φέρνει στο ίδιο δωμάτιο χώρες που έχουν μεταξύ τους συνοριακές διαφορές, οικονομικούς ανταγωνισμούς, ακόμη και ιστορική εχθρότητα.
Η Ουάσινγκτον του Τραμπ, αντίθετα, δυσκολεύεται πλέον να ολοκληρώσει μία διεθνή συνάντηση χωρίς να συγκρουστεί ακόμη και με κάποιον παραδοσιακό σύμμαχό της.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να μετατρέψει τον Οργανισμό της Σαγκάης σε στρατιωτική συμμαχία για να κερδίσει. Της αρκεί να τον χρησιμοποιεί ως πολιτική ομπρέλα κάτω από την οποία αναπτύσσονται κινεζικοί δρόμοι, σιδηρόδρομοι, αγωγοί, δίκτυα τηλεπικοινωνιών, συστήματα πληρωμών και εμπορικές σχέσεις.
Στο Μπισκέκ ο Σι Τζινπίνγκ είπε στον Πούτιν ότι οι σχέσεις Κίνας–Ρωσίας θα αποκτήσουν «ισχυρότερα θεμέλια» και κάλεσε σε μεταρρύθμιση της παγκόσμιας διακυβέρνησης προς έναν «ισότιμο και ομαλό πολυπολικό κόσμο». Το Πεκίνο δεν παρουσιάζει πλέον τον εαυτό του απλώς ως αναδυόμενη οικονομική δύναμη, αλλά ως οργανωτή μιας εναλλακτικής διεθνούς αρχιτεκτονικής.
Η σημαντικότερη μεταβολή καταγράφεται στην Κεντρική Ασία. Για δεκαετίες η περιοχή θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητη ρωσική σφαίρα επιρροής. Η Ρωσία παρείχε ασφάλεια, στρατιωτικό εξοπλισμό, εργασία για εκατομμύρια μετανάστες και πολιτισμικούς δεσμούς. Η Κίνα περιοριζόταν κυρίως στον ρόλο του χρηματοδότη. Αυτή η άτυπη κατανομή ρόλων καταρρέει.
Το 2025, το εμπόριο της Κίνας με τις πέντε χώρες της Κεντρικής Ασίας έφτασε, σύμφωνα με τα κινεζικά στοιχεία, τα 106,3 δισ. δολάρια, ενώ το αντίστοιχο εμπόριο με τη Ρωσία κινήθηκε περίπου στα 51 δισ. Η Κίνα έχει γίνει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος και των πέντε δημοκρατιών της περιοχής. Παράλληλα, κινεζικές επιχειρήσεις ελέγχουν όλο και μεγαλύτερο μέρος των τηλεπικοινωνιακών υποδομών, των οπτικών ινών, των συστημάτων «έξυπνων πόλεων» και της ψηφιακής διοίκησης. Το FPRI περιγράφει αυτή τη μεταβολή ως σταδιακή ένταξη της Κεντρικής Ασίας σε μια κινεζοκεντρική οικονομική αρχιτεκτονική.
Χαρακτηριστικότερο έργο είναι ο σιδηρόδρομος Κίνας–Κιργιστάν–Ουζμπεκιστάν. Η νέα γραμμή μπορεί να συνδέσει την Κίνα με την Κασπία, τον Καύκασο και τελικά την Ευρώπη, παρακάμπτοντας τη Ρωσία. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι δυτικές κυρώσεις έδωσαν νέα στρατηγική σημασία σε αυτή τη διαδρομή.
Οι σφαίρες επιρροής, άλλωστε, δεν χαράσσονται πλέον μόνο με στρατιωτικές βάσεις. Χαράσσονται με σιδηροδρομικές γραμμές, λιμάνια, δάνεια, δίκτυα δεδομένων και τεχνικά πρότυπα που είναι πολύ δυσκολότερο να αποσυνδεθούν από μια χώρα απ’ ό,τι μία προσωρινή πολιτική συμφωνία.

Για τον Πούτιν, η σύνοδος αποτελεί πολύτιμη ευκαιρία να δείξει ότι η Ρωσία δεν είναι διεθνώς απομονωμένη. Μπορεί να συναντά ηγέτες, να υπογράφει συμφωνίες, να πουλά ενέργεια και να διατηρεί ισχυρές σχέσεις με την Κίνα και την Ινδία. Η ίδια εικόνα, όμως, αποκαλύπτει και την υποχώρηση της Μόσχας.
Η Ρωσία παραμένει απαραίτητη στρατιωτική και ενεργειακή δύναμη, αλλά δεν διαθέτει πλέον τα κεφάλαια, την τεχνολογία και την οικονομική δυναμική για να ανταγωνιστεί την Κίνα στην Κεντρική Ασία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία απορροφά πόρους, οι κυρώσεις περιορίζουν τις επιλογές της και οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες αναζητούν εναλλακτικούς εμπορικούς δρόμους.
Ο Πούτιν εμφανίζεται ως συνδιαμορφωτής του νέου ευρασιατικού συστήματος. Στην πραγματικότητα, γίνεται σταδιακά ο μικρότερος εταίρος του Σι. Η Κίνα χρειάζεται τη Ρωσία ως ενεργειακό προμηθευτή, στρατηγικό αντιπερισπασμό απέναντι στις ΗΠΑ και πυρηνική δύναμη. Δεν χρειάζεται, όμως, να αποδεχθεί μια ισότιμη κατανομή επιρροής.
Η σύνοδος, επομένως, είναι ταυτόχρονα επίδειξη ρωσικής αντοχής και ομολογία ρωσικής εξάρτησης.
Ακόμη και ο Μόντι φρόντισε να υπενθυμίσει τα όρια της υποστήριξης προς τη Μόσχα, καλώντας δημοσίως τον Πούτιν να περάσει από τον «ατελείωτο πόλεμο στο τέλος του πολέμου». Η Ινδία εξακολουθεί να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο, αλλά δεν υιοθετεί τη ρωσική γραμμή για την Ουκρανία.
Η παρουσία του Ναρέντρα Μόντι δίπλα στον Σι και τον Πούτιν αποτελεί ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα για την Ουάσινγκτον. Όχι επειδή η Ινδία προσχώρησε σε κάποιο κινεζικό στρατόπεδο, αλλά επειδή αποδεικνύει ότι δεν προτίθεται να ενταχθεί πλήρως ούτε στο αμερικανικό.
Η Ινδία παραμένει μέλος του Quad μαζί με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Αυστραλία. Αντιμετωπίζει την Κίνα ως στρατηγικό ανταγωνιστή, έχει ανοικτές συνοριακές διαφορές μαζί της και βλέπει με βαθιά καχυποψία το Πακιστάν, τον στενότερο εταίρο του Πεκίνου στη Νότια Ασία.
Παράλληλα, όμως, χρειάζεται το φθηνό ρωσικό πετρέλαιο, τα ρωσικά όπλα και πρόσβαση στις αγορές και τους διαδρόμους της Ευρασίας. Ο Οργανισμός της Σαγκάης της επιτρέπει να κάθεται στο τραπέζι όπου συζητείται το μέλλον της περιοχής, χωρίς να παραχωρεί σε κανέναν την εξωτερική πολιτική της.
Η στρατηγική αυτή ονομάζεται «στρατηγική αυτονομία». Σε απλούστερη γλώσσα σημαίνει: συνεργασία με τις ΗΠΑ όταν συμφέρει, με τη Ρωσία όταν χρειάζεται και με την Κίνα όταν το κόστος της σύγκρουσης γίνεται υπερβολικό.
Η κυβέρνηση Τραμπ έκανε ακριβώς ό,τι θα έπρεπε να αποφύγει μία δύναμη που θέλει να περιορίσει την Κίνα. Επέβαλε δασμούς έως 50% σε ινδικά προϊόντα, πίεσε το Νέο Δελχί για τις αγορές ρωσικού πετρελαίου και παράλληλα αναβάθμισε τις επαφές της με το Πακιστάν. Το Reuters είχε ήδη επισημάνει ότι ο Τραμπ υπονόμευσε την πολυετή αμερικανική προσπάθεια να καταστήσει την Ινδία αντίβαρο στην Κίνα.
Η Ινδία δεν έγινε φιλοκινεζική. Έγινε, όμως, πιο δύσπιστη απέναντι στην Αμερική. Και σε έναν ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, η απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη από την απώλεια μιας επιμέρους εμπορικής συμφωνίας.
Για το Ιράν η συμμετοχή στον Οργανισμό είναι ένας τρόπος να σπάσει, έστω μερικώς, τη δυτική απομόνωση. Του προσφέρει πρόσβαση σε διπλωματικές επαφές, ενεργειακές συμφωνίες και συναλλαγές σε γουάν, ρούβλια και εθνικά νομίσματα. Δεν του προσφέρει, όμως, εγγυήσεις ασφαλείας.
Η Κίνα και η Ινδία δεν πρόκειται να διακινδυνεύσουν τις οικονομίες τους για να προστατεύσουν την Τεχεράνη από αμερικανικές κυρώσεις. Ούτε η Ρωσία, πιεζόμενη στην Ουκρανία, έχει αποδείξει ότι μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τους εταίρους της στη Μέση Ανατολή. Ο Οργανισμός μπορεί να προσφέρει στο Ιράν πολιτική κάλυψη, αλλά δεν διαθέτει ολοκληρωμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα ικανό να θωρακίσει τις μεγάλες τράπεζες από τις αμερικανικές δευτερογενείς κυρώσεις.
Το Ιράν, επομένως, δεν εγκαταλείπει τη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ. Χρησιμοποιεί τις σχέσεις με Κίνα και Ρωσία για να βελτιώσει τη θέση του σε αυτή.

Ο Τραμπ διακηρύσσει ότι θέλει να αποκαταστήσει την αμερικανική ισχύ. Στην πράξη, αντιμετωπίζει συμμάχους, εταίρους και αντιπάλους με την ίδια μέθοδο: δασμούς, απειλές, ταπεινωτικές δημόσιες δηλώσεις και απαιτήσεις άμεσης υποταγής.
Αυτό μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρες παραχωρήσεις από μικρότερες χώρες. Σε βάθος χρόνου, όμως, δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο: να μειώσουν όλες την έκθεσή τους στις ΗΠΑ.
Οι Financial Times έχουν περιγράψει αυτή την τάση ως προσπάθεια των κρατών να κάνουν πλέον «de-risk» όχι μόνο από την Κίνα, αλλά και από την Αμερική. Να μη διακόψουν τις σχέσεις τους με την Ουάσινγκτον, αλλά να φροντίσουν ώστε η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, το δολάριο ή μια προσωπική απόφαση του Τραμπ να μην μπορούν να παραλύσουν ολόκληρη την οικονομία τους.
Κάθε φορά που οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν το δολάριο, τους δασμούς ή τις κυρώσεις ως όπλο, ενισχύουν την επιθυμία δημιουργίας εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών. Κάθε φορά που αντιμετωπίζουν έναν εταίρο σαν υποτελή, αυξάνουν την αξία οργανισμών όπως η Σαγκάη και οι BRICS. Και κάθε φορά που η Ουάσινγκτον επιλέγει την επίδειξη δύναμης αντί της οικοδόμησης συμμαχιών, προσφέρει στην Κίνα τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως η δύναμη της σταθερότητας, του εμπορίου και της πολυμέρειας.
Το παράδοξο είναι εμφανές: ο Τραμπ θέλει να απομονώσει την Κίνα, αλλά πιέζει την Ινδία προς την κατεύθυνσή της. Θέλει να περιορίσει τη Ρωσία, αλλά της προσφέρει επιχειρήματα για στενότερη συνεργασία με το Πεκίνο. Θέλει να αποκόψει το Ιράν, αλλά το ωθεί βαθύτερα στις κινεζικές και ρωσικές δομές.
Θα ήταν λάθος να θεωρήσει κανείς ότι η αμερικανική ισχύς καταρρέει ή ότι ο Οργανισμός της Σαγκάης είναι έτοιμος να αντικαταστήσει τη Δύση.
Το δολάριο εξακολουθούσε το πρώτο τρίμηνο του 2026 να αποτελεί το 57,13% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων, ενώ το κινεζικό γουάν μόλις το 1,99%. Τα στοιχεία του ΔΝΤ δείχνουν ότι δεν υπάρχει ακόμη πραγματικός νομισματικός αντίπαλος του δολαρίου. Οι ΗΠΑ διαθέτουν ασύγκριτο δίκτυο στρατιωτικών συμμαχιών, τεχνολογική υπεροχή, πανίσχυρες κεφαλαιαγορές, μεγάλα πανεπιστήμια και παγκόσμια πολιτιστική επιρροή. Η αποδυνάμωση, επομένως, δεν συμβαίνει σαν διακόπτης που κλείνει. Συμβαίνει σαν σταδιακή διάβρωση.
Το σημαντικότερο αμερικανικό πλεονέκτημα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν μόνο ο στρατός ή το δολάριο. Ήταν η πεποίθηση δεκάδων χωρών ότι, παρά τις αντιθέσεις τους με την Ουάσιγκτον, είχαν περισσότερα να κερδίσουν μέσα σε ένα αμερικανικό σύστημα παρά έξω από αυτό.
Ο Τραμπ φθείρει ακριβώς αυτή την πεποίθηση. Μετατρέπει την πρόσβαση στις ΗΠΑ από στρατηγικό πλεονέκτημα σε πιθανό κίνδυνο και τη συμμαχία με την Αμερική από εγγύηση σταθερότητας σε διαρκή διαπραγμάτευση με έναν απρόβλεπτο πρόεδρο.
Η σύνοδος του Μπισκέκ δεν προαναγγέλλει έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο με δύο καθαρά στρατόπεδα. Προαναγγέλλει κάτι περισσότερο περίπλοκο: έναν κόσμο επικαλυπτόμενων σφαιρών επιρροής, προσωρινών συμμαχιών και διαρκών συναλλαγών.
Η Κίνα θα ενισχύει την οικονομική και τεχνολογική κυριαρχία της στην Κεντρική Ασία. Η Ρωσία θα διατηρεί στρατιωτική και ιστορική επιρροή, αλλά θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από το Πεκίνο. Η Ινδία θα συνεχίσει να αρνείται την πλήρη ένταξη σε οποιοδήποτε στρατόπεδο. Το Ιράν θα αξιοποιεί τις ανατολικές σχέσεις για να αντέχει τη δυτική πίεση. Η Τουρκία και οι χώρες της Κεντρικής Ασίας θα προσπαθούν να κερδίζουν από όλους χωρίς να παραδίδονται ολοκληρωτικά σε κανέναν.
Ακόμη και οι μικρότερες δημοκρατίες της περιοχής δεν θέλουν απλώς να αντικαταστήσουν τη ρωσική εξάρτηση με μια κινεζική. Αναζητούν παράλληλες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ, την Τουρκία και τις χώρες του Κόλπου. Η ίδια η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιχειρήσει να επανέλθει στην περιοχή μέσω συμφωνιών για κρίσιμα ορυκτά και σπάνιες γαίες.
Η νέα τάξη, συνεπώς, δεν θα είναι απλώς κινεζική. Θα είναι κατακερματισμένη, ανταγωνιστική και συναλλακτική. Το Πεκίνο, όμως, βρίσκεται σε καλύτερη θέση να την αξιοποιήσει, επειδή επενδύει σε θεσμούς, υποδομές και μακροχρόνιες εξαρτήσεις.
Το βαθύτερο μήνυμα του Μπισκέκ δεν είναι ότι δημιουργήθηκε ένα ακατανίκητο αντιδυτικό μέτωπο. Είναι ότι ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου έμαθε πλέον να συναντιέται, να συνεννοείται και να σχεδιάζει το μέλλον του χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες στην κεφαλή του τραπεζιού – και μερικές φορές χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες καν μέσα στην αίθουσα.
Κάθε φορά που ο Τραμπ προσβάλλει έναν σύμμαχο, τιμωρεί έναν πιθανό εταίρο ή αντιμετωπίζει τη διεθνή πολιτική σαν επιχειρηματικό εκβιασμό, εκείνη η αίθουσα γίνεται λίγο μεγαλύτερη.
Διαβάστε επίσης
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.